Legislator Case Law & Legislation
1925/2024 AI generated

1925/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1925/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1925/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 5-1-2024 και επίδοση αυτών στις 5-1-2024 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την με αριθ. ...-2024 έκθεση πίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.

Keywords

AI generated
integration into employment rights and obligations of staff personnel policy contract staff employment status taking up gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1925 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Σκόρδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1570/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1272/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-5-2022 αίτησή του και τους από 4-1-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαλαματένια Κουράκου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31 Μαΐου 2022 και με αριθ. κατάθ. 4304/465/31-5-2022 αίτηση και με τους από 4 Ιανουαρίου 2024 και με αριθ. κατάθ. 3/5-1-2024 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 1272/14-11-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα από 2 Σεπτεμβρίου 2020 με αριθ.

κατάθ. 60021/483/3-9-2020 έφεση κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 1570/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 20 Νοεμβρίου 2015 με αριθ.κατάθ. 107311/3874/26-11-2015 αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση στις 14-3-2022 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 31-5-2022 και δεν προκύπτει από την έρευνα του φακέλλου, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 5-1-2024 και επίδοση αυτών στις 5-1-2024 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την με αριθ. ...-2024 έκθεση πίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι.

Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 6ης-2-2024 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), ισχύοντος από 1-1-2022 κατ' άρθρο 120 αυτού).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και αφού συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στα ως άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 4 παρ.1, 3, 4 και 8, 5 παρ.1, 3 και 5, 6, 22 παρ.1, 2 και 3, 23 παρ. 1,2 και 3 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ.1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.

Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.

Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για τη πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.

Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Μισθολογικές προαγωγές ενεργούνται κάθε φορά μόνο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός.

Η μισθολογική προαγωγή γίνεται μετά τη συμπλήρωση τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ο δε μισθωτός παραπέμπεται προς κρίση, εφόσον συμπληρώνει την τριετία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του χρόνου κρίσης. Για οποιαδήποτε μισθολογική προαγωγή εντός της ίδιας βαθμίδας απαιτείται ο μισθωτός, εκτός από τις λοιπές προϋποθέσεις, να έχει και τα τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα προσόντα και υπηρεσιακή επίδοση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της επιχείρησης, ενώ για την προαγωγή σε ανωτέρα βαθμίδα απαιτείται επιπροσθέτως όπως υφίσταται κενή οργανική θέση και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση που υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχείρησης, κατά την αιτιολογημένη κρίση των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 22 οργάνων.

Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ' ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό. Για τη πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στη παρ.5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις.

Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από τη κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής όπου μετατάσσεται. Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσης, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή.

Με την από 28.2.1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για του όρους αμοιβής και εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ" (πρακτικό κατάθεσης Υπ. Εργασίας 22/7.3.1990, πράξη κατάθεσης Ειρηνοδικείου Αθηνών 13/28.3.1990), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 227), έλαβε χώρα από 1.1.1990 ανακλιμάκωση της μισθολογικής εξέλιξης του ήδη υπηρετούντος στην ΔΕΗ τακτικού προσωπικού σε συνάρτηση με τη στάθμη του τίτλου σπουδών, εφόσον ο εν λόγω τίτλος απαιτείτο ως τυπικό προσόν για τη πρόσληψη, ένταξη, μισθολογική εξέλιξη ή μετάταξη στην κατηγορία στην οποία βρίσκεται κάθε τακτικός μισθωτός την υπόψη ημερομηνία.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.

Η υποχρέωση αυτή της ΔΕΗ που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με την μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 244/2013, ΑΠ 1151/2007, ΑΠ 185/2005).

Περαιτέρω, όμως από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και τη κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1252/2008).

Απαραίτητη δε για την ένταξη είναι η συνδρομή των κατ' άρθρο 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ τυπικών προϋποθέσεων με βάση την ιδιότητα και την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε ως έκτακτος και το είδος της μέχρι την ένταξη απασχόλησής του, εφόσον η πρόσληψή του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης, και όχι με βάση τα κατά τους τίτλους των σπουδών του τυχόν συντρέχοντα κατά το χρόνο της πρόσληψής του υπέρτερα τυπικά προσόντα του, τα οποία είναι καθοριστικά της ένταξής του, με την συνδρομή και των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ, μόνον όταν αυτός γνωστοποίησε κατά την πρόσληψή του τα υπέρτερα τυπικά προσόντα του στην επιχείρηση και η τελευταία αυτή έκτοτε και για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το χρόνο της ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της τον απασχόλησε σε εργασία διάφορη από εκείνη για την οποία τον προσέλαβε, προς εκτέλεση της οποίας ήταν αναγκαία τα κατεχόμενα από τον έκτακτο μισθωτό υπέρτερα τυπικά προσόντα (Ολ.

ΑΠ 4/2007, ΑΠ 47/2017, AΠ 2089/2014, 210/2014, 696/2010).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020). Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 1471/2022, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1620/2022, 1471/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2018, ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 550/2017).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1370/2023, AΠ 49/2013). Ακόμη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι περιεχόμενοι στο δικόγραφο της αναίρεσης λόγοι, που πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013). Επίσης, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1449/2019).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται, υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας, η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20 Νοεμβρίου 2015 με αριθ.κατάθ. 107311/3874/26-11-2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε τα εξής: Ότι προσλήφθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (Δ.Ε.Η.

Α.Ε.) με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου ημερομίσθιου προσωπικού, στην κατηγορία του εργάτη (ΓΥ5) του ΚΚΠ/ΔΕΗ και εργάστηκε με ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ΑΗΣ Αλιβερίου, ως εργάτης. Ότι η τελευταία από 4-11-1992 σύμβασή του μετατράπηκε στις 21-9-1993 σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου βάσει της υπ' αριθμ. 295/1993 απόφασης του Δ.Σ.

της ΔΕΗ με την ειδικότητα του εργάτη ΓΥ5 στον ΑΗΣ Αλιβερίου και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 12. Ότι, με την 3360/1-7-1997 εγκριτική απόφαση της ΔΕΗ, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και συγκεκριμένα στον κλάδο Γενικών Υπηρεσιών στην κατηγορία 5 (Γ'Υ5) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, με ημερομηνία ένταξης από 1-7-1997 ενώ, ακολούθως, με την 55843/12-6-2000 απόφαση της ΔΕΗ, μετατάχθηκε στην κατηγορία ειδικότητα Τ4/Γ της υπηρεσίας Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και εξοπλισμού.

Ότι, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη τον προσέλαβε ως εργάτη στον κλάδο των Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών (ΓΎ), στον οποίο περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες) με τυπικό προσόν ένταξης απολυτήριο δημοτικού σχολείου και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 12, εντούτοις, εξ αρχής, όλα αυτά τα χρόνια και μέχρι και την άσκηση της αγωγής, τον χρησιμοποίησε και εξακολουθεί να τον χρησιμοποιεί ως Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών στον ΑΗΣ Αλιβερίου, επειδή αυτός (ενάγων) διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία γνώριζαν τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης ΔΕΗ, καθώς, κατά τη μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου, με την υπ' αριθμ. 295/14.9.1993 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγόμενης, είχε ήδη καταθέσει όλα τα σχετικά έγγραφα και δικαιολογητικά, από τα οποία αποδεικνύονταν τα τυπικά και ουσιαστικά του προσόντα και συγκεκριμένα απολυτήριο ιδιωτικού Λυκείου, πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής του τμήματος Ηλεκτρονικών και δη των Ραδιοηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων, καθώς και άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη.

Ότι τα ανωτέρω πιστοποιητικά ο ενάγων τα κατέθεσε προκειμένου να καταταγεί από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασής του και ειδικότερα από τις 21-9-1993, στην κατηγορία Τ4/Γ (Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού) και στο μ.κ. 10 της κατηγορίας αυτής (Τ4/Γ), έτσι ώστε εν συνεχεία να προαχθεί την 1-10-1995 στο μ.κ. 9, την 1-1-1998 στο μ.κ.8, την 1-1-2001 στο μ.κ. 7, την 1-1-2004 στο μ.κ. 6, την 1-1-2007 στο μ.κ. 5, με ημερομηνία μελλοντικής προαγωγής του στο επόμενο μ.κ.

