Legislator Case Law & Legislation
1924/2025 AI generated

Appeal dismissed for second defendant; appeal allowed in part against first defendant regarding mental anguish damages.

Case Number 1924/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second defendant but allowed it in part against the first defendant. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding regarding the cause of the accident, but the court rejected this as an inadmissible challenge to the court's discretionary evaluation of evidence. Consequently, the appeal was rejected against the second defendant and remanded for retrial against the first defendant concerning the awarded mental anguish damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the substantive evaluation of evidence by the court of first instance is inadmissible as it infringes upon the non-reviewable discretion of the lower court to assess facts and weigh proof.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence mental anguish damages remand for retrial discretionary assessment civil procedure substantive review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1924 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1924/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Σ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κυρίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. (K.) Ν. (N.) του Λ. και 2.Ο. (O.) Τ. (T.) του Ν., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Στεφάνου - Καμούτση, η οποία ανακάλεσε την από 28-8-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-09-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2416/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 09-10-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 9-10-2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2416/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών επί α) της από 27-12-2022 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) της από 24-1-2023 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμ.140/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του αναφερόμενου μέλους της οικογενείας τους κατά την παροχή της εργασίας του στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο-εργοδότη του.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσία την δεύτερη έφεση και κατά παραδοχή της πρώτης έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης στο σύνολό της-για τον δεύτερο τούτων για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου- δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 εδ.γ' του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη οφείλεται και επί επελθόντος θανάτου εργαζομένου κατά την παροχή εργασίας του, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών και τα λοιπά δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης οι συγγενείς του θανόντος εργαζομένου, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του δυστυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας, που ορίζεται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1543/2024, ΑΠ 1365/2023, ΑΠ 518/2021).

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψής του και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 160/2021).

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε παράλειψη, αυτή είναι παράνομη έναντι του ζημιωθέντος, στην περίπτωση που ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και ιδίως την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου) από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του, αδικοπραξία (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 1236/2023, ΑΠ 1615/2022, ΑΠ 160/2021).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι νομικές έννοιες και υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε.

Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 264/2022, ΑΠ 1615/2022).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ, που προβλέπει ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεν γίνεται προσδιορισμός του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει κατά τρόπο δεσμευτικό τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, από τη φύση του, κρίνεται αναγκαστικά από τις επιδράσεις των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά τη σαφή, όμως, έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, αδιάφορα αν συζούσαν με αυτόν ή διέμεναν χωριστά. Η επιδίκαση, όμως, της χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (ΟλΑΠ 21/2000).

Στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και η "εν διαστάσει σύζυγος" κατά το χρόνο θανάτωσής του, διότι η διάσταση των συζύγων κατά το χρόνο θανάτωσης ενός από αυτούς δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια της ΑΚ 932 (ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 520/2009). Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα, αν αυτή υπέστη πράγματι ή όχι ψυχική οδύνη από τη θανάτωση του συζύγου της και τούτο κρίνεται, κατά περίπτωση, βάσει των προσκομιζομένων αποδείξεων (ΑΠ 1208/2020, ΑΠ 520/2009).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 9/2016). Ο ανωτέρω δε λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα σε ελάσσονα πρόταση. (ΑΠ 726/2025, ΑΠ 1386/2024, ΑΠ 109/2022).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων, εργοδότης του θανόντος κατά την παροχή της εργασίας του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι από δική αποκλειστικά υπαίτια συμπεριφορά επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου του και όχι από συνυπαιτιότητα και του ιδίου, όπως παραδεκτά είχε ισχυριστεί, και επιδικάζοντας, μετά από απόρριψη των σχετικών λόγων της έφεσής του, στους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, χωρίς να λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό της, τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, και ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ανήκε στην οικογένειά του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου περί αδικοπραξιών διατάξεις (των άρθρων 914, 330 εδ.β', 932 ΑΚ) ευθέως, αλλά και πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εκτιθέμενης υπαίτιας συμπεριφοράς και του επελθόντος θανάτου του εργαζομένου του.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ν. Τ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων/εφεσίβλητων (ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων), είχε προσληφθεί στις 12/09/2007 από τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο/εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος εκμεταλλεύεται επιχείρηση γραφείου κηδειών στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου Αττικής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως οδηγός μεταφοράς λειψάνων, έξι (6) ημέρες την εβδομάδα (Από Δευτέρα έως Σάββατο) με ωράριο ημερήσιας απασχόλησης από 11:00-15:00.

