1925/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1925 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2008
Legislator headnote
AI generated1925/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1925 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2008
Full text
Απόφαση 1925 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1925/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μανώλη με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33258/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 655/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 21 Απριλίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 319 ΑΚ, αν επισπεύδεται αναγκαστική εκποίηση κατά του οφειλέτη, όποιος εξαιτίας της κινδυνεύει να χάσει εμπράγματο δικαίωμα ή την κατοχή πάνω στο πράγμα που εκποιείται, έχει δικαίωμα να ικανοποιήσει το δανειστή με καταβολή, δημόσια κατάθεση ή συμψηφισμό. Εφόσον δε ο δανειστής ικανοποιείται, αυτός που τον ικανοποίησε υποκαθίσταται στα δικαιώματά του.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση της υποκαταστάσεως τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή είναι, μεταξύ άλλων, να έχει αυτός ( τρίτος) εμπράγματο δικαίωμα ή κατοχή επί του πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 31/7/2003 αγωγή της ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα :
Με σύμβαση έργου που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός του πρώτου εναγομένου (εργολάβου) και αφετέρου των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων (εργοδοτών), ψιλού κυρίου και επικαρπωτή, αντιστοίχως, οικοπέδου, ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με δικές του δαπάνες, πολυώροφη οικοδομή στο οικόπεδο των αντισυμβαλλομένων του, με αντιπαροχή την εκ μέρους των οικοπεδούχων μεταβίβαση σε αυτόν ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε ορισμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών-διαμερισμάτων της ανεγερθησομένης οικοδομής.
Ο εργολάβος ανέλαβε συγχρόνως την υποχρέωση έναντι των αντισυμβαλλομένων του να καταβάλει στο ΙΚΑ τις σχετικές με την οικοδομή εργοδοτικές ασφαλιστικές παροχές. Δυνάμει συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως ο πρώτος εναγόμενος (εργολάβος) ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της ενάγουσας να της πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το περιγραφόμενο στην αγωγή διαμέρισμά της οικοδομής, το οποίο ήταν μέρος της αντιπαροχής του, αλλά δεν έχει ακόμη μεταβιβασθεί κατά κυριότητα σ'αυτόν από τους οικοπεδούχους, αντί τιμήματος που έχει ήδη καταβληθεί.
Δεδομένου ότι ούτε ο εργολάβος ούτε οι οικοπεδούχοι έχουν καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων σχετικών με την οικοδομή εργοδοτικών ασφαλιστικών παροχών προς το ΙΚΑ, το τελευταίο προέβη σε κατάσχεση του επίδικου διαμερίσματος και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού. Η ενάγουσα, προκειμένου να αποτρέψει τον πλειστηριασμό, αναγκάστηκε να καταβάλει στο ΙΚΑ το ποσό των 11.804,11 ευρώ, για την ολοσχερή δε εξόφληση του χρέους απαιτείται η καταβολή επιπλέον ποσού 33.890,25 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν του ιστορικού αυτού η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, τα ως άνω χρηματικά ποσά. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή καθόσον αυτή στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτου .....
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 391 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της. Ειδικότερα εντοπίζει το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας στο ότι αυτό απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της, αν και κατ' εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως, για την οποία (εφαρμογή) συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, η ενάγουσα εδικαιούτο να απαιτήσει την καταβολή των ζητουμένων χρηματικών ποσών, ως υποκατασταθείσα στα σχετικά δικαιώματα του ικανοποιηθέντος ΙΚΑ.
Σύμφωνα όμως με τη σκέψη που προηγήθηκε, στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 319 ΑΚ, καθόσον η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι είχε εμπράγματο δικαίωμα ή κατοχή πάνω στο διαμέρισμα για το οποίο πρόκειται, αφού, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, απλώς είχε προσυμφωνηθεί η προς την ενάγουσα πώληση, μεταβίβαση και παράδοση αυτού κατά κυριότητα, νομή και κατοχή.
Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου.
Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου, ως μη νόμιμη, η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη αιτιολογία.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Επομένως ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2007 αίτηση της ..... για αναίρεση της 655/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