Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, rejecting employer's claim of employee admission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject the appellant's lawsuit. The appellant argued that the defendants' written submissions constituted an admission of an indefinite-term employment contract, but the court found they explicitly denied such a relationship, characterizing it instead as self-employment. Consequently, the court ruled that the defendants' statements did not meet the legal requirements for an admission under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339 and 561 of the Civil Procedure Code; An admission must be explicit and unambiguous, and written submissions denying a specific legal relationship cannot be construed as an admission of that relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1924 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1924/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Α. Π. του Ι..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Λ. του Ι. και 2)Ν. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σουλτάνα Δόκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 55/08-11-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 574/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), με αριθμό 228/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 27-02-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 57/03-06-2016 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 620/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 14-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 497/14-06-2013 αγωγή του.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 08-11-2019 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-06-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τα άρθρα 785, 786, 787, 788 και 794 του Α.Κ., που ρυθμίζουν την κοινωνία δικαιώματος κατ' ιδανικά μέρη, συνάγεται ότι κάθε κοινωνός δικαιούται να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών, ότι έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού πράγματος, ότι η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς και ότι ο κάθε κοινωνός ενέχεται έναντι των λοιπών, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού αντικειμένου.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 268/23.11.2001) όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 52 παρ. 5 του ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α' 216/11-10-2013), καθορίζεται η διαδικασία μετατροπής των Κ.Τ.ΕΛ.
σε ανώνυμες εταιρίες και η ευχέρεια των ιδιοκτητών λεωφορείων είτε να εισφέρουν στην ως άνω εταιρία την κυριότητα των λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων των οικείων Κ.Τ.Ε.Λ., είτε να τα εκμισθώνουν στις Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε., διαθέτοντας, έναντι προκαθορισμένης χιλιομετρικής αποζημίωσης, το όχημα με τον οδηγό του, για την κυκλοφορία του λεωφορείου.
Τον ιδιοκτήτη μέτοχο εκμισθωτή βαρύνουν οι δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης του οδηγού, που αυτός προσλαμβάνει, η συντήρηση και φύλαξη του οχήματος. Με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3 και 4 παρ. 2 της Υ.Α. Οικ.1189/37/2003 "Βασικοί Όροι Συμβάσεων Μίσθωσης Λεωφορείων στις Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε." (ΦΕΚ Β'/25/17-01-2003), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 2, περ.
β', υποπερ.
ΙΙΙ του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι οι ιδιοκτήτες των ως άνω λεωφορείων έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν στις Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. τη χρήση του λεωφορείου με τον αντίστοιχο οδηγό, ο οποίος πρέπει να έχει τα νόμιμα προσόντα και με του οποίου τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές επιβαρύνονται οι ίδιοι. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ.
Α.Ε. και των Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α' 261/29.11.2006), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001 ορίζεται ότι οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ. λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών. Οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ., μαζί με το προβλεπόμενο στο άρθρο 5 του παρόντος ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας και τα υπό στοιχεία β, δ, ζ και ι έγγραφα ή πιστοποιητικά, που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού.
Σε περίπτωση λύσης ή λήξης της σύμβασης εργασίας, οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων ενημερώνουν αυθημερόν και εγγράφως το Κ.Τ.Ε.Λ. Επίσης, παρέχεται η ευχέρεια στους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες να αναλαμβάνουν ή να παύουν οι ίδιοι την οδήγηση του λεωφορείου αυτοπροσώπως, με την πρόσθετη υποχρέωση να καταθέτουν στο Κ.Τ.Ε.Λ.
υπεύθυνη δήλωση περί αυτοπρόσωπης οδήγησης του λεωφορείου τους, μαζί με τα πιστοποιητικά ή έγγραφα, που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, ενώ σε περίπτωση διακοπής της αυτοπρόσωπης οδήγησης λεωφορείου ενημερώνεται εγκαίρως και εγγράφως το Κ.Τ.Ε.Λ. Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 5 του ιδίου Προεδρικού Διατάγματος ορίζει: "Ο τύπος και το περιεχόμενο των συμβάσεων εργασίας κάθε κατηγορίας προσωπικού που προσλαμβάνεται από το Κ.Τ.Ε.Λ., καθώς και οι ατομικές συμβάσεις εργασίας οδηγών που προσλαμβάνονται από ιδιοκτήτες λεωφορείων - μετόχους των Κ.Τ.Ε.Λ., αλλά και το περιεχόμενο των υπεύθυνων δηλώσεων ιδιοκτητών - μετόχων, που αυτοπροσώπως θα οδηγούν το λεωφορείο ιδιοκτησίας τους, καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ.