την 1-1-2010. Ότι, όμως, αντιθέτως με την κατά τα ανωτέρω κατάταξή του, βρίσκεται στο μ.κ. 7, ενώ έπρεπε να κατέχει το μ.κ. 5 από την 1-1-2007 και να εισπράττει τις αντίστοιχες, προβλεπόμενες από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ αποδοχές του προαναφερόμενου κλιμακίου. Ότι, η εναγόμενη ΔΕΗ αρνείται, αφενός μεν να του αναγνωρίσει ως χρόνο κατάταξής του στην εν λόγω κατηγορία τον χρόνο κατάθεσης και γνωστοποίησης του πτυχίου του, κατά το χρόνο πρόσληψής του, δηλαδή, στις 14-9-1993, αφετέρου δε, να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές χρονικού διαστήματος από τις 21-9-1993 έως τις 31-12-2008, συνολικού ποσού 44.008,85 ευρώ, που προκύπτουν από την παράλειψη της ορθής κατάταξής του και της μετά ταύτα μισθολογικής του εξέλιξης.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά την ένταξή του το έτος 1997 στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης, ενώ υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατάλληλη κατηγορία (Τ4/Γ και στο μ.κ. 10), για την οποία είχε τα τυπικά προσόντα, η εναγόμενη δεν τον ενέταξε, αθετώντας την συμβατική υποχρέωσή της, για την κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής, κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 288 ΑΚ, ενώ τόσο η ένταξή του στην κατηγορία ΓΎ/5 όσο και η συνεπεία αυτής τοποθέτησή του κατά την ένταξή του στο 12ο μ.κ.

είναι απολύτως παράνομες και γενόμενες κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγόμενης ως εργοδότιδας. Ότι επιπλέον η μη προσήκουσα κατάταξή του, την οποία ο ίδιος αποδίδει σε υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων της εναγόμενης ΔΕΗ, συνιστά παράλληλα και αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας και προσβολή της προσωπικότητας του, συνεπεία της οποίας ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το αιτούμενο με την αγωγή ποσό.

Ότι, τα ποσά που θα κριθεί ότι του οφείλονται για τις ανωτέρω αιτίες, πρέπει να του επιδικαστούν με τους αναλογούντες τόκους τόκων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 296 του ΑΚ, συνιστώντας παρεπόμενες απαιτήσεις του. Ότι, επειδή η με ημερομηνία 26-4-2009 και με αριθ. καταθ. 68078/1993/2009 προηγουμένως ασκηθείσα, ομοίου περιεχομένου, αγωγή του απορρίφθηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. 2222/26-5-2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως αόριστη, επανασκεί την αγωγή αυτή, κατά τα προβλεπόμενα στην διάταξη του άρθρου 263 του ΑΚ.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε κατόπιν παραδεκτού περιορισμού των αγωγικών αιτημάτων, από καταψηφηστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει α) το συνολικό ποσό των 44.008,85 ευρώ, ως προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τα δε επί μέρους αιτούμενα αγωγικό κονδύλια με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μηνιαίου μισθού, επικαλούμενος τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, έχοντας σαν κύρια βάση της αγωγής του τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, επικουρικά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών [914 επ.

ΑΚ] και επιβοηθητικά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό [904,938 ΑΚ] και β) το επιπλέον ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του, μέχρι την πλήρη εξόφλησή του και γ) να επιδικαστούν σ' αυτόν (ενάγοντα) οι αναλογούντες τόκοι τόκων από την συμπλήρωση έτους από την επίδοση της πρώτης, ανωτέρω αναφερόμενης, αγωγής του, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 30-12-2009 σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αιτητικό της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθμό 1570/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το αίτημα ανατοκισμού των αναλογούντων τόκων υπερημερίας και στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι κατά τα λοιπό αιτήματά της και ειδικότερα τα αιτήματα επιδίκασης μισθολογικών διαφορών ως προς όλες τις βάσεις της [κύρια και δύο επικουρικές] και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ένεκα της αδικοπραξίας, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, απέρριψε αυτήν [αγωγή] ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της και, επίσης, σιωπηρά το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 2-9-2020 έφεσή του, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού απορρίφθηκε ο περί αοριστίας της αγωγής σχετικός ισχυρισμός της εφεσίβλητης, απορρίφθηκε ο δεύτερος λόγος της έφεσης, που αφορούσε την απόρριψη με την εκκαλούμενη απόφαση του αγωγικού αιτήματος για την επιδίκαση των αναλογούντων τόκων υπερημερίας για το κάθε επί μέρους ποσό από τότε που κατέστη απαιτητό, μέχρι την εξόφληση, με ανατοκισμό των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της προηγουμένως ασκηθείσας και αναφερόμενης ανωτέρω αγωγής, διότι το αίτημα αυτό είναι αόριστο, ακολούθως έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως αβάσιμη.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο,συνεκτιμώντας όλα τα αποδειτικά μέσα που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 2031/10-2-2017 και 2043/10-2- 2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντα, (ήτοι των Γ. Α. και Ι. Δ.) και όλα τα έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [στα οποία περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εκκαλούντα- ενάγοντα με αριθμούς ...

και ...-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Β. Π. και Γ. Α., και με αριθμούς ...-2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας των μαρτύρων Π. Ρ., Σ. Ρ. και Χ. Μ., δοθείσες για άλλη δίκη, που δεν θεωρούνται στην παρούσα δίκη ως ιδιαίτερα και αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, αλλά ως έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και οι προσκομιζόμενες πολιτικές αποφάσεις Δικαστηρίων (μεταξύ των οποίων η 50/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε ως αόριστη την προηγούμενη ως άνω αγωγή του ενάγοντα και το δικόγραφο της αγωγής εκείνης, την 2222/2015 αμετάκλητη απόφαση αυτού του δικαστηρίου που επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, καθώς και την 1403/2020 απόφαση αυτού του δικαστηρίου που έκρινε επί παρόμοιου περιεχομένου αγωγής συναδέλφου του εκκαλούντα κατά της εφεσίβλητης ΔΕΗ )], όπως μερικά των εγγράφων αυτών αναφέρονται ιδιαίτερα παραπάνω (ή και παρακάτω), χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών Β.

Χ., γεννηθείς το έτος 1962, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", αρχικά στις 8-6-1981 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως έκτακτο ημερομίσθιο προσωπικό, με την ειδικότητα του εργάτη, για την κάλυψη σχετικών με την ειδικότητα που προσλήφθηκε αναγκών της ΔΕΗ, ενώ ακολούθησαν διαδοχικές ταυτόσημου χαρακτήρα συμβάσεις εργασίας έως 20-9-1993.