Η εργασία του αυτή περιελάμβανε την μεταφορά της σορού θανόντων από το νοσοκομείο ή το σπίτι στο νεκροταφείο, αλλά συχνά πραγματοποιούσε και μεταφορές εκτός Αθηνών ή και εκτός Ελλάδας, καθόσον δυνάμει όρου της σύμβασης εργασίας του, αυτός υποχρεούνταν να ταξιδεύει, για επαγγελματικούς λόγους, οπουδήποτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη και τις ανάγκες της εταιρείας.

Στα πλαίσια της απασχόλησης του αυτής και κατόπιν σχετικής εντολής του εναγομένου εργοδότη του, αναχώρησε, στις 21:00 η ώρα περίπου, της 29/07/2016, από την Αθήνα με προορισμό την Ξάνθη, προκειμένου να μεταφέρει τη σορό νεκρού για να τελεστεί η κηδεία του. Στην Ξάνθη διέμεινε στο ξενοδοχείο "Νατάσσα" για το χρονικό διάστημα από ώρα 5:32 τα ξημερώματα της 30.7.2016 έως 8:41 της ίδιας ημέρας, ήτοι για τρεις ώρες περίπου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του εκπροσώπου της ξενοδοχειακής επιχείρησης ...

ΑΒΕΕ - ΞΕΕ, Φ. Π., και κατόπιν αναχώρησε για την επιστροφή του στην Αθήνα, όπου έφτασε απόγευμα της ίδιας μέρας και περί ώρας περίπου 16:00. Ακολούθως, ο εναγόμενος του ανέθεσε νέο ταξίδι εκτός Αττικής και συγκεκριμένα τη μεταφορά της σορού της θανούσας Ε. Κ. από την Αθήνα στην Κέρκυρα, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί το ίδιο βράδυ.

Ακολούθως ο Ν. Τ. αναχώρησε από την οικία του περίπου στις 3:00 τα ξημερώματα της 31.7.2016, προκειμένου να παραλάβει την σορό και να ξεκινήσει το ταξίδι του. Πράγματι, λίγη ώρα αργότερα, ήτοι στις 4:24, οδηγώντας το με αριθμό ... όχημα (νεκροφόρα) μάρκα - μοντέλο DAIMLER CHΕΥSL, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, πέρασε από τα διόδια του κόμβο Κηφισίας της Αττικής οδού και κατευθύνθηκε προς την ΙΟΝΙΑ ΟΔΟ.

Η οδός αυτή, είναι αυτοκινητόδρομος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και Λ.Ε.Α. και υφίσταται στο μέσον αυτής τσιμεντένιο στηθαίο διαχωριστικό των ρευμάτων κυκλοφορίας και, όπως αναγράφεται στην από 31/7/2016 έκθεση αυτοψίας του Υ/Α Κ. Ι., είχε δοθεί στην κυκλοφορία από το 48ο χιλ. (κόμβο Κεφαλοβρύσου) προς Ιωάννινα.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας επ' αυτής της οδού, είναι ενενήντα (90) χιλιόμετρα την ώρα που καθορίζονται με ρυθμιστικές πινακίδες, και κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπήρχαν διαδοχικές εργοταξιακές πινακίδες εκτέλεσης έργων. Χίλια (1000) μέτρα περίπου πριν τον τόπο του ατυχήματος υπήρχε σχετική σήμανση [αριστερά του οδοστρώματος οι πινακίδες Ρ 22 - δ, Π -77 και δεξιά του οδοστρώματος οι Ρ 52 - α και Π-78.

