1924/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1924/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην ένδικη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την αγωγή τους, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο της, ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Ότι χορήγησαν στον εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση μεταβιβάσεως ακινήτου τους, λόγω πωλήσεως και στα πλαίσια της εντολής εισέπραξε το ποσό των 253.000 δρχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1924 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1924/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Α. και 2) Φ. συζύγου Θ. Γ., το γένος Σ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Αμπατζή.
Του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπερόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15324/2005 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 16654/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2250/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις δύο από 22-3-2010 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε τις από 16-9-2015 εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: 1) Η από 22-3-2010 (αρ. εκθ. κατ. 99/2010) αίτηση αναιρέσεως του Ν. Π. και 2) η από 22-3-2010 (αρ. εκθ. κατ. 101/2010) αίτηση αναιρέσεως του Θ. Γ. και Φ. συζ. Θ. Γ., οι οποίες στρέφονται κατά της 2250/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της πρώτης από 22-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Στην ένδικη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την αγωγή τους, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο της, ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Ότι χορήγησαν στον εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση μεταβιβάσεως ακινήτου τους, λόγω πωλήσεως και στα πλαίσια της εντολής εισέπραξε το ποσό των 253.000 δρχ.
ήτοι 742,47 ευρώ από τον πρώτο και το ποσό των 5.000.000 δρχ. ήτοι 14.673,50 ευρώ από τη δεύτερη, αλλά αρνείται να τους το αποδώσει. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος ενάγων δυνάμει συμβάσεως δανείου μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εναγόμενο το ποσό των 2.000.000 δρχ. ήτοι 5.869,40 ευρώ, το οποίο δεν αποδόθηκε μέχρι σήμερα.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των 6.611,87 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26-9-1992 για το ποσό των 742,47 ευρώ, ημέρα που το ποσό αυτό ήταν αποδοτέο, και από 1-9-1996 για το ποσό των 5.869,40 ευρώ, ημέρα κατά την οποία όχλησε τον εναγόμενο να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό, στη δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 14.673,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26-9-1992, ημέρα που το ποσό αυτό ήταν αποδοτέο.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή διαλάμβανε με επάρκεια τα απαραίτητα γεγονότα για την ορισμένη κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 341, 361, 713, 719, 806, 808 ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, ώστε ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 εδ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Κατά δε την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η πρόκληση με αυτήν στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Στην ένδικη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενος κατά της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και προς στοιχειοθέτηση της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία επανάφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες μετά από δεκατρία χρόνια στράφηκαν ξαφνικά εναντίον του, ο δε διαδραμών χρόνος των δεκατριών ετών και το γεγονός ότι ουδέποτε τον ενόχλησαν, ενώ συνέχιζαν να συνεργάζονται μαζί του και να του αναθέτουν υποθέσεις τους ως δικηγόρου, έως τις 9-4-2002, οπότε του κοινοποιήθηκε αίτησή τους (ασφαλιστικών μέτρων) για συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων, δημιούργησε σ' αυτόν την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα τον οχλήσουν και ότι η υπόθεσή τους έκλεισε οριστικά, ενώ η ξαφνική τους εμφάνιση με την άνω αίτησή τους και την υπό κρίση αγωγή τους οπωσδήποτε αντιβαίνει προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και λαμβανομένου υπόψη ότι πολλά αποδεικτικά στοιχεία, λόγω της παρελεύσεως των δεκατριών ετών, έχουν εξαφανιστεί και άλλα, όπως αυτά στις τράπεζες, έχουν πολτοποιηθεί, η άσκηση του δικαιώματός τους απαγορεύεται, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Όμως, ο επίμαχος ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, δεν πληρούσε το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε αυτόν μη νόμιμο και απέρριψε το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Εξ άλλου η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011). Στην ένδικη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα: 1) το ...