και κατατίθενται και φυλάσσονται σε κάθε Κ.Τ.Ε.Λ.". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τις περί κοινωνίας διατάξεις του Α.Κ., προκύπτει ότι τα Κ.Τ.Ε.Λ. μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες είτε με εισφορά στην εταιρία της κυριότητας των λεωφορείων από τους μετόχους των Κ.Τ.Ε.Λ., είτε με την ανάληψη της υποχρεώσεως εκτελέσεως μεταφοράς προσώπων, εκ μέρους των φυσικών ή νομικών προσώπων, τα οποία είναι κύριοι ή συγκύριοι των εντεταγμένων στα Κ.Τ.Ε.Λ.
λεωφορείων. Στη δεύτερη περίπτωση, τα λεωφορεία εκμισθώνονται στην ανώνυμη εταιρία. Οι οδηγοί που προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, έχουν εργοδότες τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων και απολύονται από αυτούς, η δε σύμβαση εργασίας κατατίθεται υποχρεωτικώς στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ., η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος, ως προς τον τρόπο, χρόνο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας, με την παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών στους οδηγούς των μισθωμένων ή ενταγμένων στα Κ.Τ.Ε.Λ.
λεωφορείων ανεξαρτήτως της ιδιότητας αυτών, ως υπαλλήλων ή ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών λεωφορείων, ανήκει στο Κ.Τ.Ε.Λ., το οποίο ουδόλως αποκλείει να προσλαμβάνει για τις ανάγκες του και το ίδιο οδηγούς, που ανήκουν στο προσωπικό του (Α.Π. 1002/2017). Επομένως, πέραν των προσλαμβανομένων με σύμβαση εργασίας οδηγών, όπως συνάγεται τόσο από τις μνημονευθείσες περί κοινωνίας διατάξεις του Αστικού Κώδικος, όσο και από το άρθρο 4 του π.δ/τος 246/2006 (το οποίο προβλέπει και ρυθμίζει την εργασία ως οδηγών των λεωφορείων και των ιδιοκτητών αυτών), δικαίωμα να χρησιμοποιούν λεωφορείο ενταγμένο σε Κ.Τ.Ε.Λ.
και, ειδικότερα, να απασχολούνται ως οδηγοί αυτού, έχουν και ο κύριος ή οι συγκύριοι του λεωφορείου. Στην περίπτωση όμως της συγκυριότητας, εκτός από αντίθετη συμφωνία, δεν δημιουργείται σχέση εξαρτημένης εργασίας του επιθυμούντος να εργασθεί συγκυρίου με τον άλλον συγκύριο του λεωφορείου, αλλά, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 4 του π.δ/τος 246/2006 ο πρώτος καταθέτει στο Κ.Τ.Ε.Λ.
υπεύθυνη δήλωση, για αυτοπρόσωπη οδήγηση του λεωφορείου, μαζί με τα απαιτούμενα πιστοποιητικά ή έγγραφα (Α.Π. 1539/2014). Κατά τα λοιπά, η συνεργασία μεταξύ των συγκυρίων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για την κοινωνία δικαιώματος (Α.Π. 719/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, στην από 14-06-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 497/14-06-2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, εξέθετε ότι προσλήφθηκε από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους στις 01-01-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως μόνιμος τακτικός οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δημοσίας Χρήσεως λεωφορείου, που ανήκε στην συνιδιοκτησία τους, κατά ποσοστό 62% και 13% αντίστοιχα και του ίδιου, κατά ποσοστό 25%, το οποίο ήταν ενταγμένο στη δύναμη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υπεραστικό Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. ... Α.Ε.". Ότι, με την ως άνω ιδιότητά του εργάστηκε, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, λαμβάνοντας τις προβλεπόμενες από το νόμο μηνιαίες αποδοχές μέχρι 31-01-2013, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.
Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν την προβλεπόμενη από το ν. 435/1976 αποζημίωση, ήτοι ποσοστό 40% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, καθόσον ήταν και επικουρικά ασφαλισμένος και ο μισθός του τον τελευταίο μήνα πριν την αποχώρησή του ανερχόταν στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ενός ευρώ και δέκα λεπτών (1.801,10), με τα πάσης φύσεως επιδόματα, αλλά ότι του κατέβαλαν ποσό οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ, αντί του συνολικού χρηματικού ποσού των δέκα πέντε χιλιάδων εκατόν είκοσι εννέα ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (15.129,24), που αναλογεί στο μερίδιό τους, αρνούνται δε να του καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι εννέα ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (7.129,24).