Επίσης κίτρινες πινακίδες που ανέγραφαν ΕΛΑΤΤΩΣΕΤΕ ΤΑΧΥΤΗΤΑ, ΔΙΕΛΕΥΣΗ και ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΞΟΔΟΣ ΕΡΓΟΤΑΞΙΟΥ. Επιπρόσθετα υπήρχαν πινακίδες Κ - 25 (: Προσοχή, άλλοι κίνδυνοι, μη δηλούμενοι στις πινακίδες) και Ρ - 30. Όσον αφορά το όριο ταχύτητας, από ενενήντα (90) χιλιόμετρα την ώρα που είναι στην οδό ΙΟΝΙΑ ΟΔΟ σταδιακά στα 1.000 περίπου μέτρα πριν τα διόδια έπεφτε με πινακίδα ρυθμιστική στο ανώτατο όριο ταχύτητας εξήντα (60) Χ/Ω, η οποία επαναλαμβάνονταν στα 300 μέτρα και εν συνεχεία στα σαράντα (40) Χ/Ω εκατό μέτρα πριν τον τόπο του ατυχήματος [...], οι δε λωρίδες κυκλοφορίας σταδιακά γινόταν μία (1) με μία κίτρινη διαγράμμιση.

Εκατό (100) μέτρα πριν το σταθμό διοδίων, όπου σταμάτα το διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο των ρευμάτων κυκλοφορίας υπάρχει το σχετικό τσιμεντένιο πλάτωμα διοδίων. Στο 61.500 χιλιόμετρο της άνω οδού, στο ύψος των υπό κατασκευή διοδίων του Αγγελοκάστρου και περί ώρα 7:35, το όχημα που οδηγούσε ο Ν. Τ., ενώ έβαινε με κατεύθυνση από Αντίρριο προς Ιωάννινα, εξετράπη της πορείας του αρχικά προς τα αριστερά παρασύροντας πινακίδες σήμανσης και στη συνέχεια πλαγιολίσθησε προς τα δεξιά, όπου προσέκρουσε σε μεταλλικά κιγκλιδώματα μετωπικά και τελικά ακινητοποιήθηκε στο τσιμεντένιο στηθαίο της οδού, χωρίς να έχει εμπλακεί άλλο όχημα στο συμβάν, όπως εκθέτει ο αυτόπτης μάρτυρας Δ.

Γ. (που εργαζόταν ως security στα. διόδια της ΙΟΝΙΑΣ ΟΔΟΥ, την ώρα του ως άνω ατυχήματος) στην από 4.8.2016 κατάθεσή του ενώπιον του Υ/Α Κ. Ι. αλλά και αποτυπώνεται στην από 31.7.2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε ο ίδιος ανωτέρω Υπαστυνόμος Α' I. Κ. Ακολούθως, ο οδηγός απεγκλωβίστηκε από την πυροσβεστική και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Μεσολογγίου, όπου απεβίωσε κατά τη διάρκεια χειρουργείου περί ώρα 9:20 στις 31.7.2016, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ....2016 πιστοποιητικό της χειρουργού του Γ.

Ν. Νοσοκομείο Μεσολογγίου Β. Π., λόγω κακώσεων θώρακα, κοιλιάς, πυέλου και κάτω άκρων. Κατά την νεκροψία - νεκροτομή που διενεργήθηκε δεν ανευρέθησαν αλκοόλ ή άλλες τοξικολογικές ουσίες στον οργανισμό του, αλλά ούτε και κάποια άλλη πάθηση, που να δικαιολογεί την απώλεια ελέγχου του οχήματος, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην από 17.11.2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών.

Επιπλέον δεν προέκυψε καμιά προϋπάρχουσα του ατυχήματος μηχανική ή άλλη βλάβη στο όχημα που οδηγούσε ο θανών, όπως προκύπτει από την από 5.8.2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των μηχανολόγων μηχανικών Δ. Π. και Α. Μ.

Συνακόλουθα, αιτία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ήταν η υπερβολική κόπωση και η έλλειψη ύπνου και ανάπαυσης του θανόντα οδηγού, καθώς μετά από το πέραν του επταώρου ταξίδι από Αθήνα προς Ξάνθη στις 29.7.2016, ξεκουράστηκε μόνο για τρεις ώρες σε ξενοδοχείο, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατόπιν επέστρεψε στην Αθήνα στις 30.7.2016 το απόγευμα ταξιδεύοντας επί 7ωρο, και λίγες ώρες αργότερα, ήτοι τα ξημερώματα της 31.7.2016 αναχώρησε για νέο πολύωρο ταξίδι στην Κέρκυρα.

