1925/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1925/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 1138Γ'/2-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο Κοζάνης, Α. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-2-2022), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1925 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1925/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γ. Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ζ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή και την από ... ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από ... ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από ... αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 1138Γ'/2-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ..., με έδρα το Πρωτοδικείο Κοζάνης, Α. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-2-2022), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από ...
αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Δ. Π., ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση στο Εφετείο ...
και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητός της (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (14.2.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού η απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι " 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε.
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξης δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ένωσης.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Περαιτέρω, το τεκμήριο της αθωότητας δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α..
Έτσι το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν τούτο για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Επομένως, η εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας-ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντίθετα δε προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 93-96 αυτού. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι κατ` αρχήν δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Άλλωστε, η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` επέκταση να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διατάραξης της ενιαίας έννομης τάξης) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δέσμευσης και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικότερα όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, δηλαδή αναγνωρίζεται η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον η εν λόγω απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής απόδειξης, αλλά και κατά το άρθρο 62 ΚΠοινΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξης δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μια κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η μη ύπαρξη ενιαίας έννομης τάξης ενισχύεται και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης. Γενικότερα η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και ως εκ τούτου και σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται με βάση την αρχή ne bis in idem.
Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημίωσης των ζημιωθέντων, τα οποία προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης.
Το πολιτικό δικαστήριο αφ` ενός μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αφ` ετέρου δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δύο φορές για την ίδια πράξη.
Έτσι το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη.
Τελικά δε η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται ως εκ τούτου θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.
ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1254/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Θ. Τ. και η Ε. Κ. ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου ... τ.μ στο ... οικοδομικό τετράγωνο της Πτολεμαϊδας επί της συμβολής των οδών Ε.
Α. και ..., που συνορεύει βόρεια με οδό ..., νότια με ιδιοκτησία Κ. Χ., ανατολικά με οδό Ε. Α. και δυτικά με ιδιοκτησία Κ. και Κ.Ι. Χ.. Απώτερος δικαιοπάροχος των συγκυρίων ήταν ο Π. Τ. πατέρας της Ε. και προπροπάππος της Θ. Τ. που απεβίωσε το 1955, που κατέλειπε το ακίνητο στην σύζυγό του Α. Τ. με διαθήκη, η δε τελευταία απεβίωσε το 1956, οπότε συγκύριοι κατέστησαν η Ε.
Κ. κατά 3/6 εξ αδιαιρέτου και κατά τα λοιπά οι Δ., Μ. και Π. Τ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος υιού της κληρονομουμένης Κ. Τ. (αδελφού της Ε. Κ.). Η Θ. Τ. κατέστη συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει συμβολαιογραφικής γονικής παροχής που μετεγράφη νομίμως υπό των Δ. και Μ. Τ., γονέων της. Εκκρεμουσών των πρώτης και δευτέρας των αγωγών η Ε.
Κ. απεβίωσε (2011) και κληρονομήθηκε από τους Α., Κ. και Β. Τ. με δημόσια διαθήκη νόμιμα δημοσιευθείσα με το ... πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο Π. Τ. είχε ανοικοδομήσει εντός του οικοπέδου το έτος 1936 ένα διώροφο κτίσμα με την μέθοδο κατασκευής των μαστόρων της Πίνδου και υλικά κατασκευής όμοια με των νεοελληνικών-νεοκλασικών κτιρίων.
Η ηλικία του συνάγεται από το ότι ο Π. Τ. το κληροδότησε στην σύζυγό του με δημόσια διαθήκη. Το ισόγειο κατάστημα με είσοδο από τη συμβολή των άνω οδών λειτούργησε ως εμπορικό τροφίμων, από το 1970 έως 2006 ως ζαχαροπλαστείο. Η θεμελίωση της οικοδομής αποτελούνταν από δοκάρια περιμετρικά και συνδετήρια δοκάρια ενδιάμεσης σύνδεσης με μπετόν και πέτρα (κολυμβητικό μπετόν) και ο δυτικός τοίχος ήταν από τούβλα και λίθους.