συμβόλαιο του συμβ/φου Κων/νου Χρυσαποστόλου, σε συνδυασμό με την ... πράξη εξοφλήσεως ίδιου συμβ/φου, 2) το ... συμβόλαιο της συμβ/φου Αρτέμιδος Αντωνιάδου και την ... πράξη εξοφλήσεως της ίδιας συμβ/φου και 3) την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ε. Σ., που αφορά την εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος από τους αναιρεσίβλητους πριν τη λήψη της προσκομισθείσης μετ' επικλήσεως από αυτούς στο Εφετείο υπ' αριθμ. .../26.3.2009 ένορκης βεβαιώσεως.
Ο λόγος αυτός, αναφορικά με το ... συμβόλαιο και την ... πράξη εξοφλήσεως είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν έκανε λόγο γι' αυτά, στα οποία αναφέρθηκαν οι αναιρεσίβλητοι διηγηματικώς, μόνο με το δικόγραφο της αγωγής τους, σχετικά με τον τρόπο αποκτήσεως του πωληθέντος ακινήτου, γεγονός που δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης και συνεπώς δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της.
Αναφορικά δε με τα λοιπά από τα παραπάνω έγγραφα ο λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, αυτοί ρητώς ανέφεραν σ' αυτές το ... συμβόλαιο και την ... πράξη εξοφλήσεως, καθώς και την ως άνω έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ε.
Σ. και τέλος ότι προσκομίζουν τα επικαλούμενα έγγραφα. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος, αναφερόμενος σε έγγραφα που δεν επικαλέστηκαν ορισμένως και είναι αμφίβολο αν προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι και έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, είναι απαράδεκτος λόγω της πλήρους αοριστίας του.
Με την αναιρεσιβαλλομένη επιδικάστηκε στην δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 10.207,63 ευρώ, που εισέπραξε για λογαριασμό της και κατ' εντολή της ο αναιρεσείων, στις 9-10-1992, ως οφειλόμενο σ' αυτήν από την αγοράστρια υπόλοιπο τιμήματος πώλησης ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από 10-10-1992, δηλαδή την επομένη της είσπραξής του, οπότε ήταν αποδοτέο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Με το πρώτο μέρος του τετάρτου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: α) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 340 ΑΚ, με την αιτίαση ότι δεν υπήρξε όχληση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ώστε ο αναιρεσείων να καταστεί υπερήμερος οφειλέτης και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 341 ΑΚ, με την αιτίαση ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων είχε συμφωνήσει με την αντίδικο του δήλη ημέρα καταβολής του ποσού της οφειλής.
Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του είναι απορριπτέος. Κατά μεν την πρώτη αιτίασή του, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχτηκε ως δημιουργικό λόγο της υπερημερίας του αναιρεσείοντος την προηγούμενη όχλησή του από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά σύμφωνα με το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης τη με τη σύμβαση εντολής συμφωνηθείσα δήλη ημέρα.
Κατά δε την δεύτερη αιτίασή του, ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβάσεως του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Με το τελευταίο μέρος του τέταρτου λόγου γίνεται επίκληση του περιεχομένου του άρθρου 342 ΑΚ και προβάλλεται ο ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα ότι απέδειξε ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση των μερικών καταβολών προς τρίτους, καθ' υπόδειξη των αναιρεσιβλήτων, δεν οφείλεται σε πταίσμα του, διότι ενήργησε σύμφωνα με τις υποδείξεις τους και δεν ήταν δυνατόν να δοθούν όλα τα χρήματα, στις 10-10-1992, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία γι' αυτό το λόγο πρέπει να αναιρεθεί.
Κατά το παραπάνω μέρος του ο προκείμενος λόγος είναι πολλαπλώς απαράδεκτος. Προεχόντως, διότι δεν προσδιορίζεται αν και σε τί συνίσταται η παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 342 ΑΚ, επιπλέον δε διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι στο δικαστήριο της ουσίας είχε προβάλει ισχυρισμό από το άρθρο 342 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση, διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβάσεως του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς.
