1924/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1924/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Κ. Ν. για αναίρεση της 154/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 4/12/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2/4/2014). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1924 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1924/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Ν. του Κ. και 2)Κ. θυγ. Κ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. χήρας Ι. Π., το γένος Ν. Ν., κατοίκου ..., 2)Κ. Π. χήρας Δ. Ν., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., 3)Σ. Τ. συζ. Γ. Λ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., 4)Μ. συζ. Γ. Λ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., 5)Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ... και 6) Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Υψηλάντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, η από 1/2/2011 αίτηση των Ν.
και Κ. Ν. για αναίρεση της 154/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 4/12/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2/4/2014). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 1760/2.10.2013, 2248/19.12.2013 και 2249/19.12.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Σ. Μ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι. ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 4/12/2013.
καθώς και της από 11/12/2013 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέως του Αρείου Πάγου για την παρούσα δικάσιμο (2/4/2014) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων (ΑΠ 448/2011. 897/2011). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των τελευταίων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο συγκληρονόμος, έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό ακίνητο, λογίζεται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων ή συγκυρίων, και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή τους να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
Μόνη η κατοχή του κοινού πράγματος ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ' αυτού από ένα συγκύριο δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, αν δεν εκδηλωθεί σαφώς στους λοιπούς συγκυρίους η βούλησή του περί αποκλειστικής, στο όνομά του μόνον νομής του κοινού πράγματος. Η ως άνω γνωστοποίηση, αφορώσα την αντιποίηση της νομής των λοιπών συγκυρίων από τον ήδη νεμόμενο το ακίνητο συγκοινωνό τους, χωρεί είτε ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 1075/2005), η δε γνώση των λοιπών μπορεί να νομιμοποιήσει την αντιποίηση από οποιονδήποτε και αν προέρχεται και όχι απαραιτήτως από τον ίδιο τον αντιποιούμενο τη νομή τους (ΑΠ 1559/2001, ΕλλΔνη 2003.1554).
Εξάλλου, κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τις από 11/12/2005 και από 14/6/2007 αναγνωριστικές αγωγές κυριότητας ακινήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο αγρόκτημα, κείμενο στη θέση "Κατσούνα" της περιοχής ...
στα Πηγάδια Καρπάθου, έκτασης 3.732 τμ. και κατά νεότερη μέτρηση 2.582,34 τμ., περιήλθε κατά κυριότητα από αναγκαστικό πλειστηριασμό στον Κ. Ν., δυνάμει της υπ' αριθ. 206/7-2-1921 οριστικής κατακυρωτικής έκθεσης του εντεταγμένου στην εκτέλεση τότε γραμματέα του Πρωτοδικείου Καρπάθου Ανδρέα Χιωτάκη, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 8/21-6-1921 πράξη του Εκτελεστικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Καρπάθου, με την οποία ίδια αυτή πράξη του Εκτελεστικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Καρπάθου, ο Κ.
Ν. μεταβίβασε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου στο γιο του Ν. Ν., μετέπειτα Ν. του Κ., καθ' όσον, κατά τα αναφερόμενα στην πράξη αυτή (8/21-6-1921), στην αγορά αυτή ο Κ. Ν. ενήργησε κατ' εντολή και το καταβληθέν τίμημα του γιου του Ν.. Μετά τον κατά την 23/10/1950 θάνατο στο Απέρι Καρπάθου του Ν. Ν. του Κ., το επίδικο αγρόκτημα περιήλθε κατά κυριότητα λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής στους μοναδικούς κληρονόμους του, σύζυγο του Μ.
το γένος Δ. Μ. και τα τέσσερα τέκνα του: 1) Κ., πατέρα των εναγομένων στην πρώτη αγωγή και αντίστοιχα εναγόντων στη δεύτερη αγωγή, 2) Ε., 6° ενάγοντα στην πρώτη αγωγή, 3) Σ., 1η ενάγουσα στην ίδια πρώτη αγωγή και 4) Δ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/16 η σύζυγος και 3/16 έκαστο τέκνο. Την 28/7/1978 απεβίωσε στο Απέρι Καρπάθου η σύζυγος Μ.