Ότι, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, απασχολήθηκε υπερωριακά, πέραν των νομίμων καθηκόντων του και του νομίμου ωραρίου του, επί είκοσι (20) ώρες μηνιαίως, για το από 01-07-2008 έως 31-01-2013 χρονικό διάστημα, στη συντήρηση και επισκευή του λεωφορείου, για δε την ανωτέρω παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του δικαιούται το συνολικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων εκατόν ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (18.198,90), που αναλογεί στο μερίδιο των εναγομένων.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών, με κύρια βάση την εκ της συμβάσεως εργασίας απορρέουσα ευθύνη τους, άλλως κατά τις Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ρυθμίζουν τις αποδοχές των οδηγών λεωφορείων των Κ.Τ.Ε.Λ. και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (25.328,14), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως και όλως επικουρικά να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, ανάλογα με το ποσοστό της συγκυριότητάς τους επί του ως άνω λεωφορείου, ο πρώτος εξ αυτών το ποσό των είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (20.938,77) και ο δεύτερος εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (4.389,37), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 620/2014 οριστική απόφασή του με την οποία, αφού απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα περί καταβολής στον ενάγοντα από έκαστο των εναγομένων εις ολόκληρον του ποσού των είκοσι πέντε χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (25.328,14), λόγω έλλειψης παθητικής εις ολόκληρον ενοχής και ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, ακολούθως απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή και κατά την κύρια βάση αυτής, που στηριζόταν σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 27-02-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 57/03-06-2016 έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 228/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα, επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] ήταν αρχικά συνιδιοκτήτης, κατά ποσοστό 25%, Δ.Χ..
λεωφορείου, που ήταν ενταγμένο στο δυναμικό του Κ.Τ.Ε.Λ. …, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 75% συνιδιοκτήτης ήταν ο πατέρας των εναγομένων [ήδη αναιρεσιβλήτων] Ι. Λ.. Όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο ενάγων, κατά το χρόνο που ήταν συνιδιοκτήτης με τον προαναφερόμενο, ήταν και οδηγός αυτού.
Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι ήταν οδηγός του λεωφορείου από 01-01-1980 και περί αυτού δεν αντιλέγουν οι εναγόμενοι. Όταν ο Ι. Λ. συνταξιοδοτήθηκε μεταβίβασε το ιδανικό του μερίδιο, επί του ως άνω λεωφορείου, στη σύζυγό του Χ. Λ., η οποία κατείχε επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης. Με τη σύμφωνη γνώμη αυτής, εφόσον δεν προέκυψε το αντίθετο, ο ενάγων εξακολούθησε να είναι ο μόνος τακτικός οδηγός του Δ.Χ.
λεωφορείου, εκτελώντας τα δρομολόγια που όριζε το Κ.Τ.Ε.Λ. Στις 19-6-2003, αυτός και η Χ. Λ., αντικατέστησαν το προαναφερόμενο λεωφορείο, του οποίου τα στοιχεία δεν προέκυψαν, με άλλο και αγόρασαν καινούργιο, εργοστασίου κατασκευής ΜΑΝ, τύπου SCANIA, με αμάξωμα HISPANO DIVO και συγκεκριμένα το με αριθμό κυκλοφορίας ....
Στις 08-5-2009 η Χ. Λ. μεταβίβασε το ποσοστό συγκυριότητάς της, επί του προαναφερομένου λεωφορείου, στους υιούς της, πρώτο και δεύτερο εναγόμενους Σ. και Ν. Λ., κατά ποσοστό στον πρώτο εξ αυτών 62% και στον δεύτερο εξ αυτών 13%. Στις 25-6-2009 οι διάδικοι αντικατέστησαν το προαναφερόμενο Δ.Χ. λεωφορείο με το με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας NEOPLAN, τύπου N2216 SHD, το οποίο αγόρασαν καινούργιο, ως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση με αριθμό ...