Στις 21.9.1993 η τελευταία, υφιστάμενη τότε από 4-11-1992 σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε βάσει της υπ' αρ. 295/93 απόφασης του Δ.Σ. της ΔΕΗ σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για το λόγο δε αυτό, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σχετικό συμφωνητικό, στο 1ο άρθρο του οποίου αναφέρεται ότι "Ο Εργοδότης μετατρέπει, βάσει της 295/14.9.1993 απόφασης του Δ.Σ./ΔΕΗ, την υφιστάμενη από 4.11.1992 σύμβαση απασχόλησης, με το μισθωτό, σε Σύμβαση Εργασίας Αορίστου Χρόνου και συνεχίζει να τον απασχολεί, από 21.9.93, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 42 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, για να εκτελεί καθήκοντα εργάτη στον ΑΗΣ Αλιβερίου", στο άρθρο 2 ότι "ο μισθωτός δηλώνει ρητά ότι έλαβε πλήρη γνώση των καθηκόντων του που αντιστοιχούν στην παραπάνω κατηγορία, όπως και των συνθηκών εκτέλεσης αυτών και ότι, έχοντας τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αναλαμβάνει να εκτελεί τα καθήκοντα αυτά κατά τρόπο πλήρως ικανοποιητικό σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τον Κανονισμό του Εργοδότη και τις ρυθμίσεις, εγκυκλίους, αποφάσεις και οδηγίες των οργάνων αυτού, όπως αυτές ισχύουν, ή θα ισχύουν στο μέλλον", έτι δε περαιτέρω στο άρθρο 3 αναφέρεται ότι "Η παρούσα σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις της Εργατικής νομοθεσίας και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 και 42 παραχ. 1,2,3, και 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και συνεπώς αποκλείεται δικαίωμα του μισθωτού για ένταξη στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, αφού μάλιστα δεν συγκεντρώνει την οριζόμενη από το άρθρο 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ προϋπόθεση της ηλικίας μέχρι 30 ετών" και στο άρθρο 4 ότι "Ο μισθωτός θα παίρνει για την κανονική (νόμιμη) παροχή των υπηρεσιών του, ως μηνιαίο μισθό το ποσό των δρχ.

που αντιστοιχεί στο 12 μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού Προσωπικού." Η ως άνω μετατροπή της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντα, δεν επέφερε διαφοροποίηση ως προς την απασχόλησή του, αφού συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης, ειδικότητα με την οποία ήδη απασχολούνταν ως έκτακτος ημερομίσθιος (08.06.81-20.09.93).

Στις 4.5.1994 ο εκκαλών απολύθηκε σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 28 Α του ν. 2190/1994. Επανήλθε ωστόσο στην υπηρεσία από 2-8-1994 σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 128971994 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησής του (εκκαλούντα) για την προσωρινή απασχόλησή του. Ακολούθως δε, ενώ εκκρεμούσε η κύρια αγωγή του, υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων, μετά την έκδοση της σχετικής υπ' αριθμ. 14/18.2.1997 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης, το από 3.6.1997 συμφωνητικό επανόδου του εκκαλούντα, ως εκτάκτου προσωπικού στην υπηρεσία της ΔΕΗ, στην κατηγορία Εργατών και στο μ.κ. 12, θεωρηθείσας της από 21.9.1993 σύμβασης, που προαναφέρθηκε, ως έγκυρης, ισχυρής και μηδέποτε λυθείσας.

Ο δε χρόνος εκτός ΔΕΗ παραμονής του και ο χρόνος της προσωρινής απασχόλησής του σε αυτή σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, υπολογίστηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και ασφάλισης στην εφεσίβλητη, χωρίς δικαίωμα απόληψης αναδρομικά των αποδοχών του για τον εκτός Δ.Ε.Η. χρόνο και χωρίς το δικαίωμα του τιμολογίου προσωπικού για το μέχρι την υπογραφή του συμφωνητικού χρονικό διάστημα.

Με τον όρο 2.2 του συμφωνητικού ορίστηκε ότι μετά τη συμπλήρωση διετούς πραγματικής υπηρεσίας από της συμβάσεως μετατροπής [21-9-93] ή της αρχικής σύμβασης που συνάφθηκε κατά την περίοδο από 9-9-93 έως 15-11-93, εφόσον ο εκκαλών πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, θα ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της εφεσίβλητης καθώς και ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας πριν από τη σύμβαση μετατροπής ή την αρχική πρόσληψή του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, που διανύθηκε με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου, διάρκειας μικρότερης του έτους ή χωρίς διακοπή προσμετράται για την προαγωγική και μισθολογική εξέλιξή του, όχι, όμως, και για την συμπλήρωση της προς ένταξη διετίας.

Από την πλευρά του, ο εκκαλών, με τον υπ' αριθμ. 2.3 όρο του ως άνω συμφωνητικού δήλωσε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι αποδέχθηκε πλήρως, ρητά και ανεπιφύλακτα τους όρους του συμφωνητικού επανόδου. Έτσι ο εκκαλών θεωρήθηκε προσληφθείς στο μ.κ. 12, το οποίο σύμφωνα με την παράγραφο 4.ΣΤ. 17 του άρθρου 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ - όπως αυτό ίσχυσε μετά την τροποποίησή του, με την παράγραφο 3 του Κεφαλαίου Α της από 28.2.90 ΕΣΣΕ/Προσωπικού ΔΕΗ - έχει οριστεί ως εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο, για τους μισθωτούς της ΓΥ5 Κατηγορίας [ Εργατών], οι οποίοι πρέπει να είναι κάτοχοι απολυτηρίου εξατάξιου δημοτικού σχολείου ή απολυτηρίου γυμνασίου ή ενδεικτικού Γ' Τάξης, εξατάξιας Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης.

Περαιτέρω και αφού συμπληρώθηκε το απαιτούμενο χρονικό διάστημα δοκιμαστικής υπηρεσίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΔΕΠ/φ.824/ 3258/30-6-1997 απόφασης των αρμοδίων οργάνων της εφεσίβλητης, αποφασίστηκε η ένταξη του εκκαλούντα στο τακτικό προσωπικό της, από 1.7.1997 και κατατάχθηκε αυτός στον κλάδο γενικών εργατών, στην κατηγορία ΓΥ5 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, εισαγωγικό της κατώτερης βαθμίδας, από 1.1.1997, όπως επιτάσσουν ο ΚΚΠ/ΔΕΗ (άρθρα 2, 4, 5, 6 και 42) και οι βάσει αυτού ισχύουσες υπηρεσιακές ρυθμίσεις της ΔΕΗ ("Κωδικοποίηση οδηγιών για την ένταξη των μισθωτών στο τακτικό προσωπικό" ΔΠΡΣ/54457/07.05.97, Κεφ.

A & Ε), με ταυτόχρονη προαγωγή στο μισθολογικό κλιμάκιο 11, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και λόγω αναγνώρισης χρόνου προϋπηρεσίας (παρ.9 ΕΣΣΕ 1989), με την επισήμανση στο έγγραφο γνωστοποίησης της ένταξης ότι οι οικονομικές συνέπειες της παραπάνω μεταβολής αρχίζουν να καταβάλλονται για το μισθολογικό κλιμάκιο 11 από 1.1.1995, με ημερομηνία μελλοντικής κρίσης του εκκαλούντα για προαγωγή στο μ.κ 10 την 16-12-1997. [ βλ.

το με αριθμ. ΔΕΠ/Φ824/4437/7-8-1997 έγγραφο της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης- Παραγωγής της ΔΕΗ σε συνδυασμό με το ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων της ΔΕΗ που προσκομίζονται από την εφεσίβλητη]. Κατά της, ως άνω, ένταξης ο εκκαλών, όχι μόνο δεν προσέφυγε στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο κρίσεως, ως είχε δικαίωμα, αλλά αντιθέτως, υπέγραψε δήλωση αποδοχής ένταξης, σύμφωνα με το με αριθμό ....1997 έγγραφο της τομεάρχη διοικητικού - οικονομικού της εφεσίβλητης.

Μετά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό ο εκκαλών εξακολούθησε να παρέχει υπηρεσίες εργάτη ΓΥ5 στον ΑΗΣ Αλιβερίου και στις 1-8-1999 μετατάχθηκε στην κατηγορία/ειδικότητα Τ4/Γ (Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού), στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο με την υπ' αριθμ. ΔΠΡΣ/φ.826/2114/6.7.1999 εγκριτική απόφαση της εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από το ΔΠΡΣ/φ.826/ 1614/5.6.2000 έγγραφο της διεύθυνσης προσωπικού της τελευταίας.