Τα ως άνω συνεχόμενα ταξίδια για μεταφορές σορών αποθανόντων του τα ανέθεσε ο εναγόμενος ιδιοκτήτης της επιχείρησης του γραφείου τελετών και εργοδότης του, ο οποίος είχε υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια του εργαζόμενου του και την ξεκούραση του πριν από ένα πολύ ωραίο ταξίδι. Ήτοι, ο εναγόμενος δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, καθόσον από αμέλεια του δεν έλαβε και δεν τήρησε τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την σωματική ακεραιότητα του εργαζόμενου του, προκειμένου να αποφευχθεί το ανωτέρω εργατικό ατύχημα.

Διότι την προηγούμενη μέρα του ατυχήματος, ήτοι την 30/7/2016, ο θανών οδήγησε, στα πλαίσια της εργασίας του και κατ' εντολή του εναγόμενου - εργοδότη του, συνολικά, παρά το νόμο, δώδεκα (12) ώρες. Ήτοι από τις 12.00 το πρωί (της 30/7/2016) έως τις 5.00 το πρωί για να το ταξίδι από την Αθήνα προς την Ξάνθη (ενώ είχε προηγηθεί και ταξίδι τουλάχιστον δύο ωρών από τις 22.00 το βράδυ της 29/07/2016 έως τις 24.00 το βράδυ τις 29/7/2016 για το ταξίδι από Αθήνα προς Ξάνθη) και εν συνεχεία από τις 9.00 το πρωί (της 30/7/2016) έως τις 16.00 το απόγευμα για το ταξίδι της επιστροφής από την Ξάνθη προς την Αθήνα [1.

Ο ημερήσιος χρόνος οδήγησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες και 2. Ο κάθε οδηγός έχει ημερήσια ανάπαυση τουλάχιστον δώδεκα (12) ώρες (ΒΔ 882 /1961) - τα χρονικά όρια οδήγησης και εν γένει εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων στην Ελλάδα καθορίζονται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 561/2006 και από το ΒΔ 28.1/4.2.1938, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΠΔ 167/2006 καθώς και τις σχετικές ΣΣΕ και Διαιτητικές Αποφάσεις].

Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου- εργοδότη (που συνιστά και λόγο έφεσης) ότι αιτία του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος ήταν η υπερβολή (εννοεί υπερβολική) ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο θανών, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον, αποδείχθηκε η απασχόληση του (θανόντα) οδηγού πέραν του νόμιμου ωραρίου την προηγούμενη ημέρα του ατυχήματος [κατά τα ανωτέρω, πραγματοποίησε εντός είκοσι (20) περίπου ωρών, οδήγηση τουλάχιστον 1450 χιλιομέτρων, με ύπνο μόλις 3-4 ωρών], η οποία οδήγησε -κατά την κρίση του Δικαστηρίου- σε υπερκόπωση και εξάντληση αυτού, με αποτέλεσμα, την πρόκληση του ανωτέρω θανατηφόρου ατυχήματος την 31/7/2016, διότι ο προαναφερόμενος θανών, εξαιτίας αυτής (εξάντληση από υπερβολική απασχόληση), ούτε την ύπαρξη της πινακίδας Κ-25, κατά τα προαναφερόμενα, αντιλήφθηκε, που προειδοποιούσε για ύπαρξη κινδύνων, μη δηλουμένων στις πινακίδες, ούτε αντιλήφθηκε κατά την οδήγηση τις υπάρχουσες πινακίδες σήμανσης στα 1.000 μέτρα πριν τα διόδια, που αναφέρονταν στην μείωση του ορίου ταχύτητας από τα 90 Χ/Ω στα 60 Χ/Ω και εν συνεχεία στα 40 Χ/Ω, ώστε να εκτελέσει αναλόγως την πέδηση του οχήματος καθώς πλησίαζε τα διόδια, με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν τα όσα ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Επιπλέον, το γεγονός ότι από 1-1-2016 ο εναγόμενος δήλωσε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Δάφνης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας ότι ο υπάλληλός του Ν. Τ. απασχολούνταν με μερική τετράωρη απασχόληση για έξι ημέρες την εβδομάδα, ενώ προηγουμένως εργαζόταν με πλήρες ωράριο, δεν σημαίνει ότι αυτή ήταν και η διάρκεια της πραγματικής του απασχόλησης, καθώς δεν είχαν δηλωθεί οι ώρες απασχόλησής του για τις μεταφορές εκτός Αττικής, που συνομολογεί και ο εναγόμενος ότι πραγματοποίησε ο αποθανών, πλην της τελευταίας ένδικης μεταφοράς στην Κέρκυρα, η οποία δηλώθηκε αρκετές ώρες μετά την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος και προφανώς εξ αιτίας αυτού.