Ο φέρων οργανισμός ήταν από συμπαγή τούβλα παλαιάς κατασκευής με αυλάκι στη μέση (άνευ οπών) και συγκολλητική ουσία λάσπη από άμμο χωρίς τσιμέντο. Με τον τρόπο αυτό κτισίματος δημιουργήθηκαν περιμετρικά του κτιρίου τοίχοι με τούβλα που στήριζαν το κτίριο αποτελώντας το φέροντα οργανισμό της διώροφης οικοδομής.
Η στήριξη του κτιρίου και η αντοχή του ενισχυόταν με δύο σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα περιμετρικά της υπερμπατικής τοιχοποιίας από συμπαγή οπτοπλινθοδομή, σε ύψος κάτω από το δάπεδο του ορόφου και σε απόσταση μεταξύ τους 20 εκατοστών ενώ τρίτο σενάζ στο πάνω μέρος του ορόφου στο ύψος των στέψεων των κουφωμάτων λίγα εκατοστά κάτω από την ξύλινη στέγη με κεραμίδια.
Μεταξύ των δύο ορόφων (ταβάνι ισογείου-πάτωμα ορόφου) δεν υπήρχε τσιμέντινη πλάκα αλλά ξύλινο δάπεδο, που ήταν καρφωμένο πάνω σε ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια, εμπηγμένα στους τοίχους. Οι ενδιάμεσοι διαχωριστικοί τοίχοι του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου ήταν κατασκευασμένοι από μπατική οπτοπλινθοδομή κτισμένοι επί του ξύλινου δαπέδου της οροφής του ισογείου, η δε στέγη του κτιρίου ήταν κατασκευασμένη από ευρωπαϊκά κεραμίδια πάνω σε ξύλινα δοκάρια και καδρόνια (οδηγούς).
Στο βόρειο άκρο με πρόσοψη στη συμβολή των οδών ... και Ε. Α. πάνω από την είσοδο του γωνιακού καταστήματος υπήρχε μικρός εξώστης από σκυρόδεμα και τούβλα, χωρίς κολώνες αντιστήριξης. Λίγα εκατοστά κάτω από τα δύο σενάζ σκυροδέματος στο ύψος κάτω από τον πρώτο όροφο είχε τοποθετηθεί περιμετρικά σιδηροδοκός διατομής τύπου … που ενίσχυε πρόσθετα τη στατική επάρκεια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι τότε συγκύριοι Δ., Μ. και Ε. Τ. καθαίρεσαν τους τοίχους του ισογείου στο βορειοανατολικό τμήμα της πρόσοψης στη συμβολή των άνω οδών για δημιουργία βιτρινών καταστημάτων προσφόρων σε εκμίσθωση. Με τις παρεμβάσεις αυτές δημιουργήθηκαν διαιρετοί χώροι ως εξής: 1) ισόγειο κατάστημα εμβαδού 38,91 τ.μ με την πρόσοψη στις οδούς αυτές, 2) ισόγειο κατάστημα με πρόσοψη στην οδό Ε.
Α. εμβαδού 39,04 τ.μ, 3) ισόγειο κατάστημα 22,40 τ.μ στην οδό ..., 4) διαμέρισμα ορόφου 132 τ.μ.. Το 1999 η Θ. Τ. πώλησε το μερίδιό της (1/2 εξ αδιαιρέτου) στο ακίνητο προς τον Β. Ζ. που έκτοτε υπεισήλθε στη συγκυριότητα ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις συννομής. Τα καταστήματα στο ισόγειο λειτούργησε ως εξής α) το γωνιακό στη συμβολή των οδών 39,91 τ.μ (ορθόν: 38,91 τμ) λειτουργούσε ως ζαχαροπλαστείο από το 1970 μέχρι το 2006, β) το κατάστημα με εμβαδό 39,04 με πρόσοψη στην Ε.
Α. λειτούργησε ως υποδηματοποιείο μέχρι 30-7-2006 και γ) το κατάστημα των 22,40 τ.μ είχε εκμισθωθεί από τις Θ. Τ. και Ε. Κ. από 1-10-1996 μέχρι 31-12-2006 στην δικαιοπάροχο των εναγόντων (αρ. καταθ. ...) της πρώτης αγωγής Α. Κ. ως κοσμηματοπωλείο σύμβαση που παρατάθηκε αναγκαστικά λόγω δωδεκαετίας κατά νόμο (π.δ 34/1995 άρθρο 5 παρ. 1) στη θέση δε της εκμισθώτριας Θ.