Από τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ένταξη του εκκαλούντα, από 1.7.1997, στον κλάδο Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών (ΓΎ) στην κατηγορία ΓΎ5 (εργάτες) και στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, καθόσον έγινε με βάση την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε ως έκτακτος μισθωτός και το είδος της μέχρι την ένταξη απασχόλησής του, διότι η πρόσληψή του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της ΔΕΗ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όλες τις προαναφερόμενες συμβάσεις, η πρόσληψη του εκκαλούντα, ως έκτακτου μισθωτού και η μετέπειτα μετατροπή από 21-9-1993 της υφιστάμενης τότε σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, έγιναν για την παροχή από μέρους του κάθε μορφής και είδους υπηρεσιών εργάτη προς κάλυψη των αντίστοιχων αναγκών της επιχείρησης της ΔΕΗ και, υπό την ειδικότητα αυτή, αποδείχθηκε ότι πράγματι απασχολήθηκε καθ' όλα τα προαναφερόμενα, από την αρχική πρόσληψη μέχρι την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, χρονικά διαστήματα, καθώς και από το Χρόνο ένταξής του στο τακτικό προσωπικό και μέχρι τη μετάταξή του στον κλάδο Τεχνικών στην κατηγορία Τ4/Γ (τεχνικοί εν γένει).

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι από την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασής του [21-9-1993] και μέχρι την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ ασκούσε αποκλειστικά και μόνο καθήκοντα Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών στον ΑΗΣ Αλιβερίου, τα οποία εξακολουθούσε να ασκεί και μετά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, δοθέντος και του ότι ήδη πριν την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασής του [21-9-1993] ήταν κάτοχος τυπικών προσόντων απολυτηρίου ιδιωτικού Λυκείου, πτυχίου Μέσης Ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής του τμήματος Ηλεκτρονικών και δη των Ραδιοηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων, καθώς και άδειας άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη και, για το λόγο αυτό, όφειλε η εφεσίβλητη να τον υπαγάγει από την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασής του [21-9- 1993] ως έκτακτου στο μ.κ. 10 της Τ4/Γ (Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού), για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα με εκείνα του κλάδου κατηγορίας Τ4/Γ, με αντίστοιχη αναπροσαρμογή της μισθολογικής του εξέλιξης και στη συνέχεια να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό στον κλάδο και στην κατηγορία (Τ4/Γ), κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε η επικαλούμενη απασχόληση.

Στο σημείο αυτό πρωτίστως πρέπει να αναφερθεί ότι η ένταξη στην επικαλούμενη κατηγορία και κλιμάκιο που διώκει ο εκκαλών ήδη από το χρόνο της μετατροπής της σύμβασής του [21-9-1993] ως έκτακτου, δεν βρίσκει έρεισμα στις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ διότι οι κατηγορίες και τα κλιμάκια προβλέπονται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ μόνο για το τακτικό προσωπικό και επομένως δεν είναι νοητή ένταξη στην αντίστοιχη κατηγορία και κλιμάκιο και των έκτακτων μισθωτών, όπως ήταν ο εκκαλών.

Για το λόγο αυτό το ζήτημα της κατάταξης του εκκαλούντα κατά το χρόνο της μετατροπής της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου, ερευνάται από το δικαστήριο στα πλαίσια της επικαλούμενης από αυτόν υποχρέωσης της εφεσίβλητης ΔΕΗ να προσλάβει τον εκκαλούντα ως έκτακτο για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα με εκείνα του κλάδου-κατηγορίας Τ4/Γ και όχι για να ενταχθεί ως έκτακτος στην κατηγορία αυτή.

Ωστόσο ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα αποδείχθηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εκκαλών μισθωτός γνώριζε εξαρχής την κατηγορία στην οποία προσλήφθηκε και τις ανάγκες που θα καλύψει, δεδομένου ότι η κατηγορία απασχόλησής του καθώς και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, του γνωστοποιήθηκαν αρχικά με τις συμβάσεις εργασίας του και τη μετέπειτα από 21-9-1993 μετατροπή της "τελευταίας σύμβασης ορισμένου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και εν συνεχεία με την έγγραφη γνωστοποίηση ένταξής του στο τακτικό προσωπικό, για την ισχύ των οποίων απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αποδοχή αυτών, ενυπόγραφα, εκ μέρους του, όπως εν προκειμένω αυτός έπραξε.

Η εφεσίβλητη με την πρόσληψη του εκκαλούντα μισθωτού ως έκτακτου ημερομίσθιου εργάτη, και την μετέπειτα μετατροπή της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου με την ίδια ειδικότητα του εργάτη, θέλησε να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες σε προσωπικό της Κατηγορίας Εργατών [ΓΎ5], εφόσον βέβαια διέθετε τα, προς τούτο, απαιτούμενα από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Εξαιτίας επομένως υπηρεσιακών αναγκών που έπρεπε να καλυφθούν, η πρόσληψή του και η μετέπειτα μετατροπή της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου, πραγματοποιήθηκε στην Κατηγορία Εργατών για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα με εκείνα του κλάδου-κατηγορίας ΓΥ5 Εργατών και όχι στην κατηγορία Τ4/Γ [ Τεχνικών εν γένει].

Το γεγονός ότι ο εκκαλών κατείχε, ήδη από 21-9-1993 κατά τη μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου, απολυτήριο Λυκείου και πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής καθώς και άδεια άσκησης επαγγέλματος Ραδιοτεχνίτη, δηλαδή, ανώτερα τυπικά προσόντα από αυτά που απαιτούνταν για την πρόσληψή του ως εργάτη, για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα με εκείνα του κλάδου-κατηγορίας ΓΎ5 Εργατών, δεν συνεπάγεται αντίστοιχη υποχρέωση της εφεσίβλητης να τον εντάξει σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να του αναθέσει καθήκοντα Ηλεκτροτεχνικού Εγκατ/σεων και Εξοπλισμού.

Επιπροσθέτως δε, η ακριβής εργασία του εκκαλούντα για τον κρίσιμο χρόνο συνάγεται σαφώς από την επικαλούμενη βεβαίωση του ατομικού του φακέλου με αριθ. πρωτ. ....07, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται αμφότεροι οι διάδικοι σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από την εφεσίβλητη και μη αμφισβητούμενο από τον εκκαλούντα με αριθμ. ...-2010 ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων που υπογράφουν ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων, η Τομεάρχης Πειθαρχικού Ελέγχου και Πειθαρχικών Συμβουλίων και η Υποτομεάρχης Μεταβολών και Συμβουλίων Κρίσεων στο οποίο αναγράφεται η βαθμολογία και απασχόληση του εκκαλούντα ως Εργάτη Συνεργείου Οργάνων ΓΎ5 κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα σύμφωνα με την ανωτέρω βεβαίωση του Διευθυντή ΑΗΣ Αλιβερίου, στην οποία αναλύονται τα καθήκοντα που εκτελεί κατά τη διάρκεια της εργασίας του ο εν λόγω μισθωτός, μετά τη μετατροπή της τελευταίας σύμβασης εργασίας του ως έκτακτου προσωπικού σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στις 21-9-1993 και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 21.09.93 μέχρι 31.07.99 ο εκκαλών απασχολήθηκε ως Εργάτης Συνεργείου Οργάνων και Αυτοματισμών υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του αρμοδίου Διπλωματούχου Μηχανικού, Εργοδηγού, Αρχιτεχνιτών και Τεχνιτών οι οποίοι ασκούν καθήκοντα αντίστοιχα της στάθμης των τίτλων που κατέχουν για την ολοκλήρωση του έργου που έχει ανατεθεί στην ομάδα ή στο Συνεργείο.