Περαιτέρω από τα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ηλικίας 44 ετών, αποβιώσας, ήταν σύζυγος της 1ης ενάγουσας και πατέρας του 2ου ενάγοντα, 19 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ο θανών βρισκόταν σε διάσταση με την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του- η οποία απασχολείτο ως βοηθός μπουφέ με μερική απασχόληση-και οι σύζυγοι διέμεναν σε διαφορετικές οικίες, χωρίς όμως να έχει λυθεί ο γάμος τους, και χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί ενέργειες για τη λύση του αυτού [...].

Οι ως άνω ενάγοντες, ως μέλη της οικογενείας του, συνδέονταν μαζί του με δεσμούς αγάπης, εκτίμησης και αλληλεγγύης με αποτέλεσμα ο απροσδόκητος θάνατός του να προκαλέσει σ' αυτούς ψυχικό πόνο και θλίψη και ως εκ τούτου ως μέλη της οικογένειάς του δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, απορριπτομένου του λόγου έφεσης του εναγομένου περί καλής εκτίμησης των αποδείξεων, αναφορικά με την επιδίκαση στην 1η ενάγουσα, χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας της πολύχρονης διάστασης με τον θανόντα.

Διότι κατά τ' αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η 1η ενάγουσα περιλαμβάνεται στην οικογένεια του αποβιώσαντος παρότι βρισκόταν σε διάσταση μ' αυτόν, κατά το χρόνο του θανάτου του. Λαμβανομένων δε υπόψη των κατά νόμο στοιχείων (ΑΚ 932), του βαθμού πταίσματος του εναγομένου αλλά και της ανυπαρξίας της υπαιτιότητας του θανόντος, την ηλικία αυτού (θανόντος), τον βαθμό συγγένειας και τις σχέσεις των εναγόντων με τον θανόντα, καθώς και τον βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης που δοκίμασε ο καθένας απ'αυτούς και το ότι σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι η ηθική παρηγορία και ανακούφιση των στενών συγγενών, το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για τον 2ο ενάγοντα, όπως ορθά έκρινε το δικαστήριο, και στο ποσό των τριάντα πέντε (35.000) ευρώ για την 1η ενάγουσα, απορριπτομένου του λόγου έφεσης του 2ου εκκαλούντα (τέκνου του αποβιώσαντος) περί επιδίκασης σε αυτόν μεγαλύτερου ποσού των 50.000 ευρώ λόγω αυξημένων οικονομικών αναγκών του μετά τον θάνατο του πατέρα του και δεκτού του λόγου έφεσης της 1ης εκκαλούσας (συζύγου του θανόντος ) περί επιδίκασης σ' αυτήν μεγαλύτερου ποσού των 7.000 ευρώ, καθόσον κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η διάσταση των συζύγων κατά το χρόνο θανατώσεώς του ενός απ' αυτούς, δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ. ..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα-εργοδότη για τον επελθόντα, κατά την παροχή της εργασίας του, θάνατο του εργαζομένου του, απέρριψε κατ' ουσία την από 24-1-2023 έφεσή του, και προσδιορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως μελών της οικογενείας του, για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-γιο του στο ποσό που του είχε επιδικαστεί και πρωτοδίκως και για την πρώτη αναιρεσίβλητη - εν διαστάσει σύζυγό του, σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που της είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως, κατά παραδοχή της από 27-12-2022 έφεσής τους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για τον ανωτέρω λόγο, και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου.

Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 35.000 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης, νομιμοτόκως.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την υπαίτια συμπεριφορά (αμέλεια) του αναιρεσείοντος, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και του επελθόντος θανάτου του εργαζομένου του κατά την παροχή της εργασίας του, καθώς και την ιδιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης ως μέλους της οικογένειάς του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδ.