Τ. υπεισήλθε το 1999 με την αγορά του μεριδίου της ο Β. Ζ.. Επί της ουσίας το μόνο κατάστημα που λειτουργούσε το 2007 έτος ήταν το τελευταίο, ως κοσμηματοπωλείο ενώ στα άλλα δύο διενεργούνταν εργασίες επισκευών. Στο κατάστημα των 38,91 τ.μ. η ενάγουσα Μ. Κ. είχε συνάψει στις 28-3-2007 σύμβαση μίσθωσης με τους Β. Ζ. και Ε.
Κ. για να λειτουργήσει επιχείρηση πώλησης αξεσουάρ, μπιζού, δώρων, ένδυσης με την επωνυμία A. A. H. είχε εγκαταστήσει συνεργείο εργατών υπό τον αρχιτέκτονα μηχανικό Φ. Κ. ώστε να εκτελέσει εργασίες διαμόρφωσης του χώρου με τίμημα 43.000 ευρώ. Ο τελευταίος ουδέποτε επισκέφθηκε το κατάστημα και απέστειλε το συνεργάτη του Γ.
Κ. για επίβλεψη. Στο γωνιακό κατάστημα των 38,91 τ.μ εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για χρήση του ως φούρνου πράγμα που ματαιώθηκε λόγω ακαταλληλότητας οπότε οι συννομείς αυτού (Ζ.-Κ.) αποφάσισαν με δικές τους δαπάνες να προβούν σε επισκευή και ανακαίνιση. Η εκτέλεση των εργασιών άρχισε το πρώτο δεκαήμερο Απριλίου 2007 έτσι ώστε να εργάζονται δυο συνεργεία στα όμορα ισόγεια καταστήματα (Κεντρικό-γωνιακό και αριστερό για τη θέα της οικοδομής από τη βορειοανατολική πλευρά της, του δεξιού όντος εκμισθωμένου στην Α.
Κ.). Στο γωνιακό κατάστημα οι εργάτες αποψίλωσαν το κατάστημα από παλαιούς σοβάδες, έκοψαν τους ορθοστάτες εφ' ών τα ρολά, έκοψαν με τροχό το μεταλλικό σιδηροδρομικό σχήματος "Η", αφαίρεσαν το πλαίσιο της τζαμαρίας και την ξύλινη οροφή αποκόπτοντας ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια στην οροφή που ήσαν εμπεπηγμένα στους περιμετρικούς τοίχους.
Ξαφνικά στις 25-4-2007 και ώρα 12:30 μ.μ. ακούστηκε θόρυβος έπεσαν σοβάδες έσπασε η κολώνα από τούβλα στο γωνιακό κατάστημα και όλο μαζί με τον εξώστη κατέρρευσε σε ερείπια. Κατόπιν αυτοψίας από την ... στις 26-4-2007 διαπιστώθηκε ότι τα εναπομείναντα τμήματα των τοίχων του ορόφου παρουσίαζαν ρηγματώσεις και αποκλίσεις από την κατακόρυφο, ο δυτικός τοίχος με έντονα στοιχεία ετοιμορροπίας και επικινδυνότητας για την όμορη οικοδομή, με τους ενδιάμεσους διαχωριστικούς τοίχους του ορόφου να παρουσιάζουν ανάλογα στοιχεία.
Διατάχθηκε η άμεση κατεδάφιση του πρώτου ορόφου που έγινε στις 28-4-2007. Η κατάρρευση οφείλεται στην έλλειψη συντήρησης και εκτέλεσης εργασιών στατικής ενίσχυσης, του πεπαλαιωμένου κτίσματος, στην καθαίρεση των τοίχων της πρόσοψης του ισογείου την δεκαετία του 1980 για την κατασκευή βιτρινών ευθύνη που βαρύνει τους συνιδιοκτήτες Β.
