Legislator Case Law & Legislation
1926/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on marital property division but dismisses arguments regarding corporate share valuation.

Case Number 1926/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision on marital property division. The appellant argued for a specific valuation method for corporate shares, while the respondent contended that corporate assets belong to the legal entity, not individual partners. The court rejected the argument that the lower court erred in assessing evidence regarding corporate shares, ruling that such evidence is not subject to appellate review. However, the court found merit in the appellant's claim regarding the calculation of the spouse's contribution to post-marital asset increase, ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400 para. 1 of the Civil Code; Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot review the assessment of evidence regarding corporate shares in marital property disputes, but must examine claims based on the spouse's contribution to post-marital asset increase.

Keywords

AI generated
marital property division corporate share valuation appellate review of evidence spousal contribution legal personality of company remand for retrial mandatory law application

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 paragraph 1 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 758 paragraph 1 of the Civil Code
Article 759 of the Civil Code
Article 761 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1926 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1926/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2973/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3585/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, ως προς τουςδεύτερο, τρίτο ένατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγους και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο πλαίσιο της δικαστικής διαγνώσεως μιας διαφοράς η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μιας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάλειψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη της σημεία, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, ήτοι με προσφυγή σε άλλον κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μια περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει. Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο -αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο- τέταρτο κεφάλαιο του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.." Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας (δηλ.

κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενέστερου) και περιέχουσα, ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας.

Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρυθμίσεως, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σ' αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση. Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ, και ως εκ τούτου η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν τον γάμο.

Είναι όμως δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ελεύθερης συμβιώσεως συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των. Περαιτέρω κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο λήπτης υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σ' αυτόν από τρίτον χωρίς συμβατική υποχρέωση με συνέπεια να αποφύγει δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, προσλαμβάνοντας με σύμβαση εργασίας άλλον μισθωτό για την παροχή της ίδιας εργασίας, κάτω από τις ίδιες εν γένει συνθήκες, ωφελείται χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό της δαπάνης αυτής που απέφυγε και έχει υποχρέωση να το αποδώσει.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, ιστορούσε : Ότι από τον Αύγουστο του έτους 1971 έως την 17-11-1978 συμβίωσε με τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο σε "μόνιμη ελεύθερη ένωση" οπότε κατά την τελευταία αυτή χρονολογία τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο.

Ότι από τις αρχές του έτους 2001 βρίσκεται σε διάσταση με τον εναγόμενο. Ότι κατά τον χρόνο της ελεύθερης - χωρίς γάμο συμβίωσής της με τον εναγόμενο η περιουσία αυτού αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα ακίνητα τα οποία υπήρχαν κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής συνολικής αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 720.000 ευρώ και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου, αυτή - αναιρεσείουσα συνέβαλε, με την παροχή εκ μέρους της α) εργασίας στην κοινή κατοικία, β) εργασίας στις επιχειρήσεις του εναγομένου χωρίς αμοιβή και γ) με την παραχώρηση στον εναγόμενο εισοδημάτων της από μισθώματα ακινήτων της, αποτιμωμένων συνολικά στο ποσό των 435.880 ευρώ.

Επίσης ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η περιουσία του αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία (μετοχές ανώνυμης εταιρείας, διαμέρισμα) συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 1.924.366,59 ευρώ. Ότι στην επαύξηση αυτή της μετά το γάμο τους περιουσίας του συνέβαλε και η ίδια με την παροχή εκ μέρους της α) εργασίας στη συζυγικές κατοικίες (κύρια και εξοχική), β) εργασίας στις επιχειρήσεις του εναγομένου χωρίς αμοιβή και γ) με την παραχώρηση στον εναγόμενο εισοδημάτων της από μισθώματα ακινήτων της, αποτιμωμένων στο ποσό των 1.613.724,55 ευρώ συνολικά.

Ζητούσε δε: Α) όσον αφορά τα αποκτήματα του χρονικού διαστήματος της χωρίς γάμο συμβίωσής της με τον εναγόμενο, υπό την επίκληση αναλογικής εφαρμογής κυρίως της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ και επικουρικώς των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 435.880 ευρώ.