χήρα Ν. Ν., το γένος Δ. Μ. και κληρονομήθηκε όσον αφορά την ιδανική της μερίδα στο επίδικο ακίνητο εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω τέκνα της, και έτσι έκαστο τέκνο κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/16. Την 5/5/1995 απεβίωσε ο γιος Κ. Ν. του Ν. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου στο ιδανικό του μερίδιο 4/16 επί του επιδίκου ακινήτου από τους μοναδικούς κληρονόμους του, τα δύο τέκνα του, εναγομένους στην πρώτη αγωγή και αντίστοιχα ενάγοντες στη δεύτερη αγωγή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Την 27/3/1998 απεβίωσε στη Ν. Υερσέη των ΗΠΑ ο 4ος γιος Δ. Ν. του Ν., και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου στην ιδανική του μερίδα 4/16 επί του επιδίκου ακινήτου από τους μοναδικούς κληρονόμους του, σύζυγο του, 2η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και από τα τρία τέκνα του, 3η, 4η και 5ος ενάγοντες στην ίδια πρώτη αγωγή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Μετά τους προαναφερθέντες θανάτους της συζύγου και των δύο τέκνων του Ν. Ν., η συγκυριότητα των διαδίκων στην πρώτη αγωγή επί του επιδίκου ακινήτου διαμορφώνεται στα παρακάτω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, οι ενάγοντες 16/64 έκαστος οι 1η και 6ος, 4/64 έκαστος οι 2η, 3η, 4η και 5ος και οι εναγόμενοι 8/64 έκαστος. Το ανωτέρω αγρόκτημα το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις στη θέση του και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου αγρού διακατοχικές πράξεις νομής, ο Ν.
Ν. του Κ. από 21/6/1921 μέχρι τον κατά 23/10/1950 θάνατο του, γεγονός που συνομολογούν και οι δύο πλευρές των διαδίκων, έκτοτε δε η σύζυγος του Μ. το γένος Δ. Μ. μέχρι τον κατά την 28/7/1978 θάνατο της και τα τέσσερα τέκνα του 1η και 6ος ενάγοντες στην πρώτη αγωγή από 24/10/1950 μέχρι και την άσκηση της πρώτης αγωγής, ο γιος του Δ.
από 24/10/1950 μέχρι τον κατά την 27/3/1998 θάνατο του, έκτοτε η σύζυγος του 2η ενάγουσα στην ίδια πρώτη αγωγή και τα τρία τέκνα του 3η, 4η και 5ος ενάγοντες στην ίδια πρώτη αγωγή μέχρι και την άσκηση της ίδιας πρώτης αγωγής, και ο γιος του Κ. από 24/10/1950 μέχρι και τον κατά την 5/5/1995 θάνατο του, έκτοτε τα δύο τέκνα του, εναγόμενοι στην ίδια πρώτη αγωγή μέχρι και την άσκηση της αγωγής, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Συγκεκριμένα, εκ των ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ν. Ν., η σύζυγος του Μ. και η κόρη του, 1η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή Σ. συζ. Ι. Π. το γένος Ν. Ν., οι οποίες διέμεναν μόνιμα στην Κάρπαθο στο χωριό Απέρι, ενώ οι υπόλοιποι κληρονόμοι του, τρεις γιοι του Κ., Ε. και Δ. διέμεναν μόνιμα στην Αμερική, το καλλιεργούσαν και συγκόμιζαν τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδενδρα και τα σύκα από τις εντός αυτού υπάρχουσες δύο συκιές συνεχώς από 24/10/1950 μέχρι και το έτος 1968.
Ο Κ. Ν. του Ν., πατέρας των εναγομένων στην πρώτη αγωγή και αντίστοιχα εναγόντων στη δεύτερη αγωγή, ο οποίος διέμενε μόνιμα, όπως τα άλλα δύο αδέλφια του Ε. και Δ., στην Αμερική, από το 1950 ασθένησε ψυχολογικά και το 1955 επέστρεψε στην Ελλάδα στην Κάρπαθο και διέμενε μαζί με την αδελφή του, 1η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή, η οποία διέμενε μόνιμα στην Κάρπαθο στο χωριό Απέρι, μαζί με την οποία διέμενε και η χήρα μητέρα τους Μ.
χήρα Ν. Ν.. Ο Κ. Ν. το 1965 τέλεσε γάμο στην Ελλάδα και το 1969 έφυγε οικογενειακώς για την Αμερική, ο οποίος, όταν έφυγε για την Αμερική, το επίδικο ακίνητο το μίσθωσε στον Π. Χ. Ζ. του Ι., αγρότη στο επάγγελμα, μόνιμο κάτοικο Καρπάθου στο χωριό Πηγάδια, στην Κτηματική Περιφέρεια του οποίου χωριού Πηγάδια βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, στον οποίο αυτό μισθωτή συνεχίζει να είναι μισθωμένο μέχρι και την άσκηση των συνεκδικαζομένων ένδικων αγώνων.
Τα δύο αδέλφια εκ των ανωτέρω συγκληρονόμων, Ε. και Δ. Ν. του Ν., αποδέχθηκαν την κληρονομιά των ως άνω αποβιωσάντων γονέων τους επί του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../4-10-1989 Πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογραφούσας Ειρηνοδικείου Καρπάθου Αγγελικής Αναστασιάδου, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο Μ με αριθμό .../4-10-1989.
