1925/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1925 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1925/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής Ï...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1925 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1925/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Αναιρεσείοντος - Καλούντος: 1) Ε. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Μ., που ανακάλεσε την από 1-4-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ., ο οποίος δεν παραστάθηκε διότι όπως αναφέρεται στην από 27/3/2012 κλήση απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους καλούντες: 2) Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ν. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ζ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 6) Λ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Μ., που ανακάλεσε την από 1-4-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7301/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3254/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2010 αίτησή τους, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 22ας/2/2012 οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 27-3-2012 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 8-2-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω πρώτο και δεύτερο λόγους της. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγω διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως . Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου , ήταν πληρεξούσιός του. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 πστ1, 96 παρ1, 104 και 576 παρ1 και 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφ'όσον όμως ο πληρεξούσιος του, που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου , ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολιπόμενο. Εάν δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτησή της. Εξάλλου, σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 ΚΠολΔ) η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την μετ' αναβολή συζήτηση ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την από 19-7-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων με σχετική καταχώρηση αρ.124, τόμος 23, έτος 2011, απεβίωσε ο αρχικώς αναιρεσείων Γ. Λ. του Ν. στην …στις 19-7-2011, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Λ., Δ. Λ., Ν. Λ., Ζ. Λ. και Λ. Λ., με την από 27-3-2012 κλήση - δήλωση βίαιης διακοπής και συνέχισης της δίκης που επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Γ. Μ. του Δ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. Ρ., δήλωσαν τη βίαιη διακοπή της δίκης και τη συνέχιση της από αυτούς. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού , κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (2-4-2014), δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε υπέβαλε την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασης του στο ακροατήριο. Εξ άλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφού αυτοί προσκομίζουν τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Π. Ρ.. Από την πρώτη έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Α. Μ., έγινε επίδοση στον αναιρεσίβλητο αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτή πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε αρμόδιο για εκδίκαση της τμήμα, το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και την από 28-1-2011 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκασή της, η 22 Φεβρουαρίου 2012. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Αρείου Πάγου, κατά τη δικάσιμο της 22-2-2012 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε. Από την υπ' αρθ. ... έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 27 Μαρτίου 2012 κλήσης των αναιρεσειόντων Ε. Λ. και ως άνω καθολικών διαδόχων του Γ. Λ., με τις κάτω από αυτήν από 20-4-2012πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της η 18-9-2013, πράξη του Γραμματέα του Αρείου Πάγου με την οποία βεβαιώνεται ότι γράφηκε στο Πινάκιο του Γ' Πολιτικού Τμήματος με αύξοντα αριθμό 38 και κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγους, προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο της 18ης Σεπτεμβρίου 2013, η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο της 2-4-2014. Επομένως και δεδομένου ότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για το σχηματισμό της κρίσης του επί πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αρ.11 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ1 και 2 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη, επιτρέπεται η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην πρώτη παράγραφο για τους μάρτυρες. Το δευτεροβάθμιο, όμως, δικαστήριο, μπορεί να αποκρούσει, ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα (άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ) που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτοδίκη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, όταν συντρέχει περίπτωση μη προσκομιδής στην πρωτόδικη δίκη των εγγράφων απόδειξης από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, στην κυριαρχική εξουσία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανήκει η λήψη ή μη λήψη υπόψη, ως αποδεικτικού εγγράφου, των εγγράφων των οποίων γίνεται επίκληση και προσκομιδή για πρώτη φορά ενώπιον αυτού, ενώ χωρίς τη συνδρομή τέτοιας περιπτώσεως, για την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διαλάβει απολογία, τα έγγραφα αυτά λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 18-3-2010 προτάσεις των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι τελευταίοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτώς προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο ασκούσαν αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους, τα από 5-9-1986 και 28-12-1968 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης του επίδικου ακινήτου ως και τις από 9-12-1971 και 13-12-1974 αποδείξεις είσπραξης μισθώματος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα ως άνω έγγραφα με την αιτιολογία ότι αυτά προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες εκπρόθεσμα ήτοι με την προσθήκη των προτάσεών τους και χωρίς να αφορούν αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού του ενάγοντος. Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τα ως άνω, ενώπιον του (νομίμως δε των προτάσεων των αναιρεσειόντων προσκομισθέντα με επίκληση) έγγραφα και να μη τα συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπέπεσε στην επικαλουμένη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως επικληθέντος και προσκομισθέντος αλλά και σε εκείνη από τον αριθμό 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ ήτοι της κήρυξης παρά το νόμο ως απαραδέκτων των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς είναι βάσιμοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (Εφετείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσίβλητο κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3254/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