β', 932 εδ. γ' του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν αντικειμενικά τις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και συγκεκριμένα της αμέλειας, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ως και της οικογένειας του θανόντος, που συνιστούν προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και δικαιολογούν την εφαρμογή τους για την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) ο αναιρεσείων - εργοδότης του θανόντος, στις 31-7-2016, (Ν. Τ.), οδηγού οχήματός του μεταφοράς λειψάνων-σωρών, από έλλειψη της προσοχής του που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει δεν μερίμνησε για την ασφάλεια του άνω εργαζομένου του προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος και του ανέθεσε δύο συνεχόμενες οδικές μεταφορές σωρών εκτός Αθηνών, που απαιτούσαν πολύωρη οδήγηση και κατά τη διάρκεια της νύχτας για δύο συνεχόμενα εικοσιτετράωρα (η πρώτη από Αθήνα προς Ξάνθη με επιστροφή και η δεύτερη, από Αθήνα προς Κέρκυρα), πέραν του ημερήσιου, συμβατικού (από ώρα 11.00-15.00) και νομίμου ωραρίου του (των 8 ωρών), και χωρίς να μεσολαβήσει ο απαιτούμενος χρόνος ανάπαυλας των 12 ωρών, όπως νομίμως καθορίζεται για την ειδικότητα του οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων, αλλά και η αναγκαία ανάπαυσή του κατά τη διάρκεια της νύχτας, β) προς εκτέλεση των μεταφορών αυτών ο εν λόγω εργαζόμενός του, ενεργώντας κατ' εντολή του αναιρεσείοντος, οδήγησε για την πρώτη μεταφορά μετ' επιστροφής, από ώρα 22.00 της 29-7-2016 μέχρι ώρα 16.00 της 30-7-2016, καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας που μεσολάβησε και επί 14 συνολικά ώρες, εκ των οποίων οι 12 ώρες ήταν την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του, έχοντας διανύσει συνολικά 1.450 χιλιόμετρα εντός 20 ωρών, με ύπνο μόλις 3-4 ωρών και δη κατά τη διάρκεια της ημέρας (από 05.32 έως 8.41), λίγες δε ώρες αργότερα από την άφιξή του στην Αθήνα, περί ώρα 03.00 της 31-7-2016, ήτοι κατά τη διάρκεια της νύχτας και πάλι, για δεύτερο συνεχόμενο εικοσιτετράωρο, ξεκίνησε για τη δεύτερη μεταφορά σωρού από την Αθήνα προς την Κέρκυρα, χωρίς την απαιτούμενη ανάπαυλα, αλλά και την αναγκαία ανάπαυσή του κατά τη διάρκεια της νύχτας, με συνέπεια, μετά από τεσσεράμισι ώρες οδήγησης, περί ώρα 7.35', λόγω της εξάντλησης και της πλήρους απώλειας των αντανακλαστικών του, με παντελή αδυναμία αντίληψης των ρυθμιστικών της πορείας των οχημάτων πινακίδων της οδού από την υπερκόπωση, την εκτροπή του οχήματός του από την πορεία του και την, μετά από ανεξέλεγκτη κίνησή του στο οδόστρωμα, την πρόσκρουσή του σε σταθερό κιγκλίδωμα της οδού, και τον εντεύθεν θάνατό του και γ) η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν εν διαστάσει σύζυγος του θανόντος κατά το χρόνο του θανάτου του χωρίς να έχει λυθεί ο γάμος τους, είναι μέλος της οικογενείας του που υπέστη ψυχικό πόνο από τον θάνατό του, όπως και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γιος του.

Τα ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πραγματικά γεγονότα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας (αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθόσον η, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, υπεραπασχόληση του θανόντος, με πολύωρη οδήγηση και κατά τη διάρκεια της νύχτας εντός δύο συνεχόμενων εικοσιτετραώρων και χωρίς τη μεσολάβηση της απαιτούμενης ανάπαυλας, αλλά και της αναγκαίας νυχτερινής ανάπαυσης, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο αναιρεσείων, ως μέσος συνετός εργοδότης, είναι αμελής συμπεριφορά ικανή, αντικειμενικά και κατά τη διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει την εξάντληση και την πλήρη απώλεια των αντανακλαστικών, με αδυναμία αντίληψης των υφιστάμενων πινακίδων της οδού, από υπερκόπωση, του μέσου συνετού οδηγού και, συνεπεία αυτής, το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου του, μετά από εκτροπή και ανέλεγκτη κίνηση του οχήματός του στο οδόστρωμα και πρόσκρουσή του σε παρακείμενο σταθερό κιγκλίδωμα της οδού, το οποίο και επήλθε.