Ζ. και Ε. Κ. αντικειμενικά σύμφωνα με το άρθρο 925 Α.Κ. Επίσης οφείλεται στις εκτεταμένες εργασίες του Απριλίου 2007 από το συνεργείο επισκευής του Γωνιακού καταστήματος που είχε προστηθεί από τους Β. Ζ. και Ε. Κ. που πραγματοποίησε ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτίσματος. Σχετικά επ' αυτών και η από 20-5-2010 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ.
Α. που ορίστηκε στο πλαίσιο προανάκρισης σύμφωνα με την οποία "....ο Φέρων οργανισμός του κτηρίου ήταν κατασκευασμένος από τούβλα και όχι από οπλισμένο σκυρόδεμα. Αρχικά είχε κτισθεί τοίχος καθ' όλο το μήκος περιμετρικά του οικήματος. Πάνω σ' αυτόν τον τοίχο στηριζόταν το δάπεδο και οι τοίχοι του πάνω ορόφου.
Αργότερα (γύρω στο 1980 από μαρτυρίες) οι δύο τοίχοι που έβλεπαν στις παραπάνω οδούς κατεδαφίστηκαν για να κατασκευαστούν βιτρίνες, που έδωσαν μεγαλύτερη εμπορική αξία στο κατάστημα. Από τον τοίχο άφησαν μόνο ένα μικρό τμήμα που λειτούργησε σαν κολώνα. Αυτό προφανώς έγινε χωρίς στατική μελέτη από μηχανικό...." και η έκθεση αυτοψίας Χ.
Τ. αρχιτέκτονα μηχανικού με ημερομηνία 28-4-2007 και επιτόπια μετάβαση άμα του συμβάντος στις 25-4-2007 σύμφωνα με την οποία ".....Η οικοδομή έχει ανεγερθεί πρό του 1955 και άρα δεν υπάρχουν στοιχεία οικοδομικής άδειας.... διαπίστωσα 1) διακοπή της συνέχειας της σιδηροδοκού "…" (….) με τροχό, η οποία σιδηροδοκός ικανοποιούσε τη στατική επάρκεια (δέσιμο) της οικοδομής, 2) βγάλσιμο των μεταλλικών οδηγών των ρολών μαζί με την τζαμαρία και των μεταλλικών ορθοστατών που στήριζαν την οροφή περιμετρικά χωρίς να μεριμνήσουν για την τοποθέτηση υποστηλωμάτων, αποδυναμώνοντας έτσι τη στατική επάρκεια του κτιρίου, 3) καθαίρεση της ξύλινης οροφής του καταστήματος που αποτελείτο από ξύλα με έδραση στον τοίχο, αποδυναμώνοντας έτσι την συμπεριφορά των τοίχων σε οποιανδήποτε καταπόνηση, 4) αποψίλωση των παλαιών σοβάδων στους τοίχους και τις κολώνες που ήταν από συμπαγή τούβλα, χρησιμοποιώντας προφανώς κρουστικά εργαλεία εξασθενώντας έτσι τη συνοχή των τούβλων, που λειτουργούσαν, ως φέρων οργανισμός του κτιρίου.
Η επέμβαση εσωτερικά και εξωτερικά του καταστήματος, εγένετο με εμπειρικούς (sic) μεθόδους, προφανώς δίχως την επίβλεψη μηχανικού. Όλα τα παραπάνω είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση του πλέον ευπαθούς τμήματος της οικοδομής (γωνία) λόγω και ύπαρξης μαρκίζας (μπαλκόνι) στην πρώτη καταπόνηση...". Οι εναγόμενοι ως συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου ενώ γνώριζαν το παλαιό της κατασκευής και τις παρεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό εντούτοις από αμέλεια δεν φρόντισαν να ελέγξουν τη στατικότητα του κτίσματος ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση επειδή πίστευαν ότι αυτό δεν θα καταρρεύσει, αλλά και ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους εργάτες στερούμενους καθοδήγησης από επιβλέποντα μηχανικό γνώστη του χώρου.
