Legislator Case Law & Legislation
1925/2019 AI generated

1925/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1925/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1925 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2019

Legislator headnote

AI generated

1925/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1925 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1925 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει: Α) την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και Β) την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Π. Κ. του Μ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αναστάσιο Τριανταφύλλου και Γρηγόριο Βλάχο περί αναιρέσεως της 2418/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Π. Κ. του Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αναστάσιο Τριανταφύλλου και Γρηγόριο Βλάχο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και 1) ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 39/11.9.2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και 2) ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 9632/18-9-2019 αίτησή του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Β) να γίνει δεκτή ως προς τον πρώτο λόγο αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση του κατηγορουμένου και τους πληρεξούσιους δικηγόρους που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες α) από 11-9-2019 με αριθμό 39/2019 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και β) από 16-9-2019 και με αριθμό γενικού πρωτ. 9632/18-9-2019 αίτηση- δήλωση του Π. Κ. του Μ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2418/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες ως συναφείς, να ερευνηθούν περαιτέρω.

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως"• Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ, :

α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεση του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ. 1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή", όσο και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επιφέρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο.

Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ, ως νυν ισχύει. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου (171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ) σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1.

αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ... και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε".

Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ (αρθρ. 590 παρ.1 εδ. α' και 596 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ), υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμο όροι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο.

Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995).

Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διάφορο αυτού στον οποίο έγινε η επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της έφεσης απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή".

Τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση.

Κατ'ορθή όμως ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως κατοικία του η αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, όπου αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αγνώστου διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε.

Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και έγινε η επίδοση απόντος αυτού και ως εκ τούτου δεν έλαβε γνώση αυτής, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ'ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης (ΑΠ Ολ. 2/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2418/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση (με αριθμό εκθέσεως 51911/29-11-2018) του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της αποφάσεως 23606/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο , σε ποινή φυλακίσεως 5 ετών, μετατραπείσα σε χρηματική.

Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει κατά λέξη τα ακόλουθα << α) Ο εκκαλών Π. Κ. μετακόμισε από την Ελλάδα, για λόγους επαγγελματικούς, και κατοικεί μόνιμα από το έτος 2012 με την οικογένεια του στην ..., επί της οδού ..., όπου έχει γνωστή και σταθερή διαμονή.

Με την υπ' αριθμ. ….29/25.1.2012 Βεβαίωση Μεταβολής Ατομικών Στοιχείων Φυσικού Προσώπου της Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, προκύπτει ότι ο εκκαλών είναι μόνιμος κάτοικος ... και ότι αντίκλητος του στην Ελλάδα είναι ο κ. Σ. Π. του Ι., με διεύθυνση στην οδό ..., Τ.Κ. .... Τελευταία γνωστή διεύθυνση στην Ελλάδα του εκκαλούντος ήταν η οδός ..., στην ..., όπου διέμενε οικογενειακώς σε ιδιόκτητη κατοικία, την οποία και πούλησαν στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Ως εκ τούτου η επίδοση της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 23606/2015 καταδικαστικής ερήμην απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι άκυρη, διότι ο εκκαλών ποτέ δεν ήταν άγνωστης διαμονής κατά το χρόνο επίδοσής της. Ουδέποτε, συνεπώς, υπήρξε αγνώστου διαμονής. Ουδέποτε κλήθηκε από οποιαδήποτε Αρχή, ούτε εμφανίσθηκε σε οποιαδήποτε Αρχή ούτε δήλωσε, οπουδήποτε, διαφορετική της ανωτέρω, διεύθυνση, ώστε να είναι, συνεπώς, υποχρεωμένος να δηλώσει μεταβολή διευθύνσεως. (β) Εξάλλου και η, οποία, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως υπ' αριθμ. 23606/2015 του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν μπορεί να αποδεικνύεται και δεν αποδεικνύεται νομίμως, με έγκυρο αποδεικτικό:

αα) για τον αμέσως ανωτέρω λόγο, αλλά και ββ) γιατί το αποδεικτικό, που δήθεν θα αποδεικνύει την ανωτέρω επίδοση, είναι άκυρο, δοθέντος όχι ο εκκαλών δεν αναζητήθηκε στην τελευταία, μόνη και ανέκαθεν γνωστή διεύθυνση κατοικίας και διαμονής του στην Ελλάδα (οδός ..., ...), ουδέ η επίδοση έγινε στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο του, Σ.