δελτίο αποστολής - τιμολόγιο πώλησης της άνω πωλήτριας και σε φωτοαντίγραφο άδεια κυκλοφορίας, στην οποία αναγράφεται, ως χρόνος πρώτης κυκλοφορίας 02-7-2009 και το οποίο είναι ενταγμένο στη δύναμη της " Υπεραστικό Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. ... Α.Ε. ". Ο ενάγων, με τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων κοινωνών, εξακολούθησε να είναι οδηγός του άνω λεωφορείου μέχρι 31-01-2013, που συνταξιοδοτήθηκε, πλην, όμως, η παροχή των υπηρεσιών αυτών δεν γίνονταν υπό καθεστώς εξάρτησης, ως μισθωτός των λοιπών άνω συγκυρίων, αλλά υπό καθεστώς αυταπασχόλησης, με την ιδιότητα του συγκυρίου, στα πλαίσια της σχέσης της κοινωνίας.
Για τις υπηρεσίες αυτές λάμβανε μηνιαία αποζημίωση, αντίστοιχη με αυτή που θα κατέβαλε η κοινωνία, αν είχε προσλάβει ως οδηγό, άλλο, τρίτο μισθωτό, η οποία (αποζημίωση) αφαιρούνταν από τα έσοδα του κοινού λεωφορείου, ως αναγκαία δαπάνη της κοινωνίας. Ο ενάγων, ως προς τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε, ως οδηγός, ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από τους εναγομένους από 01-01-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο πρώτος εκ των εναγομένων το έτος 1980 ήταν τριών (3) ετών, ως γεννηθείς στις 20-01-1977 αλλά και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι, από τότε που κατέστησαν συγκύριοι του επίκοινου λεωφορείου (08-5-2009), υπεισήλθαν ανάλογα με τη μερίδα του έκαστος εξ αυτών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μητέρας τους ως εργοδότη, ο ενάγων δεν επικαλείται, αλλά και ούτε απέδειξε ότι μεταξύ αυτού και της προαναφερόμενης Χ.
Λ. είχε καταρτιστεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στην αγωγή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην προαναφερόμενη, αλλά ούτε και στον Ι. Λ.. Για τον τελευταίο αναφέρει το πρώτον ο μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος κατέθεσε συγκεκριμένα ότι ήταν συνιδιοκτήτης με τον ενάγοντα και ότι ο τελευταίος: " όσο δούλευε στο λεωφορείο συνεννοούνταν με τον συνεταίρο του για να κάνει οποιεσδήποτε εργασίες στο λεωφορείο ".
Ο ίδιος ως άνω μάρτυρας δεν ανέφερε κάτι σχετικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι στο λεωφορείο υπήρχε και δεύτερος οδηγός και εφεδρικός. Από τους τρεις δε ενόρκως βεβαιούντες, μόνο ο πρώτος εξ αυτών Χ. Ζ. αναφέρθηκε στο με αριθμό παρμπρίζ … λεωφορείο και σε εξαρτημένη εργασία, χωρίς όμως να διευκρινίζει με ποιον ή ποίους καταρτίστηκε τέτοια σύμβαση και πότε.
Περαιτέρω, η ανυπαρξία σχέσης εξάρτησης συνάγεται και απ' ότι ο ενάγων δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., όπως θα έπρεπε εάν ήταν μισθωτός, αλλά στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.), στο οποίο το έτος 1980 δεν ασφαλίζονταν οι μισθωτοί οδηγοί, αλλά όσοι οδηγούσαν τα δικά τους Δ.Χ. αυτοκίνητα και αυταπασχολούμενοι επαγγελματίες.
Σημειώνεται ότι, μετά το Ν. 984/1979 και συγκεκριμένα από 01-11-1979, οι απασχολούμενοι σε σχέση εξαρτημένης εργασίας οδηγοί αυτοκινήτων Δ.Χ., ως μισθωτοί, μεταφέρθηκαν από το Τ.Σ.Α. στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. Επιπλέον, η ανυπαρξία σχέσης εξάρτησης συνάγεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει αντίγραφο σχετικής σύμβασης, που θα μπορούσε να λάβει από το ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ.
Ν. …, εάν όντως είχε καταρτιστεί τέτοια σύμβαση, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Π.Δ. 246/2006, οι συμβάσεις αυτές κατατίθενται υποχρεωτικά στο προαναφερόμενο. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, το αιτούμενο από τον ενάγοντα από έκαστο των εναγομένων, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής του στο επίκοινο λεωφορείο, κονδύλιο, ποσού 7.129,24 ευρώ, που αφορά διαφορά αποζημίωσης λόγω αποχώρησης, συνεπεία συνταξιοδότησης, λόγω γήρατος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο...".