Συνυπευθυνότητα της Μ. Κ. για λογαριασμό της οποίας εκτελούνταν εργασίες ανακαίνισης στο νότιο κατάστημα δεν απεδείχθη. Ουδόλως το εργατοτεχνικό προσωπικό που προστίθηκε υπ' αυτής εκτέλεσε εργασίες ικανές να συμβάλλουν έστω και σε μικρό ποσοστό στην κατάρρευση. Τούτο συνάγεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι προαναφερθέντες ειδικοί δεν αποδίδουν στις εργασίες αυτές κάποια πλημμέλεια αιτιωδώς συνδεόμενη με το αποτέλεσμα της κατάρρευσης.
Τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες όπου τα καταστήματα μισθωμένα από την Α. Κ. (δεξιά στην θέση του καταρρεύσαντος) και της Μ. Κ. (αριστερά) δεν φέρουν αλλοιώσεις τέτοιες που να δεικνύουν ότι η πρώτη οφείλετο σε κάποιο από αυτά και περισσότερο του δευτέρου με τις εργασίες ανακαίνισης. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ.
Κ. απέκοψε τρία ξύλινα οριζόντια δοκάρια στο μίσθιο αυτής που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στο γεγονός με την επίκληση μαρτυρίας προανακρίσεως αλλά και στο ποινικό δικαστήριο του μάρτυρος Α. Τ. που είχε προστηθεί για την παρακολούθηση των εργασιών από την Μ. Κ.. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αναληθής διότι ο μάρτυρας αυτός διατηρεί εχθρικές σχέσεις με την εργοδότιδά του αν και σύζυγος εξαδέλφης της τελευταίας λόγω διενέξεως μετά το ατυχές συμβάν, πρωτίστως δε αβάσιμος διότι και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης αφού η αποκοπή αυτή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του πεπτωκότος κτιρίου (βλ.
κυρίως την 20-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α. όπου "....το πιθανότερο είναι πάντως οι εργασίες να μην επηρέασαν τη στατικότητα....". Η απαλλαγή του Β. Ζ. από το ποινικό Δικαστήριο με την 241/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... για το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής με την οριστική και τελεσίδικη αυτή απόφαση δεν παράγει κατ' αρχήν δεδικασμένο σχετικά με την αμέλεια του για το παρόν Δικαστήριο ..., αλλά εκτιμώμενη ως τεκμήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια ...
δεν κρίνεται, μετά από συνεκτίμηση και όλων των άνω, προσκομιζομένων από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων (και όχι μόνο όσα ως αναπτύχθηκαν και προσκομίστηκαν στο ποινικό δικαστήριο), ικανή να θεωρηθεί ως άγουσα σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπο του όπως η αμέλεια αυτή περιγράφεται ανωτέρω... Περαιτέρω από την κατάρρευση της οικοδομής αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν οι ακόλουθες ζημιές: ...
Βάσει αυτών πρέπει όσον αφορά την ... αγωγή να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι Β. Ζ., Α. Τ., Κ.Ι. Τ. και Β. Τ. (των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης εξ αυτών ενεχομένων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος) υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες Γ., Α. και Σ. Κ., (ως κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας Α.
Κ.), κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας καθενός απ' αυτούς, ήτοι κατά ποσοστό 2/8 στον πρώτο και από 3/8 σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο εξ αυτών το συνολικό ποσό 26.405,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής. Σχετικά με την αριθμ. καταθ. 135/2009 αγωγή πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι Β.
Ζ., Α. Τ., Κ.Ι. Τ. και Β. Τ. (των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης εξ αυτών ενεχομένων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος), υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα Μ. Κ. 16.544,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις με αρ. καταθ. 6/2017 και 7/2017 εφέσεις των εναγομένων Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. (κληρονόμων της αρχικώς εναγόμενης Ε. Κ.) και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Β. Ζ., αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. ... αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που, ως προς μεν την με αριθ.
καταθέσεως ... αγωγή είχε αποφανθεί ομοίως και είχε επιδικάσει υπέρ των κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας Α. Κ., ήτοι των Γ. Κ., Α. Κ. και Σ. Κ. (ήδη δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων) το συνολικό ποσό των 26.405,08 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως προς δε την με αριθ.
καταθέσεως 135/2009 αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης (Μ. Κ.) είχε επιδικάσει το συνολικό ποσό των 13.295,87 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της, αφού είχε δεχθεί ότι στην πτώση του κτίσματος συνετέλεσε κατά ποσοστό 20% και η ίδια η άνω ενάγουσα, ενώ, αντίθετα, δέχθηκε την με αρ.
