Supreme Court reverses appeal court for admitting res judicata where legal issues and objects differ.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the appeal court's decision which had dismissed a second lawsuit based on a prior res judicata finding. The plaintiffs argued that the first judgment regarding voluntary division did not preclude their current claim for forced auction and sale of specific property portions. The court ruled that because the legal issues and the specific objects of the two proceedings were distinct, the doctrine of res judicata did not apply to bar the new action.
Legislator headnote
AI generatedArt. 324 KPolD; Art. 559 no. 16 KPolD: Res judicata applies only to identical parties, legal rights, and subject matter; a prior judgment on voluntary division does not preclude a subsequent suit for forced auction of different property portions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1926 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1926/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Κ. του Ν. και 2)Γ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Σ. του Α. και 2)Σ. συζ. Δ. Σ., το γένος Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Μαλακάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης (ΑΠ 481/2004).
Ειδικότερα, στη δίκη επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου παράγεται δεδικασμένο κατά πρώτο λόγο για το κύριο ζήτημα της δίκης, δηλαδή ότι οι διάδικοι έχουν δικαίωμα δικαστικής διάπλασης με τη μορφή της λύσης της κοινωνίας με διανομή. Επιπλέον παράγεται δεδικασμένο και ως προς το διανεμητέο δικαίωμα με το συγκεκριμένο υλικό αντικείμενο (κινητό ή ακίνητο), καθώς και αναφορικά με την έκταση συμμετοχής των κοινωνών σε αυτό (ιδανικά μερίδια), ζητήματα που είναι προδικαστικά της επερχόμενης δικαστικής διάπλασης και ελέγχονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης οι αναιρεσείοντες με την από 25/2/1999 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας κατά των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου της περιγραφόμενης κοινής οικοδομής μετά των αναλογούντων ποσοστών επί του οικοπέδου της, που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο υπέρ το ισόγειο ορόφους με τον υπερκείμενο αυτών χώρο (αέρα), ζήτησαν, λόγω της άρνησης των αντιδίκων τους να προβούν στην εξώδικη διανομή, να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου με τη σύσταση χωριστών κατ' ορόφους οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατ' άρθρο 480Α ΚΠολΔ, ώστε να λάβει ο καθένας τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, τα περιγραφόμενα χωριστά μέρη του κοινού ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 63/1999 ήδη αμετάκλητη απόφαση του πιο πάνω πρωτοδικείου που την απέρριψε ως μη νόμιμη και, στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι υπάρχει δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση για το ανέφικτο της αυτούσιας διανομής, άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων την ένδικη, από 17/7/2008 αγωγή, με την οποία ζήτησαν την πώληση με πλειστηριασμό των δύο υπέρ το ισόγειο ορόφων μετά το δικαιώματος υψούν του προαναφερθέντος κοινού ακινήτου, ώστε από το πλειστηρίασμα να λάβει ο καθένας τους την αναλογούσα μερίδα του επί της διανεμητέας περιουσίας.
Η δεύτερη αυτή αγωγή απορρίφθηκε με την 94/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, την απόφαση δε αυτή, μετά την έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, επικύρωσε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Η επίδικη έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, ήτοι η δικαστική διανομή του επιδίκου κοινού ακινήτου, επί του οποίου έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, έχουν ήδη κριθεί από την προηγούμενη οριστική απόφαση (63/1999), η οποία, πλέον, έχει καταστεί αμετάκλητη και επομένως, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.
Σύμφωνα, άλλωστε και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο τρόπος, με τον οποίο πρόκειται να υλοποιηθεί η λύση της κοινωνίας δεν αποτελεί αίτημα της αγωγής για τη δικαστική διανομή κοινού ακινήτου, αλλά ανήκει στην εξουσία του αρμοδίου δικαστηρίου και εναπόκειται στην κυριαρχική δικανική του κρίση.
Συνακόλουθα η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επομένως η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη". Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε το νόμο με το να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου από την αμετάκλητη απόφαση (63/1999) που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς το εν γένει δικαίωμά τους για λύση της μεταξύ αυτών και των αναιρεσιβλήτων κοινωνίας με δικαστική διανομή του επίδικου κοινού ακινήτου, αφού η δίκη επί της αγωγής εκείνης είχε ως αντικείμενο το δικαίωμά τους για αυτούσια διανομή (με τη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών) επί ορισμένων μερών (υλικών αντικειμένων) του κοινού ακινήτου, ενώ αντικείμενο της παρούσας δίκης που ανοίχθηκε με τη δεύτερη (ένδικη) αγωγή είναι το δικαίωμα των αναιρεσειόντων για πώληση με πλειστηριασμό (εν μέρει) διαφορετικών μερών του πιο πάνω ακινήτου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ της αίτησης αναίρεσης για παραβίαση του δεδικασμένου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 111/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