Legislator Case Law & Legislation
1925/2007 AI generated

1925/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1925/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1925 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1925/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη κÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1925 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1925/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ιωαννίδη. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/ΕΓΜ 7/2003/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 §§ 1 και 3, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησής αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν επισπεύδει άλλος, αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Προκύπτει επίσης ότι, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσης του η προς αυτόν επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, αλλά απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη. Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων. Αυτός επικαλείται και προσκομίζει τη ........... και ........... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ........... από τις οποίες αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 21-3-2007 κλήσεως του αναιρεσείοντος μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για τη σημερινή δικάσιμο της 2-10-2007, επιδόθηκαν νομίμως στην ίδια την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε αυτός κατέθεσε, κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελεί μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, μπορεί να γίνει και από τον εργαζόμενο, όχι μόνο ρητώς αλλά και σιωπηρώς, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες κατά τρόπο αναμφίβολο προκύπτει, κατ΄ αντικειμενική κρίση, η βούληση του για λύση της συμβάσεως σ΄ αυτή δε την περίπτωση ο εργοδότης δεν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή των υπηρεσιών του τελευταίου, ούτε υπάρχει υποχρέωση καταβολής στον εργαζόμενο της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920 ή του β. δ/τος της 16/18-7-1920. Εξάλλου κατά το άρθρο 5 § 3 εδ/ α΄ του ν. 3.198/1955 η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως, και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: Η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί στην ......... επιχείρηση ζαχαροπλαστείου, στις 20-2-2002 προσέλαβε τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα με σύμβαση εργασίας ενός έτους ως τεχνίτη ζαχαροπλαστικής. Η σύμβαση αυτή μετά τη λήξη της κατέστη αορίστου χρόνου και συνεχίστηκε μέχρι την 23-5-2003, οπότε η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να της επιστρέψει το ποσό των 585 ευρώ, που αναλογούσε με τον βαρύνοντα αυτόν φόρο μισθωτών υπηρεσιών, τον οποίο δεν είχε παρακρατήσει από τις μηνιαίες αποδοχές του. Αυτός ενοχλήθηκε και με επιδεικτικό και έντονο τρόπο "πέταξε την ποδιά του" και αποχώρησε από την εργασία του, κατά τη διάρκεια του ωραρίου του. Το γεγονός ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του εκ μόνου του λόγου ότι δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει στην εναγομένη το ως άνω ποσό προκύπτει, τόσο εκ των προσκομιζομένων καταστάσεων, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του, όσο και εκ των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, ενισχύεται δε και εκ του ότι ο ίδιος κατέβαλε το ως άνω ποσό τον Φεβρουάριο του έτους 2003 και από κανένα στοιχείο προκύπτει, ότι η εναγομένη είχε προαποφασίσει την απόλυση του. Εξάλλου, ενώ ισχυρίζεται ότι η εναγομένη τον απέλυσε στις 24-5-2003, αυτός είχε καταφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 22 του ιδίου μηνός, γεγονός που υποδηλώνει ότι είχε προαποφασίσει την αποχώρηση του και δεν δικαιούται αποζημιώσεως, η δε συμπεριφορά της εναγομένης δεν υπερβαίνει τα όρια που τάσσονται από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επίσης αποδεικνύεται ότι, ανεξαρτήτως της οικειοθελούς αποχωρήσεως του ενάγοντος, η εναγομένη στις 28-5-2003 του κατέβαλε ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό των 2548,3 ευρώ, από το οποίο παρακράτησε 555 ευρώ για τον βαρύνοντα αυτόν φόρο μισθωτών υπηρεσιών και 20 ευρώ, ως αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας, η οποία (παρακράτηση) οφείλεται σε πλάνη της εναγομένης και δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε την Έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει το κεφάλαιο της αγωγής, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και την καταβολή μισθών υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα αν ο αναιρεσείων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του ή αν απολύθηκε και του καταβλήθηκε ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωση. Και τούτο διότι, πλην του επεισοδίου της 23-5-2003, κατά το οποίο αυτός εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να δηλώσει και την οριστική του αποχώρηση, δεν διαλαμβάνονται άλλα περιστατικά και από τα εκτιθέμενα στην απόφαση καταλείπεται αμφιβολία ότι ο αναιρεσείων εξέφρασε ρητώς ή σιωπηρώς τη βούληση του περί λύσεως της συμβάσεως. Επίσης, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων το Φεβρουάριο του έτους 2003 κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 555 ευρώ για τον βαρύνοντα αυτόν φόρο μισθωτών υπηρεσιών, ακολούθως δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως παρακράτησε από την καταβληθείσα αποζημίωση το ως άνω ποσό, ως οφειλόμενο από τον αναιρεσείοντα και έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως δεν ήταν άκυρη εκ του λόγου αυτού, χωρίς να διευκρινίζει αν η παρακράτηση από την αποζημίωση του ως άνω ποσού, αφορούσε μεταγενέστερη οφειλή του αναιρεσείοντος από το φόρο μισθωτών υπηρεσιών. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας και του συνεχομένου κεφαλαίου της καταβολής μισθών υπερημερίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ..Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 292/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