Π. του Ι., στην οδό ..., Τ.Κ. ..., ενώ, εξάλλου, δεν αναζητήθηκε, ουδέ έγινε η επίδοση στην γνωστή (στις Φορολογικές ' Αρχές) διεύθυνση κατοικίας και διαμονής του στην αλλοδαπή, ήτοι στην ... (οδός ...).

Εξάλλου, ενόψει της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, ο εκκαλών δεν έλαβε γνώση αυτών, ώστε, επικουρικώς ασκεί την παρούσα τύποις εκπροθέσμως, λόγω ανωτέρας βίας, αφού έλαβε γνώση της υπάρξεως της ανωτέρω, ερήμην του, καταδίκης, μόλις προ επτά (7) ημερών, ήτοι στις 22.11.2018, ύστερα από τηλεφωνική κλήση (...585) του Αστυνόμου, Ν.

Π., του Τ.Α. ....". Είχε, δηλαδή, προβάλλει ο αναιρεσείων ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, επικαλούμενος ότι κατά το χρόνο της επιδόσεώς της (26-9-2017 ως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως) είχε γνωστή διεύθυνση κατοικίας στη .... Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, ο εκκαλών-κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, επανέλαβε τον ως άνω ισχυρισμό, προς απόδειξη δε αυτού εξέτασε μάρτυρα και προσκόμισε σχετικά έγγραφα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προαναφερθείσα έφεσή του ως εκπρόθεσμη με την ακόλουθη αιτιολογία : <<Ο εκκαλών προκειμένου να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο ασκήσεως της από 29/11/2018 κρινομένης έφεσής του κατά της εκκαλούμενης (23606/2016) απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για μη καταβολή χρεών στο δημόσιο, υπό την ιδιότητά του ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "...", προβάλλει ισχυρισμό ότι έλαβε πρώτη φορά γνώση της εκκαλουμένης απόφασης στις 22/11/2018, ύστερα από τηλεφωνική κλήση αρμοδίου προϊσταμένου οργάνου του Τ.Α. ..., αιτιώμενος ότι.

τόσο το κλητήριο θέσπισμα (επιδοθέν 30/4/2014) όσο και η εκκαλουμένη απόφαση (επιδοθείσα 26/9/2017) επιδόθηκαν εσφαλμένα ως άγνωστης διαμονής, για το λόγο ότι αναζητήθηκε ο ίδιος στη διεύθυνση ..., τόπο διαμονής φορολογικού εκπροσώπου (αντικλήτου) Σ. Π.. πρόσωπο που ο εκκαλών δήλωσε ως αντίκλητο, διότι ο εκκαλών διαμένει από 2012 στο εξωτερικό συγκεκριμένα, στη ...

επί της οδού ..., διεύθυνση που δεν ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημ/κων Αθηνών. Η ιδία δήλωσή του, ως κατοίκου εξωτερικού επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο παρών εκκαλών-κατηγορούμενος, με την από 29/11/2018 ασκηθείσα έφεσή του μετά συνημμένων λόγων αυτής, ακυρότητα επιδόσεως τη-c καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, ως αγνώστου διαμονής, ενόψει ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης.

Ωστόσο, σύμφωνα και με όσα εξέθεσε στην 8810/2018 αίτησή του για αναστολή της πρωτόδικης απόφασης ο εκκαλών ως κάτοικος εξωτερικού (...), με την υπ' αρ. 629/25-1-2012 δήλωσή του προς την ΔΟΥ Κατοίκων Εξωτερικού, διόρισε μεν ως φορολογικό εκπρόσωπο του (αντίκλητο), με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα (αναφέρει ΔΟΥ ...), τον Σ.