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως (που εσφαλμένα αριθμείται ως τέταρτος) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ, καθόσον κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία και τα έγγραφα που προσκόμισε ότι το ποσό των 2.000.000 δραχμών δεν του το μεταβίβασε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατά κυριότητα, αλλά ο ίδιος πήγε μαζί του στην τράπεζα και το κατέβαλε για υποχρέωση που είχε από τη συναφθείσα εγγύηση. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβάσεως του νόμου, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως (που εσφαλμένα αριθμείται ως πέμπτος) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι, ενώ αυτός είχε ισχυριστεί στο δικαστήριο της ουσίας ότι από το ποσό των 7.000.000 δραχμών, που θα εισέπραττε για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, είχε λάβει την εντολή και από τους δύο αναιρεσιβλήτους να καταβάλει σε τρίτους διάφορα ποσά, το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε ότι κατέβαλε ποσό 5.920.000 δραχμών μόνο για των πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ έπρεπε να αφαιρέσει και από το μερίδιο της δεύτερης αναιρεσίβλητης το ποσό των 2.420.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να απομείνει ποσό 1.080.000 δραχμών που διέθεσε με εντολή των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της και η αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ενώ το αποδεικτικό του πόρισμα εκτίθεται σαφώς και μάλιστα για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού γίνεται αναφορά σε περιστατικά που δεν αποτέλεσαν παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Β) Επί της δεύτερης από 22-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι σύζυγοι και εργάζονται και διαμένουν στο …της Γερμανίας. Ο εναγόμενος είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Με το... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης... οι ενάγοντες χορήγησαν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης ενός ακινήτου (βιοτεχνικού χώρου), το οποίο ανήκε σ' αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, στην εταιρία "....", η οποία ήταν και μισθώτρια κατά το χρόνο εκείνο αυτού και στην οποία το είχαν πωλήσει.
Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε σε 10.000.000 δραχμές. Η αγοράστρια του ακινήτου εταιρία κατέβαλε σ' αυτούς (πωλητές) μέρος του τιμήματος από 3.000.000 δρχ. Το υπόλοιπο του τιμήματος από 7.000.000 δρχ. θα κατέβαλε στους ενάγοντες - πωλητές, μέσω του εναγόμενου πληρεξουσίου τους, με τη λήψη ισόποσου τραπεζικού δανείου.
Το γεγονός ότι το ποσό του δανείου που έλαβε η αγοράστρια εταιρία στις 9.10.1992 και το οποίο εισέπραξε ο εναγόμενος δεν ανερχόταν σε 10.000.000 δρχ. αλλά σε 7.000.000 δρχ. της αξίας του ακινήτου, προκύπτει από τη με ημερομηνία 22.5.2002 απαντητική επιστολή της δανείστριας τράπεζας "ALPHA BANK" προς τον Ε. Κ., μάρτυρα του εναγομένου και ομόρρυθμο μέλος της αγοράστριας του ακινήτου, αλλά και από τη σαφή κατάθεση του ιδίου στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρά τα αντίθετα ...
υποστηριζόμενα. Από το εισπραχθέν ποσό του δανείου των 7.000.000 δρχ. και ειδικότερα από το ποσό των 3.500.000 δρχ. που αντιστοιχεί στο μερίδιο του πρώτου ενάγοντος, ο εναγόμενος κατ' εντολή και για λογαριασμό του... κατέβαλε σε τρίτους για εργασίες επισκευής της κατοικίας του στο ..., το συνολικό ποσό των 5.920.000 δρχ.
ήτοι 17.373,44 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες 19 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών...
Συνεπώς, από το εισπραχθέν ποσό ύψους 7.000.000 δρχ. στην δεύτερη ενάγουσα οφείλεται από τον εναγόμενο το ποσό των 3.500.000 δρχ. αφαιρουμένου δε του ημίσεος του ποσού των 43.500 δρχ. (21.750 δρχ. ήδη 63,83 ευρώ), για την παράσταση του εναγομένου στο παραπάνω με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αρτέμιδος Αντωνιάδου που συντάχθηκε στις 26.8.1992, όπως προκύπτει από την από 26.11.1992 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, παρά τα αντίθετα με την πρώτη έφεση υποστηριζόμενα, οφείλεται τελικά σ' αυτήν το ποσό των 3.478.250 δρχ. (3.500.000 - 21.750) και ήδη 10.207,63 ευρώ.