Β) Όσον αφορά τα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους (μετά παραδεκτό περιορισμό κατά ένα μέρος του αιτήματός της) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 700.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι αυτός οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 913.724,55 ευρώ. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, κατά μεν το πρώτο κεφάλαιό της ως μη νόμιμη κατά δε το δεύτερο ως αόριστη.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τα μετά τον γάμο των διαδίκων αποκτήματα, ενώ την επικύρωσε κατά τα λοιπά, κρίνοντας όπως και το πρωτοδικείο, την αγωγή κατά το πρώτο κεφάλαιο της, που αφορούσε αποκτήματα πριν από το γάμο των διαδίκων, νομικά αβάσιμη και κατά τις δύο βάσεις της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια εκ του άρθρου 1400 Α.Κ. βάση της αγωγής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ. 1, 5 παρ.1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8, 12, 14 της ΕΣΔΑ και 9 του "Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Αντιθέτως όσον αφορά την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η αγωγή είχε νομικό έρεισμα την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρ. 904 ΑΚ). Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως προς την βάση της αυτή, δεχθέν μάλιστα άνευ ετέρου και ως γενικό δεδομένο ότι "στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης ατόμων ετερόφυλων οι εκατέρωθεν παροχές γίνονται από ελευθεριότητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση και των διαδίκων χωρίς πρόθεση ανταλλάγματος", παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ κατά το βάσιμο περί τούτου, δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης . 2.

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983: Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή... Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου.

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης η συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα (περιουσιακής φύσεως) όπως είναι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις γεννημένες, εφόσον υπάρχει προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Περαιτέρω αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί στη θέση του υποκαθίσταται το προϊόν της εκποίησης. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου, μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ.

Υπό την προϋπόθεση ότι επήλθε περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχέρειας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400§1 εδ. β' ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως.

Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και να αποδείξει την γενομένη αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο .... στις 27 Οκτωβρίου 1978 , χωρίς να αποκτήσουν από το γάμο τους τέκνα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από το Νοέμβριο του έτους 1995...

Μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος ήταν κύριος μέτοχος της συσταθείσης δυνάμει του …/22.12.1998 συμβολαίου... ανωνύμου - εταιρείας με την επωνυμία " … με έδρα στην ... Επίσης κατά το έτος 1992 στον εναγόμενο περιήλθε ως τελευταίο υπερθεματιστή κατόπιν της .../24-6-1992 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένη Ραννοπούλου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό .../9-12-1992 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως....

κατά κυριότητα νομή και κατοχή αναφερόμενη αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία ήτοι το Γ-1 διαμέρισμα ...και αποκτήθηκε κατά τον πλειστηριασμό από τον εναγόμενο αντί τιμήματος 12.000.000 δρχ. ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν σε 9.877.013 δρχ. Εντός του διαστήματος τριετίας από την έναρξη της διαστάσεως των διαδίκων συζύγων και συγκεκριμένα στις 27/3/1997 με το υπ' αριθμό .../1997 συμβόλαιο...

ο εναγόμενος προήλθε στην πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος στα Άνω Πατήσια Αθηνών... αντί συνολικού τιμήματος από δραχμές 14.146.763, από το οποίο κατά τα συμφωνηθέντα από τους συμβαλλόμενους ποσό 4.146.763 δρχ. κατέβαλε η αγοράστρια στον εναγόμενο πωλητή σε μετρητά πριν από την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου αγοραπωλησίας και ποσό 10.000.000 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε είκοσι (20) εξαμηνιαίες άτοκες (και σε υπερημερία έντοκες) δόσεις από δραχμές 500.000 κάθε μία, από τις οποίες η πρώτη ορίσθηκε ότι θα καταβαλλόταν την 30-9-1997 και οι επόμενες θα καταβάλλονταν την αντίστοιχη ημερομηνία των επομένων κατά σειρά εξαμήνων, με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσεως στις 30-3-2007 παρεσχέθη δε στον άνω πωλητή από την αγοράστρια δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για όλο το οφειλόμενο ποσό ή μέρος τούτου επί του άνω διαμερίσματος με δαπάνες της αγοράστριας.

Εκτιμάται ότι ενόψει αυτού του τρόπου πληρωμής του τιμήματος για την πώληση αυτού του διαμερίσματος στην περιουσία του εναγομένου κατά την συμπλήρωση τριετίας από την έναρξη της χωριστής διαβίωσης των διαδίκων λόγω διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης των είχε περιέλθει και εξακολουθούσε να υπάρχει ποσό 5.646.000 δραχμών από την πώληση αυτού του περιουσιακού του στοιχείου.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται : "Από το ποσό των 5.646.000δρχ, που περιήλθε στον αντίδικο της από την εκποίηση του (σημ. διαμερίσματος) μέχρι τη συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης του διαδίκου εδικαιούτο αυτή τότε αναλογία ίση με τα 2/3 του εισπραχθέντος και ευρισκομένου στην περιουσία του εναγόμενου άνω ποσού ήτοι ποσό 3.764.000 δραχμών ....Το ποσό που εδικαιούτο η ενάγουσα ως αποδοτέα από τον σύζυγό της συμβολή από το μέρος του τμήματος που αυτός εισέπραξε από την πώληση του διαμερίσματος Γ-1 της πολυκατοικίας στην οδό ...