Από 01.08.99, απασχολήθηκε ως Βοηθός Τεχνίτη Ηλεκτρολογικής Συντήρησης, στην Ομάδα Οργάνων του Τομέα Συντήρησης του ΑΗ Σταθμού Αλιβερίου, η οποία δικαιολογείται λόγω της πραγματοποιηθείσας ως άνω μετάταξής του από 1-8-1999 στην Κατηγορία/Ειδικότητα Τ4/Γ. Στη συνέχεια, από 01.11.2003, ο εκκαλών άσκησε ανώτερα καθήκοντα εντός της Κατηγορίας/ Ειδικότητάς του, αφού η απασχόλησή του ήταν πλέον αυτή του Τεχνίτη της Ομάδας Ηλεκτρολογικής Συντήρησης υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του αρμοδίου Διπλωματούχου Μηχανικού, Εργοδηγού και Αρχιτεχνιτών.

Επιπλέον στο προαναφερόμενο ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων αναγράφεται [σελ. 2/12] η βαθμολογία και η απασχόληση του εκκαλούντα κατά το χρονικό διάστημα εργασίας του στον ΑΗΣ Αλιβερίου και συγκεκριμένα από 21-9-1993 έως 31-12-1993 :620 Εργάτης Συνεργείου Οργάνων ΓΎ5, 01-01-1994 έως 04-05-1994 :750 Εργάτης Συνεργείου Οργάνων ΓΎ5, 01-01-1997 έως 31-12-1997 880 Εργάτης Συνεργείου Οργάνων ΓΎ5, 01-01-1998 έως 31-12-1998 900 Εργάτης Συνεργείου Οργάνων ΓΎ5,01-01-1999 έως 31-12-1999: 900 Βοηθός Οργάνων και Αυτοματισμών Τ4/Γ, 01-01-2000 έως 31-12-2000 : 850 Βοηθός Οργάνων και Αυτοματισμών Τ4/Γ, 01-01-2001 έως 31-12-2001 : 880 Βοηθός Οργάνων και Αυτοματισμών Τ4/Γ, 01-01-2002 έως 31-12- 2002 : 880 Βοηθός Οργάνων και Αυτοματισμών Τ4/Γ, 01-01-2003 έως 31-12-2003: 900 Βοηθός Οργάνων και Αυτοματισμών Τ4/Γ, 01-01-2004 έως 31-12-2004 : 888 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ 01-01-2005 έως31-12-2005 : 888 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ, 01-01-2006 έως 31-12-2006 : 888 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ, 01-01-2007 έως 30-6-2007 : 820 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ, 01-07-2007 έως 31-12-2007 : 842 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ, 01-01-2008 έως 31-12-2008 :834 Τεχνίτης Συνεργείου Οργάνων Τ4/Γ.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για το αντικείμενο απασχόλησης του εκκαλούντα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ανατρέπεται από κάποιο άλλο πειστικότερο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τους ενόρκως υπέρ του εκκαλούντα βεβαιούντες μάρτυρες [Γ. Ά. συνταξιούχου υπαλλήλου ΔΕΗ/Α.Ε.

και Ι. Δ., συνταξιούχου υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ/Α.Ε., καθώς και Β. Π., υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ/ΑΕ, Π. Ρ., Σ. Ρ. και Χ. Μ., υπαλλήλων ΔΕΗ], οι οποίοι στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους υποστηρίζουν εντελώς αόριστα και γενικά επί του θέματος αυτού και ως εκ τούτου μη πειστικά ότι ο εκκαλών από τις προσλήψεώς του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εφεσίβλητης ΔΕΗ στον ΑΗ Σταθμό Αλιβερίου και υπηρετούσε σε κενή οργανική θέση "που εξ όσων είχαν ακούσει" για το συγκεκριμένο Σταθμό υπήρχαν εκείνη την εποχή [κενές οργανικές θέσεις] στην κατηγορία Τ4/Γ, ήτοι Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών, χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένα περιστατικά και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των καθηκόντων και του ακριβούς αντικειμένου απασχόλησης του εκκαλούντα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, έτι δε περαιτέρω ακόμα και οι ισχυρισμοί τους αυτοί περί απασχόλησης του εκκαλούντα σε θέση στην κατηγορία Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών, δεν ταυτίζονται με τα λοιπά πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

Ούτε εξάγεται διαφορετικό συμπέρασμα από το ότι ήδη πριν την άσκηση της ένδικης από 20-11-2015 αγωγής και μέχρι σήμερα ο εκκαλών ασκούσε καθήκοντα της κατηγορίας Τ4/Γ, διότι τούτο ήταν επακόλουθο της μετάταξής του στην κατηγορία αυτή που έλαβε χώρα την 1-8-1999. Αντιθέτως, στην καταρτισθείσα πριν το χρόνο ένταξης στο τακτικό προσωπικό σύμβαση γίνεται ρητή αναφορά της ειδικότητας πρόσληψης του εκκαλούντα ως εργάτη και ειδικότερα στο από 21.9.1993 συμφωνητικό μετατροπής υφιστάμενης σύμβασης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα άρθρα 2 και 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, γίνεται ρητή μνεία ότι ο εκκαλών συνεχίζει να απασχολείται ως εργάτης, ειδικότητα υπό την οποία και πράγματι απασχολήθηκε, αφού με σαφήνεια καταγράφεται η ακριβής εργασία του εκκαλούντα για τον χρόνο μέχρι και την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό στην ως άνω βεβαίωση του ατομικού του φακέλου με αριθ.

πρωτ. ....07 καθώς και στο με αριθμ. ...-2010 ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων με την αναγραφή της βαθμολογίας του και του είδους της απασχόλησής του. Και ναι μεν ο εκκαλών, πριν την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, είχε γνωστοποιήσει ότι είναι κάτοχος πτυχίου Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής καθώς και άδειας άσκησης επαγγέλματος Ραδιοτεχνίτη, (βλ.τα προσκομιζόμενα πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής του τμήματος Ηλεκτρονικών και δη των Ραδιοηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων, καθώς και άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη), προσόντα που απαιτούνται για την κατηγορία του κλάδου (Τ4) Τεχνικοί εν γένει και όχι για την κατηγορία ΓΎ5 (εργατών) του κλάδου Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών, για την οποία αρκεί απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου, πλην όμως, εφόσον πρόκειται για ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό και ο εκκαλών προσλήφθηκε ως έκτακτος για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της ΔΕΗ (κάθε μορφής και είδους υπηρεσίες εργάτη), η ένταξη, ως ήδη προελέχθη και σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, γίνεται, όχι με βάση τα κατά τους τίτλους σπουδών τυχόν συντρέχοντα, κατά το χρόνο πρόσληψης, υπέρτερα τυπικά προσόντα του, αλλά με βάση την ειδικότητα του εργάτη (ΓΥ5), υπό την οποία ο εκκαλών προσλήφθηκε ως έκτακτος και πράγματι απασχολήθηκε μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της ένταξής του (αλλά και μεταγενέστερα μέχρι τη μετάταξή του στον κλάδο Τεχνικών) στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ.

Το απολυτήριο Λυκείου, το πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής του τμήματος Ηλεκτρονικών και δη των Ραδιοηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων, καθώς και η άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη ως υπέρτερα προσόντα, θα ήταν καθοριστικά υπό τη συνδρομή και των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ, για την ένταξή του στον κλάδο Τεχνικών της κατηγορίας Τεχνικοί εν γένει (Τ4/Γ), στην οποία πάντως από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι, κατά το χρόνο ένταξης του εκκαλούντα στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, υπήρχε κενή οργανική θέση, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο (βλ.

τα όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη), μόνο εάν η ΔΕΗ, για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το χρόνο ένταξης, τον απασχόλησε σε εργασία Τεχνίτη, δηλαδή διάφορη από εκείνη για την οποία τον προσέλαβε και προς εκτέλεση της οποίας ήταν αναγκαίο το πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής ως υπέρτερο τυπικό προσόν.