Η εκ των κληρονόμων 1η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή (Σ. χήρα Ι. Π. το γένος Ν. Ν.), αποδέχθηκε την κληρονομιά των ως άνω αποβιωσάντων γονέων της επί του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../19-4-2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Χατζάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα ίδια πιο πάνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο 11 με αριθμό .../18-5-2005.
Την κληρονομιά του κατά την 27/3/1998 αποβιώσαντος Δ. Ν. του Ν. επί του επιδίκου ακινήτου, οι κληρονόμοι του, 2η, 3η , 4η και 5ος ενάγοντες την αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. .../2005 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Χατζάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα ίδια ανωτέρω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο 12 με αριθμό .../11-7-2005.
Μετά απ' αυτά, συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου είναι οι ενάγοντες στην πρώτη αγωγή κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 16/64 έκαστος οι 1η, 605 και 4/64 έκαστος η 2η, 3η, 4η και 5ος γενόμενοι τέτοιοι με παράγωγο τρόπο και δη λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου παροχής, κατά τα προαναφερθέντα. Ο ισχυρισμός των εναγόντων στη δεύτερη αγωγή, ότι ο πατέρας τους Κ.
Ν. του Ν. από τον κατά την 23/10/1950 θάνατο του πατέρα του Ν. Ν. μετέπειτα Ν. του Κ., νεμήθηκε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου το κληρονομιαίο επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις στην αγωγή τους αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής μέχρι τον κατά την 5/5/1995 θάνατο του, τον οποίο κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου αυτοί (ενάγοντες) κατ' ισομοιρία, οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ασκώντας τις στην αγωγή τους αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής μέχρι και το χρόνο άσκησης της πρώτης υπ' αριθ.
καταθ. 52/13-12-2005 αγωγής, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ' όσον το επίδικο ακίνητο μετά τον κατά την 23/10/1950 θάνατο του Ν. Ν. του Κ., κατά τα προαναφερόμενα, περιήλθε κατά κυριότητα λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής στους μοναδικούς κληρονόμους του, σύζυγο του Μ. το γένος Δ. Μ. και στα τέσσερα τέκνα του, Κ.
πατέρα των εναγόντων στη δεύτερη αγωγή και αντίστοιχα εναγομένων στην πρώτη αγωγή, Ε. 6° ενάγοντα στην πρώτη αγωγή, Σ. 1η ενάγουσα στην ίδια αγωγή και Δ. κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/16 στη σύζυγο και 3/16 έκαστο τέκνο, ήδη κατέστη επίκοινο, ο δε πατέρας των εναγόντων Κ. Ν. του Ν. δεν εκδήλωσε ποτέ στους λοιπούς συγκυρίους, μητέρα του και στα πιο πάνω άλλα τρία αδέλφια του την απόφασή του να νέμεται το κληρονομιαίο επίκοινο επίδικο αποκλειστικώς για τον εαυτού του, ώστε να είναι αποκλειστικός κύριος του επίκοινου ακινήτου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η από 11/12/2005 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσιβλήτων είναι βάσιμη, ενώ η από 14/6/2007 αγωγή χρησικτησίας των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη, και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των πρώτων (αναιρεσιβλήτων), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και δέχθηκε την πρώτη αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τους αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο (κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή) και της μη εκδήλωσης της απόφασης εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και εν συνεχεία των ιδίων να ασκούν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1950 μέχρι το έτος 2005, εν γνώσει και υπό τα όμματα των λοιπών συγκληρονόμων (αναιρεσιβλήτων).