καταθέσεως 1/2018 αντέφεση της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης (Μ. Κ.) και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την άνω πρωτόδικη απόφαση, ως προς την με αρ. καταθέσεως 135/2009 αγωγή της Μ. Κ., κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής αυτής, την οποία δέχθηκε τελικά εν μέρει και ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας, μετά την παραδοχή ότι η ενάγουσα δεν συνετέλεσε στην πτώση του κτίσματος, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στην άνω ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16.544,84 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της.
Ήδη, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται α) ότι για το ποινικό αδίκημα της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης στους αναιρεσίβλητους, ήτοι της αδικοπραξίας (άρθρο 914 ΑΚ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις για την πρόστηση (άρθρο 922 ΑΚ), κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ` αριθμ. 241/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ...
και β) ότι για το ποινικό αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του μάρτυρα Α. Τ., συγκατηγορούμενού του και κατηγορούμενου για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ` αριθμ. 755/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές των άνω ποινικών αποφάσεων, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτές εν μέρει τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακόλουθα δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές των άνω αμετάκλητων αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω με αριθ. 241/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ..., χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ, εξάλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι "Η απαλλαγή του Β.
Ζ. από το ποινικό Δικαστήριο με την 241/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... για το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής με την οριστική και τελεσίδικη αυτή απόφαση δεν παράγει κατ' αρχήν δεδικασμένο σχετικά με την αμέλεια του για το παρόν Δικαστήριο ..., αλλά εκτιμώμενη ως τεκμήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια ...
δεν κρίνεται, μετά από συνεκτίμηση και όλων των άνω, προσκομιζομένων από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων (και όχι μόνο όσα ως αναπτύχθηκαν και προσκομίστηκαν στο ποινικό δικαστήριο), ικανή να θεωρηθεί ως άγουσα σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπο του όπως η αμέλεια αυτή περιγράφεται ανωτέρω....", δεν αποτελεί δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, εφόσον, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ` αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα.
Εξάλλου, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την ως άνω με αριθ. 755/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ως προς το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, αξιολογώντας μόνο την κατάθεση, στην προανάκριση και στο ποινικό δικαστήριο, του μάρτυρα Α.
Τ., καταλήγοντας μάλιστα ότι ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ. Κ. απέκοψε τρία ξύλινα οριζόντια δοκάρια στο μίσθιο αυτής που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στην πτώση του κτίσματος και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η αποκοπή αυτή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του κτιρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης για την κατάρρευση του κτιρίου, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:
α) την υπ' αριθ. 241/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ..., με την οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, β) την υπ' αριθ. 755/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Α.
Τ. των αξιόποινων πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδορκία μάρτυρα, αντίστοιχα, και γ) την υπ' αριθ. 1588/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο προστηθείς από την πρώτη αναιρεσίβλητη Γ. Κ. για το αδίκημα της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, η ίδια δε ακριβώς αξιόποινη συμπεριφορά αποδίδεται και στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως του ότι το πιο πάνω δικαστήριο την κήρυξε αθώα.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "...το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: α) τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας με τις σχετικές ποινικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια...", σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, πέραν του ότι ρητά μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η με αριθ. 241/2013 αθωωτική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των ..., ενώ λόγος γίνεται και για την κατάθεση του μάρτυρα Α.
Τ., με την παραδοχή μάλιστα ότι και αληθής υποτιθέμενη δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η επικαλούμενη αποκοπή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του κτιρίου. Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τα αίτια της κατάρρευσης του κτιρίου, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.
Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, που ορίζει ότι: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 355/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, ο κύριος ή ο νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεως, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα του κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του, απαλλάσσεται δε ο κύριος ή νομέας, αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.