Εν προκειμένω, όμως, αποδείχθηκε ότι από την αρχική πρόσληψη του εκκαλούντα, στις 8-6-1981, με την πρώτη χρονικά σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού, αλλά και μετά την μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου από 21-9-1993 και έως την ένταξη αυτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ την 1.7.1997, ο εκκαλών απασχολήθηκε στη ΔΕΗ μόνο ως εργάτης, με τα αντίστοιχα καθήκοντα της κατηγορίας ΓΎ5 (εργάτες) του κλάδου Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών (ΓΎ), με την ίδια δε ειδικότητα απασχολήθηκε και μετά την ένταξή του και μέχρι τη μετάταξή του, κατά τις οικείες του ΓΚΠ/ΔΕΗ διατάξεις, στην κατηγορία Τ4/4 (τεχνικοί) του κλάδου Τεχνικών Γενικά.

Επομένως ορθώς, κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο εκκαλών, εντάχθηκε, μόνο με βάση την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε ως έκτακτος και πραγματικό απασχολήθηκε μέχρι την ένταξη, εφόσον η πρόσληψή του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης, στον κλάδο Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ) στην κατηγορία ΓΥ5 (ειδικότητα εργάτη) στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, με ημερομηνία ένταξης 1.7.1997 και με ταυτόχρονη προαγωγή, λόγω της προϋπηρεσίας του, στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο της ίδιας βαθμίδας.

Επομένως, η ΔΕΗ ΑΕ για την κατάταξη του εκκαλούντα στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, ενήργησε σύμφωνα με τον κανονισμό ΚΚΠ-ΔΕΗ και χωρίς να παραβιάσει τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενώ τα υπέρτερα τυπικά προσόντα του εκκαλούντα εν προκειμένω δεν δημιουργούσαν υποχρέωση στην εφεσίβλητη ούτε να προσλάβει τον εκκαλούντα ως έκτακτο για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα με εκείνα του κλάδου-κατηγορίας Τ4/Γ, αφού είχε υπηρεσιακή ανάγκη να προσλάβει προσωπικό της κατηγορίας ΓΥ5 για την εκτέλεση ανάλογων εργασιών, ούτε περαιτέρω να τον εντάξει ως τακτικό προσωπικό στον κλάδο-κατηγορία Τ4/Γ, αφού μέχρι τη στιγμή της ένταξης δεν παρείχε εργασία αυτής της κατηγορίας, αλλά εργασία η οποία κατά το είδος της ήταν εργασία του κλάδου ΓΥ5.

Μετά ταύτα, εφόσον ορθώς εντάχθηκε στον κλάδο Γενικών Μισθωτών Υπηρεσιών (ΓΥ) στην κατηγορία εργάτες εν γένει (ΓΥ5), ορθώς εξελίχθηκε και μισθολογικά στα κλιμάκια της βαθμίδας που, κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, αντιστοιχεί στην ανωτέρω κατηγορία και, συνακόλουθα δεν προκύπτουν υπέρ του μισθολογικές διαφορές. Κατόπιν τούτων, αφού δεν αποδείχθηκε αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης, η κύρια βάση της αγωγής που προϋποθέτει την αθέτηση αυτή και θεμελιώνεται στις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 288, 361, 648, 653 του ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμη.

Εξάλλου υπό τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά με το να ενταχθεί τελικά ο εκκαλών από 1-7-1997 στην κατηγορία Εργατών (ΓΥ5) του κλάδου Γενικών Υπηρεσιών (ΓΎ) καθώς και στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, ήτοι στο 12°, με ταυτόχρονη προαγωγή στο μ.κ. 11, τα αρμόδια όργανα της εφεσίβλητης δεν ενήργησαν κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός των στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και δεν διεπράχθη σε βάρος του εκκαλούντα αδικοπραξία εκ μέρους τους.

Επομένως η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και κατά την πρώτη επικουρική βάση αυτής, δηλαδή τη θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξίας των οργάνων της εφεσίβλητης ΔΕΗ, αφού αυτή με τη μη υπαγωγή από προσλήψεως στο μ.κ. 10 της Τ4/Γ (Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού) για να ασκήσει καθήκοντα ανάλογα-με εκείνα του κλάδου-κατηγορίας Τ4/Γ και τη μη περαιτέρω ένταξη από 1-7-1997 στο μ.κ. 10 της Τ4/Γ (Ηλεκτροτεχνικοί Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού), με αντίστοιχη αναπροσαρμογή της μισθολογικής του εξέλιξης, δεν ενήργησε παράνομα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αφού δεν είχε αντίστοιχη υποχρέωση.

Έτι δε περαιτέρω η δεύτερη θεμελιούμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι διαπράχθηκε σε βάρος του εκκαλούντα αδικοπραξία από τα αρμόδια όργανα της εφεσίβλητης, [δοθέντος ότι η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ, την οποία επικαλείται ο εκκαλών για τη θεμελίωση της επικουρικότερης βάσης της αγωγής του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση ότι προηγήθηκε πράγματι αδικοπραξία], δεν ανακύπτει ζήτημα θεμελίωσης της ένδικης αξίωσης του εκκαλούντος στο άρθρο 938 ΑΚ, ενώ εξάλλου και η στηριζομένη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής δεν απορρίπτεται λόγω ακυρότητας της συναφθείσας σύμβασης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται ο εκκαλών τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές ούτε με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με εκείνες της παρούσας και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστό εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο εκκαλών με όσους ισχυρισμούς είναι "εγκατεσπαρμένοι" στον πρώτο λόγο της έφεσής του οι οποίοι κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους εστιάζουν στο αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Εξάλλου δεν αποδείχθηκαν, μειωτικά της προσωπικότητας του εκκαλούντα πραγματικά περιστατικά, ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει δόλια προαίρεση των αρμοδίων οργάνων της εφεσίβλητης να πλήξει ηθικό την προσωπικότητα του εκκαλούντα, εργαζομένου της, ώστε να συντρέχει περίπτωση χρηματικής του ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μόνο δε η επικαλούμενη μη ένταξη στην κατηγορία και κλιμάκιο που διώκει ο εκκαλών, δεν αποτελεί αδίκημα και προσβολή προσωπικότητας, αλλά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, [η οποία ούτως ή άλλως στην παρούσα υπόθεση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε].

Επομένως απορριπτέο κρίνεται ως ουσία αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο καταβολής του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε σιωπηρά την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό, δεν έσφαλε, αλλά το παρόν δικαστήριο, συμπληρώνει κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ τη σχετική αιτιολογία με αυτή της παρούσας απόφασης.

Συνεπώς, πρέπει ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος (3ος) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος [.........]. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά τη νοηματική εκτίμηση των δικογράφων, ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει αυτούσιο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αποσπάσματα των προτάσεών του και της προσθήκης αντίκρουσης, που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε και αιτήσεων που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη, καθώς και αυτούσια τα κείμενα πολλών αποφάσεων του Αρείου Πάγου και των Εφετείων, που έχουν δημοσιευθεί σε νομικά περιοδικά και ιστοσελίδες και έχουν εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων (Ολ ΑΠ 4/2007, 2/2019, 6/2006, 967/1973, 293/1981, ΑΠ 1106/2006, 1419/2005,1403/2020,1204/2006 κλπ), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες :

α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους της αίτησης, β)από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον τέταρτο λόγο της αίτησης, γ) από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον τρίτο λόγο της αίτησης και τους πρώτο, τρίτο και έκτο πρόσθετους λόγους, δ) από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον τέταρτο λόγο της αίτησης και τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους, προσέτι δε στο τα τέλος των πρώτου, δεύτερου και έκτου λόγου αναφέρεται και η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του ως άνω άρθρου και στο τέλος των τρίτου και πέμπτου αναιρετικού λόγου και κάθε πρόσθετου λόγου οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου.

