1925/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1925 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2017
Legislator headnote
AI generated1925/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1925 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2017
Full text
Απόφαση 1925 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) V. G. του D., κατοίκου ..., 2) G. Z. του V., κατοίκου ... και 3) C. E. του F., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο - Νικόλαο Κλειτσίκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "....", νομίμως εκπροσωπουμένης, που εδρεύει στη ..., ως πλοιοκτήτριας του Φορτηγού εμπορευμάτων πλοίου "...", 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ..., ως εκπρόσωπος της άνω εταιρείας και του Φορτηγού εμπορευμάτων πλοίου "...", νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα - Κωνσταντίνο Τζήμα και 3) Δ. Ζ. του Β., κατοίκου ... και 4) Χ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-7-2005 και 8-9-2005 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5655/2006 μη οριστική, 5181/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε τις δύο προαναφερόμενες αγωγές με την από 11-9-2006 αγωγή του ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου και 461/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση και των τριών αυτών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-1-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 23-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος -με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος- διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.Α.Π. 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας η πρώτη και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ανδρέα-Κωνσταντίνο Τζήμα, ως πληρεξούσιο αυτών, ο οποίος και προσκομίζει τα υπ' αριθμ. ... και .../8-2-2016 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή, ενώ ο τρίτος και ο τέταρτος αυτών, Δ. Ζ. και Χ. Τ., δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξάλλου από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Ειδικότερα δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση για την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 8 Φεβρουαρίου 2016 κατά την οποία αναβλήθηκε κατ' άρθρ. 226 § 4 ΚΠολΔ η συζήτηση, απόντων των ως άνω αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ούτε αποδεικτικό επιδόσεως της αιτήσεως αυτής προς τους αναιρεσείοντες εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ούτε τέλος γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων των ανωτέρω στις προτάσεις των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, αφού οι αναιρεσείοντες δεν κατέθεσαν προτάσεις. Δεδομένου δε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς. Όπως προκύπτει από το άρθρο 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 835/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 566 §2 του ίδιου Κώδικα: "αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά". Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τον τρόπο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, όσον αφορά εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 11-7-2005 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ αριθμ. 5655/2006 και 5181/2010 μη οριστική και οριστική αντίστοιχα, αποφάσεις, με την δεύτερη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η αγωγή αναφορικά με τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες εταιρείες και απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους. Κατά των ως άνω αποφάσεων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 461/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επί της εφέσεως κρίση αναφορικά με τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες, ενώ έγινε δεκτή ως προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη οριστική ως προς αυτούς απόφαση, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς αυτούς. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη τόσο ως προς την μη οριστική απόφαση όσο και ως προς την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως ενσωματωθείσα η τελευταία στην προσβαλλόμενη εφετειακή. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περιπτ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Ως "αίτηση" όμως, δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον προαναφερθέντα από τον αριθμό 8 αναιρετικό λόγο (ΑΠ 845/2009).
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του και με την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο εφέσεώς τους, με τον οποίο παρεπονούντο ότι δεν εξετάστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την επιβολή σ' αυτούς εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα αλλ' απλώς εξετέθησαν στην απόφαση οι σχετικές διατάξεις του νόμου και με τη μη εξέταση αυτή προσβάλλονται τα συνταγματικά τους δικαιώματα, που προστατεύονται παράλληλα και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο εξέτασε και ρητά απέρριψε στην ουσία τον σχετικό λόγο της εφέσεως, ο οποίος άλλωστε δεν διελάμβανε συγκεκριμένη αιτίαση για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά μόνο την -κατά τους εκκαλούντες- μη συμβατότητα της συγκεκριμένης διατάξεως με το άρθρο 20 του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, περί της οποίας ρητά επίσης αποφάνθηκε το Εφετείο. Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το εφετείο ότι δεν αποφάνθηκε για το συγκεκριμένο λόγο εφέσεως και επομένως άφησε αίτησή τους αδίκαστη, είναι απαράδεκτος διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος εφέσεως δεν αποτελεί "αίτηση". Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ότι το ένδικο ναυτικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των τρίτου και τετάρτου των εναγομένων, ανθυποπλοιάρχου και πλοιάρχου, αντιστοίχως, του φορτηγού πλοίου "..." αφ' ενός και του πρώτου ενάγοντος, κυβερνήτη του αλιευτικού σκάφους "..." αφ' ετέρου, κατά ποσοστά 65% και 35%, αντιστοίχως, είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον η κρίση αυτή του εφετείου αναφέρεται αποκλειστικά στους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, Δ. Ζ. και Χ. Τ.
Απορρίπτει ως προς τους α'και β'των αναιρεσιβλήτων την από 9 Ιανουαρίου 2015 αίτηση των 1) V. G., 2) G. Z., 3) C. E., για αναίρεση των υπ' αριθμ. 5655/2006 και 5181/2010 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και υπ' αριθμ. 461/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