Επιπρόσθετα, η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία κατά τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως, ήταν εν διαστάσει σύζυγος του θανόντος κατά το χρόνο του θανάτου του, ανήκε στην οικογένειά του, καθόσον τότε δεν είχε λυθεί ο μεταξύ τους γάμος και η διάσταση των ανωτέρω συζύγων δεν καταλύει τυπικά την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας τους, κατά την έννοια του άρθρου 932 εδ.

γ' ΑΚ , σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Μετά ταύτα το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος, συνδεόμενης αυτής αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο του εργαζομένου του, ως και στην ιδιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης ως μέλους της οικογενείας του θανόντος, ως εν διαστάσει σύζυγός του κατά το χρόνο του θανάτου του, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ψυχικής τους οδύνης.

Ο διαλαμβανόμενος δε στον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ευθεία παραβίαση του άρθρου 300 ΑΚ, με εσφαλμένη κατανομή του ποσοστού της υπαιτιότητας μεταξύ αυτού και του θανόντος, απερρίφθη κατ'ουσία η προβληθείσα ένστασή του περί συνυπαιτιότητας του θανόντος εργαζομένου του στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος που επανέφερε με λόγο της έφεσής του, επιστηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη παραδοχή της ουσιαστικής απόρριψης λόγου έφεσης, με τον οποίο επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση, εκ του άρθρου 300 ΑΚ, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ως εναγόμενος δεν προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τέτοια ένσταση, η οποία να απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση και να επαναφέρθηκε με λόγο της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου.

Συγκεκριμένα, με τις από 25-11-2017 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τον πρώτο λόγο της από 24-1-2023 έφεσής του, ο ίδιος μόνο αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητάς του, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο θανατηφόρο τροχαίο του εργαζομένου του, δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο ίδιος, αλλά ο θανών-οδηγός (ΑΠ 442/2014), λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει κατά παράβαση του ορίου των υφιστάμενων πινακίδων της οδού.

Περαιτέρω, το Εφετείο, για τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σε αυτή τις απαιτούμενες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων (των άρθρων 914, 330 εδ.

β' και 932 εδ. γ' ΑΚ), τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών που εφαρμόστηκαν για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για τα κατά τη δική του εκδοχή, αποδειχθέντα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, για την αιτία πρόκλησης του ενδίκου δυστυχήματος, τις συνθήκες επέλευσής του, και την έλλειψη ψυχικού πόνου της πρώτης αναιρεσίβλητης από το θάνατο του εν διαστάσει συζύγου της, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση συνδρομής των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, ως και η εκτίμηση της αξιοπιστίας και η στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Τέλος, δεν υπόκεινται στον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο οι επικαλούμενοι από τον αναιρεσείοντα στους ίδιους λόγους αναίρεσης ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα η βαρύτητα του πταίσματος και οι προσωπικές σχέσεις που διατηρούσε ο καθένας τους με το θανόντα συγγενή τους κατά το χρόνο του θανάτου του, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, αλλά το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 961/2022).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω, από τον αριθμό 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες α) απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επανέφερε ενώπιόν του την προταθείσα πρωτοδίκως ένστασή του για αοριστία της αγωγής των αντιδίκων του, κρίνοντας αυτή ορισμένη και β) απέρριψε τον τέταρτο λόγο της έφεσής του με τον οποίο επανέφερε ενώπιόν του την προταθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως ένστασή του, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, για την ίδρυσή του, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υπόθεσης, την οποία και πρέπει να αφορούν οι επικαλούμενες αιτιάσεις για τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του. Τέτοιες αιτιολογίες όμως δεν συνιστούν οι αναφερόμενες, υπό το στοιχείο α', αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση κρίση του Εφετείου για το ορισμένο της αγωγής των αντιδίκων του με την αιτιολογία ότι περιλαμβάνονται στο δικόγραφό της όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία.

Όσον αφορά δε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασή του, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 25-11-2017 προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ως εναγόμενος προέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την αριθμ. 140/2022 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

Την ένστασή του αυτή επανέφερε ο ίδιος ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλών, με τον τέταρτο λόγο της από 24-1-2023 έφεσής του, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικυρώνοντας την κρίση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης για τη νομική αβασιμότητα της άνω ένστασης.

Συνεπώς, αφού η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε κατ' ουσία με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και, συνακόλουθα, το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".

Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 523/2025, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 876/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου-γιου του θανόντος, αφού έλαβε υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο επίδικο θάνατο του εργαζομένου του που επήλθε υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, το βαθμό του πταίσματός του (αμέλεια), την ηλικία του θανόντος, τον βαθμό συγγένειας και τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, ως και το βαθμό της θλίψης του τελευταίου, προσδιορίζοντας την χρηματική ικανοποίησή του στο ποσό των 50.000 ευρώ, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, την οποία επικύρωσε κατά τούτο μετά την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσής του, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν ηλικίας 19 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του, συνδεόμενος μαζί του με δεσμούς αγάπης, εκτίμησης και αλληλεγγύης, είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με το επίδικο και με την, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος-εργοδότη στην επέλευση του θανάτου του εργαζομένου του-πατέρα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, κατά την παροχή της εργασίας του, και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο.

Γι` αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς τον εν λόγω, εξ αίματος συγγενή του θανόντος, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε λόγω της ψυχικής του οδύνης και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου αναιρεσίβλητου και στο βάρος του υποχρέου αναιρεσείοντος.

Αντίθετα, με την παραπάνω κρίση του, ως προς το ύψος της επιδικαστέας στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εν διαστάσει σύζυγο του θανόντος χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης, ποσού 35.000 ευρώ, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.

γ' του ΑΚ, σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικά ποσά, ενόψει και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη με τον θανόντα σύζυγό της βρίσκονταν σε διάσταση επί σειρά ετών και διέμεναν σε διαφορετικές οικίες, και χωρίς παραδοχή για συχνή επικοινωνία τους, στενή προσωπική τους σχέση και έλλειψη ουσιαστικού δεσμού ή συμβίωσης με άλλο πρόσωπο, κατά τη διάρκεια της διάστασής τους.

Επομένως, οι, πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του και τέταρτος, κατά το μέρος που αφορά στην απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, κατά ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσής του και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, τα προαναφερόμενα ποσά, διότι είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμοι ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και βάσιμοι ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής της οδύνης, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, και συνακόλουθα παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κατά το πρώτο σκέλος του αφορά μόνο στην πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά το δεύτερο σκέλος του αφορά και σε αυτή, και πλήττει το ίδιο ως άνω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το μέρος αυτό που αφορά στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τον ίδιο ως αποδεικτικό μέσο με αριθμό ...-2023 βεβαίωση καταβολής στους αναιρεσίβλητους ασφαλιστικής αποζημίωσης ποσού 15.000 ευρώ, που οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση του επιδικασθέντος (και) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναφερόμενη βεβαίωση που προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα ως αποδεικτικό μέσο-έγγραφο, δεν αποτελεί "πράγμα" και συγκεκριμένα αυτοτελή ισχυρισμό του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, όπως αυτή εκτίθεται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και, επομένως, η μη λήψη της υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και αληθής υποτιθέμενη, δεν ιδρύει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου και ειδικότερα "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 146/2022, ΑΠ 138/2020).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 1283/2023, 146/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγμα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα κατέληξε στην κρίση ότι το ένδικο εργατικό δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της εξάντλησης και της υπερκόπωσης του οδηγού-εργαζομένου του από τα συνεχόμενα ταξίδια που ίδιος του επέβαλε υπαιτίως, χωρίς τούτο να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 8), το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος-εργοδότη για τον επελθόντα θάνατο του εργαζομένου του, και απέρριψε τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο της έφεσής του, ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων και ειδικότερα α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και την ανωμοτί εξέταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του β) τις ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα, τις οποίες λεπτομερώς αναφέρει και γ) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και, συνεπώς, ο κρινόμενος, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, μετά από ορθή αξιολόγησή τους, προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα για την αιτία και την υπαιτιότητα πρόκλησης του ενδίκου δυστυχήματος από αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, έστω και αν το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησή τους και κρίση για τα πράγματα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (αρθ.176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μερικώς (ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης), κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο κατά το αναιρεθέν μέρος της, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εν μέρει νίκης και ήττας των εν λόγω διαδίκων (αναιρεσείοντος και πρώτης αναιρεσίβλητης), πρέπει να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά μερική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (αρθ.178, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2024 αίτηση του Ζ. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 2416/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών) ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και δέχεται αυτήν ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 2416/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