Επικαλείται δε ο αναιρεσείων ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο όσα παραπάνω αναφέρθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για την απασχόλησή του στην αναιρεσίβλητη ως εργάτη στη κατηγορία ΓΥ5 και τα μισθολογικά κλιμάκια αυτής από την πρόσληψή του και μέχρι την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης αλλά και μετά την ένταξή του έως την μετάταξή του στην κατηγορία Τ4/Γ, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό το αγωγικό του αίτημα και να ενταχθεί στην τελευταία ως άνω κατηγορία στην οποία αυτός ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε από την πρόσληψή του, όπως αποδείχθηκε από τις αποδείξεις που αυτός προσκόμισε και για την οποία υπήρχε κενή οργανική θέση και είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη τους απαιτούμενους για την κατηγορία αυτή τίτλους σπουδών και να του επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές από 1-1-1993 και οι τόκοι υπερημερίας.

Ειδικότερα δε αναφέρει 1) με τον πρώτο αναιρετικό λόγο (σελ.4 της αίτησης) ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως πρωτίστως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. 4 && 1, 2, 4 Β 4 και 5, ΣΤ, 6, 8, 2 & & 1 και 3, 42 && 2 και 4, 5 && 1, 2, 3, 4 και 5 εδ. ζ, 22, 23, 25, των άρθρων 361, 648, 653, 288, 341, 345, 346, 904, 907,908,910, 911 , 938 ΑΚ σε συνδ.

με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, 281, 926 ΑΚ, 116 176 ΚΠολΔ, των άρθρων 20 παρ. 1, 2 παρ. 1, 4 παρ.1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 22 παρ.1, 25 του Συντάγματος, τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του άρθρου 14 του ΔΣΑΠ, του άρθρου 48 του ΧΘΔΕΕ και άλλες νομοθετικής, συνταγματικής και πλείστες άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών "για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", 2)με το δεύτερο αναιρετικό λόγο (σελ.65 της αίτησης), ότι, εκτός των ως άνω διατάξεων, παραβίασε ευθέως και τις διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 537/1936, 25 παρ.2 του ν. 3239/1955, 349,655,656 ΑΚ από τις οποίες συνάγεται ότι είναι άκυρη η δήλωση παραίτησης του μισθωτού από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του και εν προκειμένω από τις μισθολογικές του διαφορές και τους τόκους υπερημερίας, παραβίασε δε αυτές και εκ πλαγίου στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, "για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", 3)με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο (σελ.136 της αίτησης), αναφερόμενος στην αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των προσκομιζόμενων από αυτόν (αναιρεσείοντα) ενόρκων βεβαιώσεων, ότι παραβίασε το Μονομελές Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου όλες τις ανωτέρω διατάξεις και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και επίσης στερούμενης αιτιολογιών ή άλλως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών της, "για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", ήτοι αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων στην κατηγορία Τ4/Γ και της συνεχούς απασχόλησής του με τα καθήκοντα αυτής της κατηγορίας από την πρόσληψή του, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων, αναφέρεται δε προσέτι στο λόγο αυτό και η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 4)με τον έκτο αναιρετικό λόγο (σελ. 181 της αίτησης), ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα την αρχή της αναλογικότητας ως προς την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του ως εργαζόμενου.

Με το περιεχόμενο αυτό όλοι οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους αναφορικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο το νομικό σφάλμα (ερμηνευτικό ή υπαγωγικό) που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, για κάθε παραβιαζόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αλλά συλλήβδην αποδίδεται σ' αυτήν η παράβαση όλων των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και διατάξεις δικονομικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετεί την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία ιδρύεται μόνο σε παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και δεν περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν, κατά τον αναιρεσείοντα, την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, ενώ δεν αρκεί η απλή αναφορά ότι το Μονομελές Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ως προς την αποδιδόμενη με όλους τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι της εκ πλαγίου παραβίασης όλων των προαναφερομένων διατάξεων, οι ίδιοι λόγοι είναι ομοίως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, καθότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, ενώ οι προαναφερόμενες γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της δεν αρκούν, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, αντίφαση ή έλλειψη της αιτιολογίας, επιπλέον δε οι δεύτερος και έκτος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Μονομελές Εφετείο απέρριψε το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση τόκων υπερημερίας ως αόριστο και δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας, ούτε υπάρχει παραδοχή για παραίτηση του αναιρεσείοντος από νόμιμες μισθολογικές διαφορές, πλην της συμφωνηθείσας παραίτησής του από αναδρομικά και το τιμολόγιο της ΔΕΗ κατά το χρόνο που αυτός είχε απολυθεί μέχρι την επάνοδό του (δεύτερος λόγος), απέρριψε δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς όλες τις βάσεις της, συμπεριλαμβανομένου και του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η αρχή της αναλογικότητας αφού δεν προσδιορίστηκε ορισμένο ποσό χρηματικής ικανοποίησης (έκτος λόγος).

Ο τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά την αναφερόμενη σ'αυτόν πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον απλά αναφέρεται η διάταξη και το περιεχόμενό της, χωρίς να αποδίδεται συγκεκριμένο σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιπλέον, όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθό μέρος, υπό την επίφαση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων με σχολιασμούς και εκτιμήσεις των προσκομιζόμενων από αυτών αποδεικτικών μέσων, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τη διαμόρφωση του δυσμενούς για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικού πορίσματος. Ακόμη αναφορικά με τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στο τέλος όλων των λοιπών αναιρετικών και πρόσθετων λόγων, για παραβίαση όλων των προαναφερόμενων και άλλων διατάξεων, όλοι οι λόγοι κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέοι ως αόριστοι για τις ελλείψεις που ήδη προεκτέθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση και όσον αφορά την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ειδικότερα των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και του άρθρου 288 ΑΚ, οι αποδιδόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή τους, διότι σύμφωνα με την προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη και από τις προεκτιθέμενες παραδοχές προκύπτει ότι με σαφείς και πλήρως επαρκείς αιτιολογίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, δεχόμενο ότι στην καταρτισθείσα πριν το χρόνο ένταξης στο τακτικό προσωπικό σύμβαση του αναιρεσείοντος γίνεται ρητή αναφορά της ειδικότητας πρόσληψης αυτού ως εργάτη και ειδικότερα στο από 21.9.1993 συμφωνητικό μετατροπής υφιστάμενης σύμβασης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα άρθρα 2 και 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, γίνεται ρητή μνεία ότι ο αναιρεσείων συνεχίζει να απασχολείται ως εργάτης, ειδικότητα υπό την οποία και πράγματι απασχολήθηκε, αφού με σαφήνεια καταγράφεται η ακριβής εργασία του για τον χρόνο μέχρι και την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό στην βεβαίωση του ατομικού του φακέλου με αριθ.

πρωτ. ....07, καθώς και στο με αριθμ. ...-2010 ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων με την αναγραφή της βαθμολογίας του και του είδους της απασχόλησής του, το ότι δε αυτός πριν την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, είχε γνωστοποιήσει ότι είναι κάτοχος πτυχίου Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής καθώς και άδειας άσκησης επαγγέλματος Ραδιοτεχνίτη, προσόντα που απαιτούνται για την κατηγορία του κλάδου (Τ4) Τεχνικοί εν γένει και όχι για την κατηγορία ΓΎ5 (εργατών) του κλάδου Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών, για την οποία αρκεί απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι, εφόσον πρόκειται για ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό και ο εκκαλών προσλήφθηκε ως έκτακτος για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της ΔΕΗ (κάθε μορφής και είδους υπηρεσίες εργάτη), η ένταξη, γίνεται, όχι με βάση τα κατά τους τίτλους σπουδών τυχόν συντρέχοντα, κατά το χρόνο πρόσληψης, υπέρτερα τυπικά προσόντα του, αλλά με βάση την ειδικότητα του εργάτη (ΓΥ5), υπό την οποία ο αναιρεσείων προσλήφθηκε ως έκτακτος και πράγματι απασχολήθηκε μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της ένταξής του (αλλά και μεταγενέστερα μέχρι τη μετάταξή του στον κλάδο Τεχνικών) στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, ότι το απολυτήριο Λυκείου, το πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Επαγγελματικής Σχολής του Τμήματος Ηλεκτρονικών και δη των Ραδιοηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων, καθώς και η άδεια άσκησης επαγγέλματος ραδιοτεχνίτη ως υπέρτερα προσόντα, θα ήταν καθοριστικά υπό τη συνδρομή και των προϋποθέσεων του άρθρου 288 ΑΚ, για την ένταξή του στον κλάδο Τεχνικών της κατηγορίας Τεχνικοί εν γένει (Τ4/Γ), στην οποία πάντως από ουδέν αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι, κατά το χρόνο ένταξης αυτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, υπήρχε κενή οργανική θέση, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο, μόνο εάν η ΔΕΗ, για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το χρόνο ένταξης, τον απασχόλησε σε εργασία Τεχνίτη, δηλαδή διάφορη από εκείνη για την οποία τον προσέλαβε και προς εκτέλεση της οποίας ήταν αναγκαίο το πτυχίο Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής ως υπέρτερο τυπικό προσόν, γεγονός που δεν αποδείχθηκε.

Ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι από την αρχική πρόσληψή του στις 8-6-1981, με την πρώτη χρονικά σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού, αλλά και μετά την μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου από 21-9-1993 και έως την ένταξη αυτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ την 1.7.1997, αυτός απασχολήθηκε στη ΔΕΗ μόνο ως εργάτης, με τα αντίστοιχα καθήκοντα της κατηγορίας ΓΎ5, με την ίδια δε ειδικότητα απασχολήθηκε και μετά την ένταξή του και μέχρι τη μετάταξή του, κατά τις οικείες του ΓΚΠ/ΔΕΗ διατάξεις, στην κατηγορία Τ4/4 (τεχνικοί) του κλάδου Τεχνικών Γενικά και ορθώς, κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο αναιρεσείων εντάχθηκε, μόνο με βάση την ειδικότητα για την οποία αυτός προσλήφθηκε ως έκτακτος και πραγματικό απασχολήθηκε μέχρι την ένταξη, εφόσον η πρόσληψή του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης, στον κλάδο Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ) στην κατηγορία ΓΥ5 (ειδικότητα εργάτη) στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, με ημερομηνία ένταξης 1.7.1997 και με ταυτόχρονη προαγωγή, λόγω της προϋπηρεσίας του, στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο της ίδιας βαθμίδας και ότι, η ΔΕΗ ΑΕ για την κατάταξη του στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, ενήργησε σύμφωνα με τον κανονισμό ΚΚΠ-ΔΕΗ και χωρίς να παραβιάσει τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και, συνακόλουθα δεν προκύπτουν υπέρ του μισθολογικές διαφορές και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο (σελ. 159 της αίτησης) και τον πέμπτο επικουρικό λόγο αναίρεσης (σελ. 100 του δικογράφου των πρόσθετων λόγων), κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 11γ' και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντίστοιχα, καθόσον δεν γίνεται αναφορά μη λήψης υπόψη κάποιου αποδεικτικού μέσου ή παραμόρφωσης κάποιου αποδεικτικού μέσου, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του περιεχομένου των προσκομιζόμενων από τον αναιρεσείοντα ενόρκων βεβαιώσεων για τις οποίες το Δικαστήριο δέχθηκε ότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές ότι : "Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για το αντικείμενο απασχόλησης του εκκαλούντα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ανατρέπεται από κάποιο άλλο πειστικότερο αποδεικτικό μέσο.

Ειδικότερα αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τους ενόρκως υπέρ του εκκαλούντα βεβαιούντες μάρτυρες [Γ. Α. συνταξιούχου υπαλλήλου ΔΕΗ/Α.Ε. και Ι. Δ., συνταξιούχου υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ/Α.Ε., καθώς και Β. Π., υπαλλήλου ΔΕΔΔΗΕ/ΑΕ, Π. Ρ., Σ. Ρ. και Χ. Μ., υπαλλήλων ΔΕΗ], οι οποίοι στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους υποστηρίζουν εντελώς αόριστα και γενικά επί του θέματος αυτού και ως εκ τούτου μη πειστικά ότι ο εκκαλών από τις προσλήψεώς του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εφεσίβλητης ΔΕΗ στον ΑΗ Σταθμό Αλιβερίου και υπηρετούσε σε κενή οργανική θέση "που εξ όσων είχαν ακούσει" για το συγκεκριμένο Σταθμό υπήρχαν εκείνη την εποχή [κενές οργανικές θέσεις] στην κατηγορία Τ4/Γ, ήτοι Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών, χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένα περιστατικά και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των καθηκόντων και του ακριβούς αντικειμένου απασχόλησης του εκκαλούντα κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, έτι δε περαιτέρω ακόμα και οι ισχυρισμοί τους αυτοί περί απασχόλησης του εκκαλούντα σε θέση στην κατηγορία Τεχνίτη Οργάνων και Αυτοματισμών, δεν ταυτίζονται με τα λοιπά πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία.

Ούτε εξάγεται διαφορετικό συμπέρασμα από το ότι ήδη πριν την άσκηση της ένδικης από 20-11-2015 αγωγής και μέχρι σήμερα ο εκκαλών ασκούσε καθήκοντα της κατηγορίας Τ4/Γ, διότι τούτο ήταν επακόλουθο της μετάταξής του στην κατηγορία αυτή που έλαβε χώρα την 1-8-1999". Επομένως, οι ως άνω εξεταζόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Με τους τρίτο αναιρετικό λόγο (σελ. 117 της αίτησης) και τους πρώτο, τρίτο και έκτο πρόσθετους λόγους (σελ. 3,55 και 132 αντίστοιχα του δικογράφου των πρόσθετων λόγων), κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, α) το με αριθμό 21020/12-8-2020 έγγραφο της αναιρεσίβλητης (Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών), αναφορικά με την επικαλούμενη ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων στην κατηγορία Τ4/Γ που αφορούσε το μισθωτό Π.

Ρ., το οποίο έλαβε υπόψη της η με αριθμό 1403/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αυτούσιο το περιεχόμενο των παραδοχών παρατίθεται, με την οποία έγινε δεκτή η ομοίου περιεχομένου με την αγωγή του αναιρεσείοντος αγωγή αυτού, το ως άνω δε έγγραφο το Μονομελές Εφετείο ουδόλως αναλύει (3ος αναιρετικός λόγος, 1ος , 3ος πρόσθετοι λόγοι), β) τις από 7-4-2015,27-3-2015, 18-3-2015, 23-3-2015 κατατεθείσες αιτήσεις του στην αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, τις οποίες δεν ανέλυσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (6ος πρόσθετος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση, περί επανεκτίμησης, ''όλων των εγγράφων, τα οποία καθένα από τα διάδικα μέρη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλομένης, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε, δεν ήταν δε υποχρεωμένο να αναλύσει καθένα εξ αυτών.

Η με τους ίδιους λόγους περαιτέρω αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Με τους δεύτερο και τέταρτο επικουρικούς λόγους (σελ.27 και 75 αντίστοιχα του δικογράφου των πρόσθετων λόγων) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων, ήτοι του με αριθμό 21020/12-8-2020 εγγράφου της αναιρεσίβλητης (Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών), με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφο ως προς την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων στην κατηγορία Τ4/Γ με συνέπεια να καταλήξει σε προδήλως εσφαλμένο πόρισμα. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αντίφασης, σύμφωνα με την σχετική προεκτεθείσα νομική σκέψη, διότι για το ως άνω έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ήδη με τους ανωτέρω εξετασθέντες 3ο αναιρετικό λόγο και τους 1ο και 3ο πρόσθετους λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο δεν το έλαβε υπόψη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατόπιν σχετικού αιτήματός της, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2022 και με αριθ. κατάθ. 4304/465/31-5-2022 αίτηση και τους από 4 Ιανουαρίου 2024 και με αριθ. κατάθ. 3/5-1-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 1272/14-11-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