Π. του Ι., ωστόσο κατά παράβαση άρθρου 8 της σχετικής ΠΟΛ. 1283/30-12-2013 (ΦΕΚΒ'3367/31.12.2013) διότι δεν έγινε μνεία (δήλωση) της ταχυδρομικής διεύθυνσής του (εν λόγω αντικλήτου), στην οποία η Φορολογική Διοίκηση, θα μπορούσε να αποστέλλει κάθε είδους αλληλογραφία σχετική με τον φορολογούμενο-εκκαλούντα. Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας επιδόσεως της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, ως αγνώστου διαμονής, ενόψει ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, την κατάθεση του μάρτυρος και του ιδίου του εκκαλούντος καθώς και από όλη τη συζήτηση, προέκυψε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης (23606/2015) ερήμην σε βάρος του απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν διατηρούσε πλέον κατοικία στην Ελλάδα, γεγονός όμως που δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει η αρμόδια Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών.

Τούτο διότι ο εκκαλών ουδέποτε κατέστησε γνωστή την αλλαγή τόπου κατοικίας του, παρότι ότι υπήρξαν διαδοχικές αλλαγές τόπου κατοικίας.- του, προς διευκόλυνση του έργου των Αρχών και του ιδίου, στην ανωτέρω αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, με γνωστοποίηση δηλαδή της εκάστοτε διεύθυνση κατοικίας του στο εσωτερικό και βεβαίως της μετεγκατάστασης του στο εξωτερικό.

Ενόψει τούτων, συνεπεία και των διαδοχικών αλλαγών τόπου κατοικίας του, προφανώς κατέστησε λίαν δυσχερές το έργο των αρχών, να περιέλθει δηλαδή ο τόπος κατοικίας του σε γνώση της εισαγγελικής αρχής (Αθηνών), παρά τις σχετικές αναζητήσεις της τελευταίας. Βάσει των ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο αξιολογώντας, το αποδεικτικό επίδοσης και τα λοιπά ανωτέρω στοιχεία της παρούσας δικογραφίας (καταθέσεις και έγγραφα) κρίνει ότι η αρμόδια Εισαγγελία (Αθηνών) εξάντλησε τις δυνατότητες να εντοπίσει και να ανεύρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας του κατηγορούμενου, συνεπώς ορθά κατά νόμο έγινε η επίδοση της καταδικαστικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης ως αγνώστου διαμονής.

Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ.". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, στέρησε την απόφαση του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, καίτοι δέχεται ότι κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων δεν διατηρούσε κατοικία στην Ελλάδα και εμμέσως ότι ήταν κάτοικος εξωτερικού και ότι για το λόγο αυτό είχε διορίσει ως φορολογικό εκπρόσωπο του (αντίκλητο) τον Π.

Σ., με φορολογική κατοικίας στην Ελλάδα (στην οδό ...), εν τούτοις, στη συνέχεια, αρκέσθηκε στην αιτιολογία ότι "ουδέποτε κατέστησε γνωστή την αλλαγή τόπου κατοικίας του.. ..στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως...", αιτιολογία η οποία δεν αρκεί, ενόψει του ότι σ'αυτήν δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε και σε καταφατική περίπτωση πώς ότι είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή ότι είχε εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να προχωρήσει, μετά από αυτά, στην απόρριψη της εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνιστάμενη στη στέρηση από τον τελευταίο (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο) του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, που παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (αρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμων των σχετικών, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ, λόγων αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειες, πρέπει, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού ή μη της εφέσεως του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του ζητήματος αυτού) και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης.

Οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στους λόγους της από 16-9-2019 αιτήσεως του Π. Κ., αιτιάσεις αυτού περί μη νομότυπης επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού, ως ήδη ειπώθηκε, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα και μόνο της κρίσεως αυτής, αποκλείεται δε η δυνατότητα προβολής και έρευνας οποιουδήποτε άλλου λόγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2418/2019 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Noεμβρίου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