Πρόκειται δηλαδή εδώ για τυπική περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση. Ο λόγος της ευθύνης αυτής είναι ότι έχοντας αυτός την εκμετάλλευση του κτίσματος, πρέπει να φέρει και τους κινδύνους από την πτώση του. Επομένως, αν αυτή οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση του κτίσματος, ο κύριος ή ο νομέας αυτού ευθύνεται ασχέτως αν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση των καταστάσεων αυτών του κτίσματος, ευθύνεται δηλαδή και αν δεν είχε ενεργήσει αυτός την ελαττωματική κατασκευή του κτίσματος αλλά άλλος, από τον οποίο αγόρασε το κτίσμα, ή αν η πλημμελής συντήρηση οφείλεται επίσης στο δικαιοπάροχό του (ΑΠ 340/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1878/2013).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 447/2019).
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1221/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μεν τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, ενώ, τόσο η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.
Κ., όσο και η αρχικώς ενάγουσα Α. Κ., στήριξαν τις ένδικες αγωγές τους μόνο στα άρθρα 914 και 922 ΑΚ, επικαλούμενοι αδικοπρακτική ευθύνη των προστηθέντων από αυτόν εργατών, όχι δε και στο άρθρο 925 ΑΚ για την αντικειμενική ευθύνη ιδιοκτήτη από πτώση κτίσματος, παρά ταύτα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποδίδει σ' αυτόν και αντικειμενική ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 925 ΑΚ, χωρίς να υπάρχει τέτοια βάση στις αγωγές και άρα έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τις ενάγουσες, με τον δε τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι οι άνω αγωγές έπρεπε να απορριφθούν κατ' αρχήν ως αόριστες, ως προς την από το άρθρο 925 του ΑΚ βάση της αντικειμενικής του ευθύνης, λόγω του ότι δεν αναφέρονταν καθόλου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, παρά μόνο επιγραμματικά αναφέρεται η ιδιότητά του ως κυρίου και νομέα του κτίσματος, ενώ η ενάγουσα Μ.
Κ. μόνο με τις από 10.9.2014 προτάσεις της συμπλήρωσε, απαραδέκτως, ότι στην κατάρρευση συνετέλεσε και η εγκληματική αμέλεια των συγκυρίων στη συντήρηση της οικοδομής. Οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με τους λοιπούς (πρώτο και δεύτερο) λόγους αυτής, της επάλληλης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης περί ευθύνης των εναγομένων κατά τις περί προστήσεως διατάξεις, η οποία (επάλληλη αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, με την πληττόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η κατάρρευση του άνω κτίσματος οφείλεται αφενός στην έλλειψη συντήρησης και εκτέλεσης εργασιών στατικής ενίσχυσης του πεπαλαιωμένου κτίσματος, ευθύνη που βαρύνει τους συνιδιοκτήτες Β. Ζ. και Ε. Κ. αντικειμενικά σύμφωνα με το άρθρο 925 ΑΚ, αφετέρου δε στις εκτεταμένες εργασίες του Απριλίου 2007 από το συνεργείο επισκευής του γωνιακού καταστήματος που είχε προστηθεί από τους εναγόμενους Β.
Ζ. και Ε. Κ., που πραγματοποίησε ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό του κτίσματος. Αναφέρεται δηλαδή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, τόσο κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ (αντικειμενική ευθύνη) με βάση την αναφερόμενη πτώση του άνω κτίσματος, του οποίου ήταν συνιδιοκτήτης, όσο και με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 922, 914 ΑΚ), ως προστήσας τα άτομα εκείνα που είχαν αναλάβει την επισκευή του άνω γωνιακού καταστήματος.
Η δεύτερη αυτή αιτιολογία, περί ευθύνης του αναιρεσείοντος βάσει των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, κατά την αντίστοιχη βάση και των δύο αγωγών, λόγω του ότι αυτός είχε προστήσει τους εργατοτεχνίτες που πραγματοποίησαν τις ανεπίτρεπτες εργασίες στον φέροντα οργανισμό του κτίσματος, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης και, συνεπώς, αφού δεν τελεσφόρησε η προσβολή της αιτιολογίας αυτής με τους δύο πρώτους λόγους της αναίρεσης, παρέπεται ότι οι άνω τρίτος και τέταρτος λόγος, με τους οποίους πλήττεται αποκλειστικά η πρώτη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί αντικειμενικής ευθύνης του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 925 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα ..., 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2020 αίτηση του Β. Ζ. για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά εξόδων των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