και διετηρείτο στην περιουσία του κατά την συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή έγγαμης συμβίωσης των είχε διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της έννομης προστασίας εν όψει και των ετών που παρήλθαν και των οικονομικών και νομισματικών μεταβολών που μεσολάβησαν, στο ποσό των 12.000ευρώ. Έτσι , όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή, στην επαύξηση ίσης περιουσίας του εναγόμενου, δεν πρέπει να συμπεριληφθεί και η απαίτηση αυτού, ως προς το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, από την πώληση του πιο πάνω αναφερόμενου διαμερίσματος, το οποίο μάλιστα (υπόλοιπο) είχε εξασφαλιστεί με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, παραβίασε, με βάση τι προεκτεθέντα, ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400ΑΚ.

Επομένως ο, από το αρθ. 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, όγδοος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, σε σχέση με τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου (βλ. σελίδες 28,30,31,32,35,42,και 45), μεταξύ άλλων, τα εξής: "Επίσης η ενάγουσα μετά την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο μετέβαινε ορισμένες μέχρι τέσσερις ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα αρχικά μέχρι το έτος 1980 σε κατάστημα επιχειρήσεως εμπορίας ανταλλακτικών αυτοκινήτων συμφερόντων του εναγομένου συζύγου της στην οδό ...

και στη συνέχεια στο κατάστημα της ομορρύθμου εταιρείας …στην οδό ... στον …μέχρι τα τέλη του έτους 1981 που μετασχηματίσθηκε σε ανώνυμη εταιρεία αλλά και αργότερα... Αραιότερα εμφανιζόταν η ενάγουσα μετά το έτος 1986 και μέχρι το έτος 1991 στα άνω καταστήματα των εταιριών στις οποίες κύριος μέτοχος ήταν ο εναγόμενος όπου παρέμεινε για μερικές ώρες.

Κατά τις ώρες παραμονής της σε αυτά τα καταστήματα...η ενάγουσα παρακολουθούσε την εργασία του προσωπικού που απασχολείτο σε αυτά και υποβοηθούσε στην προώθηση των εργασιών αυτών των εταιρειών ενώ κάποιες ημέρες καθόταν και κρατούσε κατά τις συναλλαγές το ταμείο. Σημειώνεται ότι στις άνω εταιρείες ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατά διαστήματα η ενάγουσα αφότου μετετράπησαν σε ανώνυμες.

Επίσης κατά το διάστημα που ανεγείρετο η κατοικία στον ... η ενάγουσα παρέμενε και παρακολουθούσε την εργασία των διαφόρων συνεργείων εκεί και συνεννοείτο με τον επιβλέποντα μηχανικό για την κατά τις απόψεις της εκτέλεση των διαφόρων κατασκευών. Όσον αφορά την εκτέλεση των πιο κουραστικών από τις οικιακές εργασίες περιστασιακώς υποβοηθείτο η ενάγουσα από κάποια γυναίκα που πήγαινε για να την βοηθήσει σε εργασίες καθαριότητας ενώ κάποιος εργάτης σε αραιά διαστήματα πήγαινε και έκανε εργασίες στο ακίνητο στη περιοχή …στους εξωτερικούς χώρους και στον κήπο.

Υπό τις άνω συνθήκες και ενόψει του ότι δεν βαρυνόταν η ενάγουσα με την φροντίδα και περιποίηση ετέρων ατόμων που να ήταν μέλη της οικογένειας των διαδίκων η απασχόληση της με τις οικογενειακές εργασίες που περιοριζόταν στην φροντίδα της συζυγικής κατοικίας και στην περιποίηση του συζύγου της καθώς και των ζώων (σκυλιών) που είχαν στο ακίνητο στον ...