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η οδήγηση του παραπάνω κοινού λεωφορείου από τον αναιρεσείοντα δεν γινόταν υπό καθεστώς παροχής εξαρτημένης εργασίας προς τους αναιρεσίβλητους, όπως διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή, αλλά, αντιθέτως, γινόταν υπό καθεστώς αυτοαπασχόλησης, με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως συνιδιοκτήτη κοινού πράγματος, στο πλαίσιο σχέσεως κοινωνίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 788 και 794 του Α.Κ.
και 4 του π.δ/τος 246/2006, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 4 του π.δ/τος 246/2006, ως προς τη λειτουργία των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και τη δυνατότητα συνιδιοκτήτη λεωφορείου να αυτοαπασχολείται στην οδήγησή του, καθώς όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές οι κύριοι και οι συγκύριοι λεωφορείων των Κ.Τ.Ε.Λ.
έχουν δικαίωμα να εργάζονται ως οδηγοί σε αυτά και, επιπλέον, ορθώς δέχθηκε, ως επιχείρημα της ανωτέρω κρίσης του, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν ήταν μισθωτός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ότι οι συμβάσεις εργασίας των οδηγών των μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ. λεωφορείων, οι οποίοι προσλαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κ.Τ.Ε.Λ.", κατατίθεται υποχρεωτικώς στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ., υπό την έννοια ότι η κατάθεση αυτών έχει αποδεικτό και όχι συστατικό χαρακτήρα, απορριπτομένων μετά ταύτα των αιτιάσεων του αναιρεσείοντος ότι δηλαδή το Εφετείο εξέλαβε ότι, για την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, επιβάλλεται ο έγγραφος τύπος, ως συστατικός.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για ευθεία παράβαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 του π.δ/τος 246/2006, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 4387/12-05-2016, ο οποίος προβλέπει ότι υφίσταται παράλληλη ασφαλιστική υποχρέωση των μεν αναιρεσιβλήτων προς αυτόν (αναιρεσείοντα) και έναντι του Ι.Κ.Α., λόγω της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων σχέσης εξαρτημένης εργασίας, του ιδίου δε για την ασφάλισή του στον Ο.Α.Ε.Ε. (πρώην Τ.Σ.Α.), λόγω της ιδιότητάς του ως συνιδιοκτήτη του ως άνω Λεωφορείου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος διότι, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, δεν τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 36 του Ν. 4387/12-05-2016 με τίτλο "Παράλληλη ασφάλιση", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 32 του Ν. 4670/2020, καθώς οι διατάξεις αυτού, πλην της παρ. 5, είχαν εφαρμογή από 01-01-2017, σύμφωνα με την παρ. 6 του ως άνω άρθρου.
Έτσι, ορθώς το δικαστήριο της ουσίας, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σχέση εξαρτημένης εργασίας, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο αναιρεσείων δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., αλλά στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 729/1977, με την οποία οι οδηγοί λεωφορείων υπήχθησαν από 01-12-1977 στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., εξαιρεθέντες της ασφαλίσεως του Τ.Σ.Α.
και αυτή του ν. 984/1979, με την οποία γενικεύτηκε η υπαγωγή των επαγγελματιών οδηγών αυτοκινήτου, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., αφορούν μόνον τους οδηγούς, οι οποίοι απασχολούνται αμιγώς ως μισθωτοί και όχι τους οδηγούς, που παράλληλα είναι και ιδιοκτήτες ορισμένου ποσοστού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης, οι οποίοι εξακολουθούν να υπάγονται στο Τ.Σ.Α. (ΣτΕ 3720/1992, ΣτΕ 3551/1992).
Επίσης, με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση των όσων διαλαμβάνονται σε αυτόν, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την υπ' αριθμ. 29 Εγκύκλιο του Ε.Φ.Κ.Α. (με αριθμ.
πρωτ. Δ.ΑΣΦ./301/683965 από 5-6-2019). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι η εγκύκλιος αυτή δεν αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα η παραβίαση εγκυκλίου, δεν συνιστά πλημμέλεια, δυνάμενη να στηρίξει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, καθώς οι εγκύκλιοι δεν αποτελούν κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1210/2019 Α.Π. 113/2017, Α.Π. 410/2010).
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Έτι περαιτέρω, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την μητέρα των αναιρεσιβλήτων, αλλά και στη συνέχεια τον αναιρεσείοντα με τους αναιρεσίβλητους συνιδιοκτήτες του με αριθμό κυκλοφορίας ... κοινού Λεωφορείου, από τους οποίους αυτός αυτοαπασχολείτο και ως οδηγός, ήταν, εφόσον δεν υπήρχε ρητή και σαφής αντίθετη συμφωνία μεταξύ τους, εκείνη που πηγάζει από την κοινωνία επί του αυτοκινήτου.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας ενίσχυε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αφενός μεν το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., όπως θα έπρεπε, εάν ήταν μισθωτός, αλλά στο Ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών (Τ.Σ.Α.), αφετέρου δε και το ότι δεν προσκόμισε αντίγραφο της σχετικής σύμβασης από το "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ.
