Legislator Case Law & Legislation
1925/2016 AI generated

1925/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1925/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1925 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1925/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1925 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
undeclared gainful employment dismissal for forgery commercial fraud by employee unemployment benefit fraud missing case documents insufficient valid signatures
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1925 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1925/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3456/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την "..." που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. ...5-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 5-2-2016 (αρ.πρωτ. ...2016) αίτηση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-2-2016 κατ’ άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 3456/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2) και πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.

ΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ ορίζεται ότι: "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Mε την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η κατάρτιση εξ αρχής εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ’ του Π.Κ.) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου), ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του. Ως χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία κατά την παράγραφο 1 εδ. β’ συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία καθιστά προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο σε εκείνον του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση, παρέχουσα την δυνατότητα σ’ αυτόν να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου, χωρίς να απαιτείται και η πραγματική γνώση του περιεχομένου του ή η παραπλάνησή του. Αυτό μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο τον δράστη που επιδιώκει την παραπλάνηση του άλλου, είτε μέσω τρίτου προσώπου που τελεί σε καλή πίστη. Η χρήση του πλαστού από τον ίδιο τον πλαστογράφο είναι συντιμωρητή υστέρα πράξη και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση. Αυτοτελές έγκλημα χρήσης πλαστού από τον πλαστογράφο ανακύπτει, όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί αυτός πλέον ως πλαστογράφος. Υποκειμενικώς δε για την θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση ότι είναι πλαστό ή νοθευμένο το έγγραφο. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος ως προς τα λοιπά στοιχεία, πλην του σκοπού παραπλάνησης για τον οποίο απαιτείται υπερχειλής δόλος. Το παραπλανώμενο μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο. Η παραπλάνηση πρέπει να αναφέρεται σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιωμάτων ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το αρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς, όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα, αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν, από την πράξη αυτή του δράστη, άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτά συνάγεται ότι οι παραπάνω πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από τα δικά της πραγματικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμό 3456/2015 απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ’ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερόμενων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, μάρτυρες, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες παρόντων κατηγορουμένων), ότι αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Μ. Ν. του Σ. (4ο κατηγορούμενο) αποδείχθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: "... το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τους στο διατακτικό αναφερόμενους τόπους και χρόνους εκτέλεσαν τις δια του κατηγορητηρίου αποδιδόμενες σ’ αυτούς και χαρακτήρα πλημμελήματος φέρουσες αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση, οι πρώτος και δεύτερος τούτων, β) της απάτης ο δεύτερος, γ) της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και δ) της απλής συνέργειας σε απάτη οι τρίτος και τέταρτος τούτων, όπως τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσης περιγράφονται. - Έτσι ειδικότερα αποδείχτηκε ότι οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων, οι οποίοι τυγχάνουν αδελφοί, αντιμετωπίζοντες οικονομικά προβλήματα και επιδιώκοντες την λήψη δανείου παρά της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, παρότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους οι προς τούτο κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις, προκειμένου