περιοχής …δεν υπερέβαινε, αποτιμωμένη σε χρήμα το ποσό των ευρώ 600 ανά μήνα κατά μέσο όρο όλο το διάστημα που διήρκεσε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες. Αντίθετα, η ανωτέρω προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας σε καταστήματα οικογενειακών επιχειρήσεων και για την παρακολούθηση των εργασιών ανεγέρσεως οικοδομής σε ακίνητο της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας στα …υπερέβαινε το μέτρο συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες και η εργασία αυτή της ενάγουσας συνέβαλε αμέσως στην αύξηση της περιουσίας των άνω εταιρειών εμμέσως δε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ως κυρίου εταίρου και στη συνέχεια κυρίου μετόχου αυτών.

Η παροχή αυτών των υπηρεσιών από την ενάγουσα είναι αποτιμητή σε χρήμα και συνέβαλε σε επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τον άνω τρόπο κατά το ποσό των ευρώ 60.000 για το διάστημα από Νοέμβριο 1978 μέχρι και το έτος 1986 και κατά το ποσό των ευρώ 30.000 για το διάστημα από το έτος 1987 μέχρι και το έτος 1991.

Πέραν αυτών στο όνομα της ενάγουσας είχαν αγορασθεί προ του γάμου της με τον εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθμό .../23.12.1976 συμβολαίου... κατ' επικαρπία εφόρου ζωής της το ....κατάστημα (ακολουθεί περιγραφή ακινήτων )...Την διαχείριση των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα και αγοράσθηκαν υπό κατασκευή είχε αναθέσει αυτή στον εναγόμενο και από αυτόν, εκτός από το διαμέρισμα του 6ου ορόφου που εχρησιμοποιείτο ως συζυγική κατοικία μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των στα μέσα του Νοεμβρίου 1995.

Είχαν εκμισθωθεί οι λοιποί χώροι του άνω ακινήτου που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα....Επί πλέον για το διάστημα από 25-9-2003 μέχρι 31-3-2006 μισθώθηκε το δικαίωμα χρήσης της ταράτσας του κτιρίου στην οδό ... στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας "STET HELLAS Α.Ε.Β.Ε." αντί ετησίου μισθώματος από 14.000 ευρώ, προσαυξανόμενου ανά έτος κατά το κόστος τιμαρίθμου πλέον μίας ποσοστιαίας μονάδος.

Κατά τα αναφερόμενα στις προσκομιζόμενες δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υποβάλλονταν από τους διαδίκους με ευθύνη και επιμέλεια του εναγομένου ως προς την κατάρτιση και υποβολή των για τα έτη από το 1978 και μέχρι και το έτος 2004, το ετήσιο μίσθωμα από την εκμίσθωση των άνω πλην του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου λοιπών χώρων της οικοδομής στην οδό …στις προαναφερθείσες εταιρείες ανήλθε...(ακολουθεί αναφορά των μισθωμάτων κατ' έτος ) Τα ποσά αυτά των μισθωμάτων τα εισέπραξε ο εναγόμενος ...

Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα κατέβαλλε σ' αυτήν ο εναγόμενος κάθε μήνα σε λογαριασμό καταθέσεων της στην Εμπορική Τράπεζα ποσό 500.000 δραχμών και το ισόποσο αυτών σε ευρώ από την καθιέρωση του τελευταίου ως εθνικού νομίσματος στις συναλλαγές... Η ενάγουσα αποδέχθηκε την καταβολή του εν λόγω ποσού κάθε μήνα από 16-11-1995 και μετά και δεν αντέδρασε στην εξακολούθηση χρήσης των χώρων της πολυκατοικίας επί της οδού ...

αριθμός … από την εταιρεία ΑΛΦΑ ΑΕ και την είσπραξη των μισθωμάτων από τον εναγόμενο εν όψει και της παραχωρήσεως σ' αυτήν της χρήσεως της κατοικίας στο αγροτεμάχιο στην περιοχή ... στα .., κυριότητος της εταιρείας ΑΛΦΑ Α. Ε. Κατ' ακολουθίαν τα ποσά των μισθωμάτων που εισέπραξε ο εναγόμενος κατά'το διάστημα από την τέλεση των γάμων των μέχρι την 15-11-1995 ως διαχειριζόμενος τους χώρους και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν κατ' επικαρπία στην ενάγουσα και από την εκμίσθωση αυτών ανήλθαν σε 9.753.000 δρχ...

Με βάση τα παραπάνω η πραγματική αξία της μετοχής της εταιρείας ΑΛΦΑ Α.Ε. κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής ήταν 2,5 ευ ρω για κάθε μια ... Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων και μετ' αφαίρεση από την ανωτέρω περιουσία που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, της αξίας της περιουσίας που είχε αποκτήσει πριν από το γάμο τους ήτο ....(ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων)....συνολικής αξίας όλων αυτών των κατά ψιλή κυριότητα ανηκόντων στον εναγόμενο οριζοντίων ιδιοκτησιών επί της πολυόροφου οικοδομής στην οδό ...