Ν. …", εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Π.Δ. 246/2006, οι συμβάσεις αυτές κατατίθενται υποχρεωτικά σε αυτό. Ο αναιρεσείων επιχειρώντας να θεμελιώσει τον, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε την κατάρτιση της από 28 Φεβρουαρίου 2013 εξοφλητικής απόδειξης, ποσού οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ, από το περιεχόμενο της οποίας φέρεται ότι είχε παραιτηθεί από αξιώσεις, που απορρέουν ευθέως από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι υπό καθεστώς αυτοαπασχόλησης, στα πλαίσια κοινωνίας δικαιώματος.
Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει εκτίθεται σαφώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 188/2017, Α.Π. 1187/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι, δηλαδή, το Εφετείο, για να καταλήξει στο ανωτέρω πόρισμά του, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αγνόησε την ομολογία των αντιδίκων του, η οποία περιέχεται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους, στη σχετική περικοπή των οποίων ανέφεραν τα εξής: "Επισημαίνουμε και πάλι ότι αρχικός εργοδότης του ήταν η μητέρα μας Χ.
Λ. του Ι., η οποία του ανέθεσε την οδήγηση του λεωφορείου, εμείς δε γίναμε συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 62% ο 1ος και 13% ο 2ος από εμάς, ύστερα από νομότυπη μεταβίβαση αυτού από την μητέρα μας την 18-5-2009... με αποτέλεσμα για τον προγενέστερο της άνω μεταβίβασης χρόνο να μην νομιμοποιούμαστε παθητικώς έναντι αυτού..." και ότι την ομολογία αυτή είχε ο αναιρεσείων επικαλεστεί με το εφετήριο δικόγραφο και με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του.
Ο λόγος όμως αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την επισκόπηση του συνόλου του περιεχομένου των κατατεθεισών προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτοί όχι μόνο δεν συνομολόγησαν ότι μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά, αντίθετα, ρητά αρνήθηκαν την σχέση αυτή, υποστηρίζοντας ότι η σχέση που τους συνέδεε με τον αναιρεσείοντα, ως προς την οδήγηση του κοινού λεωφορείου, ήταν σχέση αυτοαπασχόλησης.
Έτσι, η αναφορά τους ότι εργοδότης του αναιρεσείοντος ήταν η μητέρα τους, δεν συνιστούσε ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά άρνηση της παθητικής νομιμοποιήσεως αυτών (αναιρεσιβλήτων), ότι δηλαδή ο αναιρεσείων προσελήφθη την 01-01-1980 από αυτούς, όπως ισχυριζόταν στην αγωγή του.
Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επί του ζητήματος αυτού, το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, αποφάνθηκε ότι ακόμα "... και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι, από τότε που κατέστησαν συγκύριοι του επίκοινου λεωφορείου (08-5-2009), υπεισήλθαν ανάλογα με τη μερίδα του έκαστος εξ αυτών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μητέρας τους, ως εργοδότη, ο ενάγων δεν επικαλείται, αλλά και ούτε απέδειξε ότι μεταξύ αυτού και της προαναφερόμενης Χ.
Λ. είχε καταρτιστεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ..." και συνεπώς δεν δέχθηκε ότι υπήρξε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, λόγω μεταβίβασης του λεωφορείου. Ομοίως και η φερόμενη από τον αναιρεσείοντα ως ομολογία των αναιρεσιβλήτων, η οποία περιέχεται στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις τους, σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης, λόγω συνταξιοδότησής του, δεν συνιστά ομολογία, κατά την έννοια του άρθρου 339 του ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, από την εκτίμηση της σχετικής περικοπής των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, δεν συνάγεται και μάλιστα σαφώς ότι αυτοί συνομολόγησαν ότι η σχέση που συνέδεε αμοιβαίως τους διαδίκους συνιδιοκτήτες, εκ των οποίων ο αναιρεσείων απασχολήθηκε και ως οδηγός του κοινού λεωφορείου, ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτοαπασχόλησης και, κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ως προς τη μη λήψη υπόψη ομολογίας των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 55/08-11-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 574/2021 αίτηση αναίρεσης, της με αριθμό 228/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