να επιτύχουν αυτό και αποκομίσουν αντίστοιχο προς το ποσό του δανείου παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία αυτής, προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες: Συγκεκριμένα, ήλθαν κατ’ αρχάς σε επαφή με τον τρίτο των κατηγορουμένων, ο οποίος τυγχάνει συγγενής των και ακολούθως με τον τέταρτο εξ’ αυτών και με προτροπές και παραινέσεις και με την επιπλέον προς αυτούς γενομένη διαβεβαίωση ότι θα τους κατέβαλαν, μη επακριβώς προσδιορισθέν χρηματικό ποσό αν τελικώς επετύγχαναν την λήψη δανείου, έπεισαν αυτούς να προβούν στην κατάρτιση των ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης αναφερομένων πλαστών εγγράφων ήτοι (βεβαιώσεων εργοδότη, εξοφλητικών αποδείξεων μισθοδοσίας και δηλώσεων φόρου εισοδήματος), προκειμένου εν συνεχεία, δια της προσκομιδής αυτών στην ανωτέρω Τράπεζα να επιτύχουν την παραπλάνηση των αρμοδίων προς τούτο υπαλλήλων της περί της γνησιότητας αυτών και περί της ιδιότητάς των ως απασχολουμένων δια συμβάσεως εργασίας και ως πληρούντων εντεύθεν τις προϋποθέσεις δανειοδοτήσεώς των και έτσι δια τρόπου τούτου καταστεί δυνατή η έγκριση των δανείων, την χορήγηση των οποίων επρόκειτο αυτοί να ζητήσουν. Πράγματι, στα πλαίσια της ως άνω επιδιώξεώς του, στις 25.2.2008 ο δεύτερος τούτων υπέβαλε τηλεφωνικώς αίτηση για την έγκριση και λήψη υπ’ αυτού δανείου χρηματικού ποσού 18.000 Ευρώ και στη συνέχεια στις 27.2.2008 προσήλθε αυτοπροσώπως στο υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, που βρίσκεται στην ... Αττικής και υπέβαλε προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι δικαιούται δανειοδοτήσεως παρά της ανωτέρω τραπέζης, τα κατωτέρω αναφερόμενα πλαστά δικαιολογητικά, ήτοι: α) την από 26.2.2008 πλαστή βεβαίωση εργοδότη, β) τις από του μηνός Δεκεμβρίου 2007 έως και του μηνός Ιανουαρίου 2008 εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας και γ) πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2008 και παρέστησε έτσι ψευδώς στους ανωτέρω υπαλλήλους ότι ηργάζετο ως μάγειρας στο ψητοπωλείο - καφετέρια του Χ. Γ., που βρίσκεται στο ... Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 15.1.2007 έως 26.2.2008 με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 1.298,90 Ευρώ. Με τον τρόπο δε αυτό έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους του άνω Τραπεζικού Υποκαταστήματος ότι πληρούνται στο πρόσωπο του οι προς δανειοδότησή του προϋποθέσεις και ενέκριναν ούτοι την χορήγηση σ’ αυτόν του αιτηθέντος δανείου ποσού 18.000 Ευρώ, εκ των οποίων εισέπραξε μετρητοίς το ποσό των 15.000 Ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000 Ευρώ κατατέθηκε σε ανοιχθέντα επ’ ονόματί του τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ποσό του οποίου όμως η εκταμίευση δεν κατέστη δυνατή διότι τούτο κατασχέθηκε, δεδομένου ότι αποκαλύφθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις δανειοδοτήσεως του άνω κατηγορουμένου. Εξάλλου και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, στις 28.2.2008 προσήλθε και ούτος στο άνω Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης και προσκόμισε τα στο διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα επίσης πλαστά δικαιολογητικά για τη λήψη του ανωτέρω υπ’ αυτού αιτηθέντος δανείου ποσού των 20.000 Ευρώ. Όταν όμως οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της άνω Τραπέζης διαπίστωσαν ότι η προσκομισθείσα απ’ αυτόν από 27.2.2008 βεβαίωση της εργοδότιδός του Α. Μ. ήτο ομοία κατά περιεχόμενο με την προσκομισθείσα προηγουμένως από τον αδελφό του, υποψιάστηκαν ότι δεν ήτο γνήσια και ότι δεν πληρούνται στο πρόσωπό του οι προς δανειοδότησή του προϋποθέσεις και κατόπιν τούτου επικοινώνησαν αμέσως με την φερομένη στην ανωτέρω βεβαίωση εργοδότριά του, η οποία τους διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε είχε απασχολήσει στην επιχείρησή της τον κατηγορούμενο αυτόν. Κατόπιν τούτου ο τελευταίος κριθείς ύποπτος συνελήφθη υπό των προς τούτο υπό των υπαλλήλων της άνω τραπέζης κληθέντων αστυνομικών οργάνων. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά βεβαίωσε τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η έχουσα ιδία αντίληψη αυτών, Διευθύντρια του άνω Υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, η οποία κατέθεσε επίσης ότι εκ του ανωτέρω ληφθέντος από τον δεύτερο των κατηγορουμένων ποσού των 15.000 Ευρώ επεστράφη υπό τούτου στην Τράπεζα μόνο το ποσό των 500 Ευρώ και εξακολουθεί να οφείλει εισέτι ούτος το υπόλοιπο τοιούτο των 14.500 Ευρώ, κατά το οποίο και ωφελήθηκε παρανόμως, με αντίστοιχη ισόποση ζημία της άνω Τράπεζας. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε επίσης ότι ο 3ος κατηγορούμενος, προκειμένου να διευκολύνει τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, έφερε αυτούς σε επαφή με τον τέταρτο και ο τελευταίος από κοινού και σε συνεργασία με τον τρίτο προέβησαν για τον προεκτεθέντα σκοπό στην κατάρτιση των ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσης μνημονευομένων εγγράφων, ενώ παράλληλα ούτοι (3ος και 4ος) έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στους δύο πρώτους, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν οι τελευταίοι προσκομίζοντας αυτά στους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας, ώστε να επιτύχουν την παραπλάνηση των τελευταίων και την εκταμίευση των ποσών των δανείων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι 3ος και 4ος των κατηγορουμένων παρέσχον απλή συνδρομή στον 2ο τούτων δια της παραδόσεως σ’ αυτόν των άνω εγγράφων με τα οποία στη συνέχεια επέτυχε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του άνω υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος οι οποίοι και ενέκριναν την χορήγηση σ’ αυτόν του ανωτέρω ποσού των 18.000 Ευρώ, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ποσό των 14.500 Ευρώ, το οποίο δεν επεστράφη, με συνέπεια να επέλθει κατά το άνω ποσό αντίστοιχη ισόποση ζημία της ανωτέρω τραπέζης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχτούν ένοχοι της αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση και επιπλέον ο δεύτερος τούτων και εκείνης της πράξεως της απάτης, οι δε τρίτος και τέταρτος των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ’ εξακολούθηση και της απλής συνέργειας σε απάτη του β’ κατηγορουμένου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού (με τον τρίτο κατηγορούμενο, Γ. Κ.), κατ’ εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος και της απλής συνέργειας σε απάτη σε βαθμό πλημμελήματος με το ακόλουθο διατακτικό: "...από κοινού ενεργώντας, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο τέλεσης, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1) Στην ... Αττικής, γύρω στα μέσα Φεβρουαρίου 2008, με πρόθεση ενεργώντας και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκαναν δε χρήση των εγγράφων αυτών και σκόπευαν να προσπορίσουν σε τρίτους συνολικό περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη συνολική ζημία της παθούσας άνω 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο από πρόθεση ενεργώντας, κατάρτισαν: (α) την από 27.2.2008 πλαστή βεβαίωση εργοδότη της Α. Μ. θέτοντας, χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, την υπογραφή της υπό την σφραγίδα της επιχείρησής της και το Α.Φ.Μ. της, με την οποία η ανωτέρω δήθεν βεβαίωνε ότι ο Σ. Κ. εργαζόταν στο ψητοπωλείο της, στη ... Αττικής (οδ. ...), ως ψήστης από τις 2.2.2007 έως 27.2.2008, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.248,67 ευρώ, (β) τις από Δεκέμβριο του 2007 και Ιανουάριο 2008 εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας της πιο πάνω εργοδότριας, θέτοντας, χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, την υπογραφή της υπό τη σφραγίδα της επιχείρησής της και το Α.Φ.Μ. της, με την οποία η ανωτέρω δήθεν βεβαίωνε ότι τους πιο πάνω δύο μήνες ο Σ. Κ. εργάστηκε και ασφαλίστηκε επί 25 ημέρες, του κρατήθηκαν 240,01 ευρώ για εισφορές προς το Ι.Κ.Α. και οι καθαρές του αποδοχές ανήλθαν στις 1.248,67 ευρώ, (γ) την πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του Σ. Κ. για το οικονομικό έτος 2008, θέτοντας την υπογραφή του παραλαβόντος αυτήν εφοριακού Π. Ι. με το όνομά του και το βαθμό του, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, με την οποία φερόταν ότι ο Σ. Κ. στις 20.2.2008 δήλωσε προς τη Δ.Ο.Υ. ... εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες (17.985,38 ευρώ), αναλογούντα φόρο (2.893,17 ευρώ) και παρακρατηθέντα φόρο (2.575,64 ευρώ), προκειμένου να παραπλανηθούν με τη χρήση των ως άνω εγγράφων οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της ... στην ... Αττικής για το ότι ο Σ. Κ. εργαζόταν στην επιχείρηση - ψητοπωλείο - της Α. Μ. στη ... Αττικής από 2.2.2007 έως 27.2.2008, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.248,67 ευρώ. Έκαναν δε χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων, παραδίδοντας τα στον συγκατηγορούμενό τους Σ. Κ., προκειμένου ο τελευταίος να τα χρησιμοποιήσει, προσκομίζοντας τα στους υπαλλήλους της ..., ώστε να τους παραπλανήσει και να του εκταμιεύσουν το δάνειο που ζητούσε. Επίσης, κατάρτισαν: (δ) την από 26.2.2008 πλαστή βεβαίωση εργοδότη του Χ. Γ., θέτοντας, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, την υπογραφή του υπό την σφραγίδα της επιχείρησής του και το Α.Φ.