αριθμ… κατά την άσκηση της αγωγής 700.000 ευρώ, ο εναγόμενος που αμφισβητεί την έκταση της συμμετοχής της αντιδίκου του στην απόκτηση εκ μέρους του περιουσιακών στοιχείων διαρκούσης της εγγάμου συμβιώσεως των θεωρώντας αυτήν μηδενική και ότι σε κάθε περίπτωση η συμβολή της ήταν μικρότερη του από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμαιρόμενου ποσοστού συμβολής της, οφείλει μετά παραδοχή του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του ως ουσιαστικά βάσιμου, στην ενάγουσα για την συμβολή της στην κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των απόκτηση εκ μέρους του 500 από τις μετοχές της ανωνύμου εταιρείας ΑΛΦΑ....

το ποσό των ευρώ 1250 (500 Χ 2,5) και από το αποτελούν επαύξηση της περιουσίας του εξακολουθούν να περιλαμβάνεται σ' αυτήν ποσό από το μέρος του τιμήματος που έλαβε αυτός από την πώληση και μεταβίβαση του επί της οδού ... αριθμ. …στα …διαμερίσματος τρίτου ορόφου πριν τη συμπλήρωση τριετίας από τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων και μέχρι την 15-11-1998, ποσό 12.000ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 13.250 ευρώ.

Κατά το ποσό αυτό που είναι μικρότερο από το καταψηφιστικώς ζητούμενο από την ενάγουσα πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσία..." Με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το δικαστήριο τούτο ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθά η διάταξη αυτή, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η συμβολή της ενάγουσας στα μετά το γάμο αποκτήματα του εναγομένου από τη χωρίς αμοιβή εργασία της στις επιχειρήσεις του ενάγοντος, ανέρχεται στο ποσό των 90.000 ευρώ και από την παραχώρηση στον εναγόμενο των μισθωμάτων των ακινήτων της στο ποσό των 28.622,16 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 118.622,16 ευρώ, τελικά επιδικάζει στην ενάγουσα το ποσό των 13.250 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζει και να δικαιολογεί πως τελικά η συμβολή που δέχτηκε πιο πάνω μειώθηκε σε επιδικαζόμενη οφειλή 13.250 ευρώ.

Επομένως όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους σχετικούς από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, ένατο και δέκατο τρίτο λόγους της αναίρεσης αντίστοιχα είναι βάσιμα. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα κατέληξε στην κρίση το Εφετείο " ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη από το Νοέμβριο του έτους 1995, διότι εάν είχε εκτιμήσει ορθά τις αποδείξεις θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διάστασή τους επήλθε το 2001 γεγονός που θα είχε ουσιώδη επίδραση ως προς την επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου καθώς και στην συμβολή της επί της περιουσίας αυτής.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση παραβάσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων.

Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία με νομική προσωπικότητα δεν παρέχει σε αυτόν κανένα δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επί μέρους στοιχείων που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία αλλά ποσοστό οικονομικής συμμετοχής επί της εταιρικής περιουσίας ως χωριστής (αυτοτελούς) ομάδας. Από αυτό παρέπεται ότι ο υπόχρεος σύζυγος που έχει αποκτήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα εταίρου προσωπικής εταιρείας με νομική προσωπικότητα, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ' ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική περιουσία του ως μετόχου ή εταίρου, δηλαδή η οικονομική συμμετοχή του και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής, καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής του καθαρά κέρδη και μόνον επ' αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει και επί συμβολής στην απόκτηση μετοχών, οπότε δύναται να ζητηθεί μέρος αυτών, ή μέρος της αξίας τους. Επομένως ο έβδομος λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια επειδή έλαβε υπόψη την ονομαστική αξία της μετοχής και όχι την πραγματική, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα κατ' ιδίαν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας (κτήρια κλπ) που συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρείας είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω ως βασίμων κριθέντων λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επικουρική βάση του Α κεφαλαίου της αγωγής που αφορά τις πριν από το γάμο των διαδίκων αξιώσεις της ενάγουσας καθώς και κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον καθορισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους ενώ, κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα των μη ερευνηθέντων αναιρετικών λόγων. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3585/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