Συνεπώς με βάση τα παραπάνω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα αφήρεσε από το οφειλόμενο ποσό προς τη δεύτερη ενάγουσα το ποσό που με εντολή του πρώτου ενάγοντα καταβλήθηκε σε τρίτους από τον εναγόμενο, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της πρώτης εφέσεως (τρίτος λόγος). Εσφαλμένα επίσης το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσέθεσε και το ποσό του 1.020.000 δρχ.
στο παραπάνω ποσό των 7.000.000 δρχ., δεδομένου ότι ούτε οι ενάγοντες ζήτησαν με την αγωγή τους το ποσό αυτό, δηλ. το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών Ν. Π. με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του (τρίτος λόγος). Αντίθετα στον πρώτο ενάγοντα δεν οφείλεται κανένα ποσό από την αιτία αυτή, εφόσον το ποσό που καταβλήθηκε από τον εναγόμενο για οφειλές προς τρίτους είναι μεγαλύτερο από το ποσό που εισέπραξε αυτός από το τίμημα πωλήσεως της μερίδας του ενάγοντα.
Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο πρώτος ενάγων και ο εναγόμενος εγγυήθηκαν στις 24.8.92 μέχρι του ποσού των 2.000.000 δρχ. σε σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που έλαβε η παραπάνω αγοράστρια εταιρία "...." από την Τράπεζα Πίστεως. Λόγω μη πληρωμής του ποσού του δανείου από την πρωτοφειλέτρια εταιρία η δανείστρια Τράπεζα, αφού έκλεισε την 25.8.94 το λογαριασμό, μετά από αίτησή της εκδόθηκε σε βάρος και των δύο εγγυητών η με αριθμ. 554/95 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μον.
Πρωτ.Θεσ/νίκης. Στη συνέχεια με βάση την διαταγή πληρωμής η τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στην κατοικία του εναγόμενου για το ποσό των 3.190.000 δρχ. στο οποίο έφθασε η απαίτηση με τους τόκους και τα έξοδα. Ο εναγόμενος, ενόψει του κινδύνου της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατέβαλε εξ ιδίων το ποσό 1.190.000 δρχ.
ενώ και το υπόλοιπο ποσό των 2.000.000 δρχ. κατέβαλε ο εναγόμενος μετά από σύμβαση δανείου που κατήρτισε αυτός με τον πρώτο ενάγοντα προφορικά στις 20.8.1996, όπως προκύπτει από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο αυτός επαναφέρει ως λόγο εφέσεως, ότι το ποσό των 2.000.000 δρχ δόθηκε σ' αυτόν από τον πρώτο ενάγοντα έναντι χρέους του πρώτου ενάγοντος από την ως άνω εγγύηση προς την προαναφερόμενη Τράπεζα, χωρίς μάλιστα η δανείστρια Τράπεζα, όπως είχε τη δυνατότητα, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησης που είχε και εναντίον του (πρώτου ενάγοντα) από την παραπάνω διαταγή πληρωμής, και όχι ως δάνειο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και οι συναφείς λόγοι (4ος, 5ος, 6ος) της εφέσεως αυτού (δεύτερης εφέσεως) που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την επικαλούμενη από τον πρώτο ενάγοντα σύμβαση δανείου.
Μετά από όσα αναφέρθηκαν και αναπτύχθηκαν παραπάνω πρέπει οι εφέσεις να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η αγωγή για να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.000.000 δρχ. (ήδη 5.869,40 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία να επιστραφεί το δάνειο στις 1-9-1996, δηλ.