Μ. του, με την οποία ο ανωτέρω δήθεν βεβαίωνε ότι εργαζόταν (ο Α. Κ.) στο ψητοπωλείο - καφετέρια του, στο ... Αττικής (Λεωφ. ...), ως μάγειρας από τις 45.1.2007 έως 26.2.2008, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.298,90 ευρώ, (ε) τις από Δεκέμβριο του 2007 και Ιανουάριο 2008 εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του πιο πάνω εργοδότη, θέτοντας, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, την υπογραφή του υπό τη σφραγίδα της επιχείρησής του και το Α.Φ.Μ. του, με την οποία ο ανωτέρω δήθεν βεβαίωνε ότι τους πιο πάνω δύο μήνες εργάστηκε και ασφαλίστηκε (ο Α. Κ.) επί 25 ημέρες, του κρατήθηκαν από 249,65 ευρώ για εισφορές προς το Ι.Κ.Α. και οι καθαρές του αποδοχές ανήλθαν στις 1.298,90 ευρώ και (στ) την πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του Α. Κ. για το οικονομικό έτος 2008, θέτοντας την υπογραφή του παραλαβόντος αυτήν εφοριακού Π. Ι. με το όνομά του και το βαθμό του, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, με την οποία φερόταν ότι ο Α. Κ. στις 21.2.2008 δήλωσε προς τη Δ.Ο.Υ. ... εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες (18.184,05 ευρώ), αναλογούντα φόρο (3.152,67 ευρώ) και παρακρατηθέντα φόρο (2.870,91 ευρώ), προκειμένου να παραπλανηθούν με τη χρήση των ως άνω εγγράφων οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της ... στην ... Αττικής για το ότι ο Α. Κ. εργαζόταν στην επιχείρηση - ψητοπωλείο - καφετέρια του Χ. Γ., στο ... Αττικής (Λεωφ. ...), από τις 15.1.2007 έως 26.2.2008, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.298,90 ευρώ, σκοπεύοντας έτσι να εγκριθεί και να εκταμιευθεί το αιτούμενο από τον τελευταίο δάνειο ποσού 18.000 ευρώ και να αποκομίσει περιουσιακό όφελος ποσού ίσου με το ποσό του δανείου και αντίστοιχη βλάβη της .... Έκαναν δε χρήση των πιο πάνω πλαστών εγγράφων, παραδίδοντάς τα στον συγκατηγορούμενό τους Α. Κ., προκειμένου ο τελευταίος να τα χρησιμοποιήσει, προσκομίζοντάς τα στους υπαλλήλους της ..., ώστε να τους παραπλανήσει και του εκταμιεύσουν το δάνειο που ζητούσε. 2) Στην ... Αττικής, γύρω στα μέσα Φεβρουαρίου 2008, με πρόθεση ενεργώντας και με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος παρείχαν συνδρομή στον συγκατηγορούμενό τους Α. Κ. πριν την τέλεση της πράξης της απάτης που τέλεσε, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσας, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, παρέδωσαν στον συγκατηγορούμενό τους Α. Κ. την από 26.2.2008 πλαστή βεβαίωση εργοδότη του Χ. Γ., τις από Δεκέμβριο του 2007 και Ιανουάριο 2008 εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του πιο πάνω εργοδότη και την πλαστή δήλωση φορολογίας εισοδήματος του (Α. Κ.) για το οικονομικό έτος 2008, που αυτοί πλαστογράφησαν, εν γνώσει του ότι ο τελευταίος θα τα χρησιμοποιούσε για να παραπλανήσει, με τη χρήση τους, τους υπαλλήλους της ... και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, λαμβάνοντας δάνειο από την Τράπεζα αυτή, χωρίς να έχει τις απαραίτητες προς τούτο προϋποθέσεις. Με τον τρόπο αυτό παρείχαν συνδρομή πριν την τέλεση της πράξης της απάτης που διέπραξε ο Α. Κ., ο οποίος με τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα, στις 27.2.2008, παραπλάνησε τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της ... στην ... Αττικής για το ότι εργάζεται στο ψητοπωλείο - καφετέρια του Χ. Γ., στο ... Αττικής (Λεωφ. ...), ως μάγειρας από τις 15.1.2007 έως τις 26.2.2008, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.298,90 ευρώ και έτσι έλαβε ως δάνειο το ποσό των 18.000 ευρώ, το οποίο δεν μπορούσε να αποπληρώσει, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημίας της ως άνω Τράπεζας. Διαπράττουν δε το έγκλημα της απλής συνέργειας σε απάτη κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και την οργανωμένη ετοιμότητά τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του ως άνω εγκλήματος προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.". IV. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τις πράξεις της πλαστογραφίας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και της απόπειρας απάτης από κοινού με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία της παθούσας, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης, εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ’ είδος και ότι λήφθηκαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 1, 13 στοιχ. γ’ , 26 παρ. 1α, 27, 45, 94 παρ.1, 98, 84 παρ. 2α’ και δ’ , 216 παρ. 1α’ και 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, με τις προκύπτουσες από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο που την εξέδωσε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ ως προς την πράξη της πλαστογραφίας χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης, καθόσον υπάρχουν σαφείς παραδοχές για την κατάρτιση εξ αρχής των ως άνω πλαστών εγγράφων, από κοινού, εκ μέρους του αναιρεσείοντος (Μ. Ν., 4ου κατηγορουμένου) και του τρίτου κατηγορούμενου (Γ. Κ.), καθώς και για την παράδοση αυτών στους συγκατηγορουμένους τους Σ. και Α. Κ., προκειμένου οι τελευταίοι να τα προσκομίσουν στους υπαλλήλους της ..., ώστε να τους παραπλανήσουν και να τους εκταμιεύσουν τα ποσά των ζητηθέντων δανείων. Αναφορικά, όμως, με την κατάφαση της επιβαρυντικής περίπτωσης της πράξης αυτής, το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και λανθασμένα εφάρμοσε την ίδια ως άνω διάταξη του ΠΚ, καθόσον η παράδοση των πλαστών εγγράφων έγινε από τον αναιρεσείοντα και το Γ. Κ. στους αδελφούς Σ. και Α. Κ., οι οποίοι τελούσαν εν γνώσει της πλαστότητάς τους έχοντας μάλιστα καταδικασθεί ως ηθικοί αυτουργοί της κατάρτισής τους και στη συνέχεια για τη γενόμενη απ’ αυτούς χρήση τους. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα πλαστά έγγραφα παραδόθηκαν στους παραπλανημένους υπαλλήλους της Τράπεζας από τους στερούμενους καλής πίστης αδελφούς Κ. και όχι από τον αναιρεσείοντα και κατά συνέπεια δεν δικαιολογείται η παραδοχή, ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης. Για να υφίστατο η επιβαρυντική περίπτωση της πλαστογραφίας με χρήση απαιτείτο η χρήση των πλαστών εγγράφων να γινόταν από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και αυτός να ενεργούσε ιδιοχείρως με τη μορφή του άμεσου αυτουργού Οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος, Σ. Κ.ς και Α. Κ., στους οποίους παραδόθηκαν τα πλαστά έγγραφα μετά από προηγούμενη συνεννόηση με τον αναιρεσείοντα για να τα προσκομίσουν στους υπαλλήλους της ΕΤΕ, ώστε να τους παραπλανήσουν, δεν θα μπορούσαν να καθοδηγηθούν από αυτόν ή να υποταχθούν στους σκοπούς του, καθόσον γνώριζαν το επιλήψιμο των ενεργειών όλων στο σύνολό τους. Ενόψει λοιπόν του ότι οι ως άνω συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος ήσαν κακοπροαίρετοι αποδέκτες των πλαστών εγγράφων και στερούνταν καλής πίστης δεν υπάρχει περιθώριο να ενήργησε ο αναιρεσείων ως έμμεσος αυτουργός στη χρήση των πλαστών. Επομένως, είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι: α) το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση για την ενοχή του μόνο από την απολογία του συγκατηγορουμένου του Γ. Κ. και β) η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής για αυτόν κρίσης, αναφέρονται και οι μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως, αν και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής δεν εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας υπεράσπισης, οι οποίες ενσωματώνονται και εκφράζονται αντιστοίχως με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι, όσον αφορά μεν την πρώτη από αυτές, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η δικανική πεποίθηση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι αποκλειστικά στο περιεχόμενο της απολογίας του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του (αναγνωσθέντα έγγραφα, μάρτυρες στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, μεταξύ δε τούτων και του μάρτυρα Α. Γ. Κ.), όσον αφορά δε τη δεύτερη από αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ναι μεν δεν εξετάσθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου αλλά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όμως, η ρηματική τους αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της τελευταίας απόφασης, μαζί με τα άλλα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και ουδεμία ακυρότητα επήλθε από το λόγο αυτό.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ ΚΠοινΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

V. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, προκύπτει δε η ως άνω μερική βασιμότητα του προαναφερθέντος 2ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά τα μέρη της: α) περί της συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης στην τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα πλαστογραφία και β) περί ποινής ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση και της απλής συνέργειας σε απάτη από κοινού και να απαλειφθεί η σχετική αναφορά ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό αυτής. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρούμενο μέρος της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμό 3456/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απαλείφει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης την επιβαρυντική περίπτωση στην τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα πλαστογραφία.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το περί ποινής ως προς τις ανωτέρω πράξεις και συνολικής γενικώς ποινής κεφάλαιό της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5-2-2016 και με αριθμό πρωτ. ...5-2-2016 αίτηση του Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 3456/2015 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