σε δέκα ημέρες από τη λήψη του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος ενάγων με το συναφή τελευταίο (πρώτο σκέλος) λόγο της εφέσεώς του, ούτε αποδείχθηκε προηγούμενη όχληση του εναγομένου, στην δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 10.207,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 10-10-1992, από τότε (την επομένη ημέρα) δηλ. που εισέπραξε ο εναγόμενος το ποσό του τιμήματος για λογαριασμό αυτής στα πλαίσια της δοθείσης σ' αυτόν εντολής και ήταν αυτό αποδοτέο κατά το βάσιμο σχετικό τελευταίο (δεύτερο σκέλος) λόγο της πρώτης εφέσεως...".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου και την είσπραξη από τον αναιρεσίβλητο του εκ ποσού 7.000.000 δραχμών υπολοίπου τιμήματος, μετ' αφαίρεση δηλαδή του ποσού των 3.000.000 δραχμών, που κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης είχαν εισπράξει οι αναιρεσείοντες από την αγοράστρια, ως μέρος του τιμήματος των 10.000.000 δραχμών.
Οι ανωτέρω παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής από το Εφετείο των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361, 713, 719 ΑΚ, με συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, να είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις (ήτοι πότε αυτοί εισέπραξαν το μέρος του τιμήματος, γιατί δεν ανεγράφη τούτο στο πωλητήριο συμβόλαιο) ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την ανάλυση αποδεικτικών επιχειρημάτων.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεχόμενη ότι η οφειλή της αγοράστριας, μετά την υπογραφή του συμβολαίου, ανήλθε σε 7.000.000 δραχμές, τις οποίες συμφωνήθηκε να καταβάλει στους αναιρεσείοντες από προϊόν δανείου, διότι είχε ήδη καταβάλει 3.000.000 δραχμές, παραμόρφωσε το ακόλουθο τμήμα του περιεχομένου του 18016/1992 πωλητηρίου συμβολαίου: "...αντί του μεταξύ των πωλητών και της αγοράστριας συμφωνηθέντος τιμήματος των 10.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνηθέν τίμημα δέχονται να λάβουν οι πωλητές, υποχρεούται δε να καταβάλει σ' αυτούς η αγοράστρια εταιρεία εκ προϊόντος δανείου που θα χορηγηθεί σ' αυτήν από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ή οποιοδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα εντός προθεσμίας μηνός από σήμερα.
Σε περίπτωση μη χορηγήσεως του κατά τα παραπάνω ποσού του δανείου για οποιοδήποτε λόγο η αγοράστρια υποχρεούται να το καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων και μάλιστα κατά την παραπάνω προθεσμία...". Όμως, το Εφετείο, ως προς το συμφωνηθέν και αναγραφόμενο στο επίμαχο συμβόλαιο τίμημα, δεν δέχτηκε κάτι διαφορετικό από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και συνεπώς ο προκείμενος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ως προς δε τα περιστατικά περί μερικής καταβολής του τιμήματος από την αγοράστρια στους αναιρεσείοντες πωλητές και του ύψους του συναφθέντος δανείου από αυτήν για την εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος, το Εφετείο συνεκτίμησε το επίμαχο έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα (επιστολή δανείστριας τράπεζας, κατάθεση μάρτυρα), χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα για την αλήθεια των γεγονότων αυτών και συνεπώς ο ίδιος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Στην ένδικη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος, με το να μην κρίνει επί ισχυρισμού του, ότι ο αναιρεσίβλητος μέρος από το ποσό των 5.920.000 δραχμών που κατέβαλε σε τρίτους κατ' εντολή και για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος προς εξόφληση υποχρεώσεών του, το κατέβαλε από επιπλέον ποσά (100.000 δρχ., 500.000 δρχ., 140.000 δρχ., 280.000 δρχ.) που του είχε καταβάλει για το σκοπό αυτό ο πρώτος αναιρεσείων.
Ο λόγος αυτός, όπως προτείνεται, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν ιδρύει την από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διάδικου μέρους (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 22 Μαρτίου 2010 (αρ. εκθ. κατ. 99/2010) και από 22 Μαρτίου 2010 (αρ. εκθ. κατ. 101/2010) αιτήσεις των Α) Ν. Π. και Β)Θ. Γ. και Φ. συζ. Θ. Γ. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2250/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει αυτές, και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων μερών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