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς τη μη γνωστοποίηση της απόφασης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων να νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά δικό του λογαριασμό, και η αναφορά αν η εκμίσθωση του πιο πάνω ακινήτου έγινε για λογαριασμό του τελευταίου ή και των λοιπών συγκληρονόμων, αφού και στην πρώτη περίπτωση έπρεπε ο ανωτέρω δικαιοπάροχος να εκδηλώσει την απόφασή του προς τους λοιπούς συγκληρονόμους ότι προβαίνει στην εκμίσθωση του επιδίκου ακινήτου ως αποκλειστικός κύριος αυτού.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για την ύπαρξη εθίμου που αναγνωρίζεται ως κανόνας δικαίου κατά το άρθρο 1 του ΑΚ και η παραβίασή του ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης απαιτούνται, ως στοιχεία δημιουργίας του, μακρά και ομοιόμορφη άσκηση, καθώς και κοινή συνείδηση είτε των πολιτών ολόκληρου του κράτους είτε τμήματος αυτού είτε εκείνων των προσώπων που ανήκουν σε μία τάξη ή επάγγελμα, για την αναγκαιότητα του εφαρμοζόμενου ως κανόνα δικαίου (ΑΠ 1045/2008 ΕλλΔνη 51.1657).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι, από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) καταργούνται όλες οι διατάξεις νόμων ή γενικών ή τοπικών εθίμων που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ή στις διατάξεις αυτού του νόμου ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται απ' αυτούς. Η παραπάνω διάταξη, καθώς και οι λοιπές διατάξεις τόσο του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα όσο και ο Αστικός Κώδικας άρχισαν να ισχύουν και στη Δωδεκάνησο από 30/12/1947 με την έκδοση του ν. 510/1947.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ΑΚ και 2 παρ.2 του από 7/16.5.1946 ΝΔ "περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικος και του εισαγωγικού αυτού νόμου", που ορίζουν η μεν πρώτη ότι "οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και τα έθιμα", η δε δεύτερη ότι "το έθιμον δεν καταργεί νόμον" προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η δημιουργία εθίμου, το οποίο καταργεί διάταξη αναγκαστικού δικαίου, η οποία περιέχεται στο νόμο (ολ ΑΠ 9/95 ΕλλΔνη 36.1520, ΑΠ 943/00 ΕλλΔνη 42.114).
Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές που ρυθμίζουν την κληρονομική διαδοχή από το νόμο, όπως εκείνη του άρθρου 1710 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, κατά το θάνατο του προσώπου, η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται, όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά.
Στην έννοια της διαδοχής από το νόμο περιλαμβάνεται και η εξ αδιαθέτου διαδοχή, στην πρώτη τάξη της οποίας καλούνται οι κατιόντες (τέκνα) του κληρονομουμένου, κατ' ίσα μέρη, και ο επιζών σύζυγος στο τέταρτο της κληρονομιάς (1813, 1820 ΑΚ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με τοπικό έθιμο της νήσου Καρπάθου που ίσχυε επί εκατοντάδες έτη μέχρι του χρόνου θανάτου του παππού τους Ν. Ν. το έτος 1950,αλλά ισχύει και επί αρκετά έτη μετά την εισαγωγή του ΑΚ στα Δωδεκάνησα, η πατρική περιουσία περιέρχεται στον πρωτότοκο γιο που φέρει το όνομα του εκ πατρός παππού και ότι έτσι το επίδικο ακίνητο, μετά το θάνατο του παππού τους, που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, περιήλθε αποκλειστικά στον πατέρα τους Κ.
Ν. (που έφερε το όνομα του προπάππου τους), πρωτότοκο γιο του Ν. Ν. και ότι το Εφετείο, με το να μη δεχτεί ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τελευταίου ήταν ο πατέρας τους (μετά το θάνατο του οποίου, το έτος 1995, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους αναιρεσείοντες-τέκνα του) και να απορρίψει την από 14/6/2007 αναγνωριστική αγωγή κυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, παραβίασε τον παραπάνω εθιμικό κανόνα δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δημιουργία εθίμου που αντιβαίνει στις αναγκαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής δεν επιτρέπεται, ενώ, και αν ακόμη υπήρχε τέτοιο τοπικό έθιμο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, καταργήθηκε με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ για το εφεξής διάστημα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται επίσης στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί δημιουργίας του πιο πάνω εθίμου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.1 β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή και παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1398/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και για την εξακρίβωση της αλήθειας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίζουν ότι ο αδελφός τους (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων), ως πρωτότοκος γιος, κάτοικος ΗΠΑ, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, στηριζόμενος στο παγκοίνως γνωστό έθιμο της Καρπάθου, νεμόταν το επίδικο ακίνητο επί 45 ολόκληρα έτη ο ίδιος και επί άλλα 10 έτη τα παιδιά του, όταν μάλιστα η πρώτη των αναιρεσιβλήτων γεννήθηκε στην Κάρπαθο και έζησε εκεί όλα της τα χρόνια, ο έκτος των αναιρεσιβλήτων έζησε επίσης το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκεί, ενώ όλοι οι αντίδικοι γνωρίζουν ότι ο πατέρας τους και, στη συνέχεια, οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες είχαν εγκαταστήσει στο επίδικο για πολλές δεκαετίες συγκεκριμένο μισθωτή, με βάση ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, κι έτσι, αν το Εφετείο έκανε, σύμφωνα με τα πιο πάνω διδάγματα, ορθή υπαγωγή των πραγματικών αυτών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 ΑΚ δεν θα δεχόταν ότι ο πατέρας τους και οι ίδιοι νέμονταν το επίδικο ακίνητο και για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με όσα αναφέρονται στον λόγο αυτόν της άνω αναιρέσεως, δεν προβάλλεται αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία ή την υπαγωγή σε κανόνα δικαίου και μάλιστα κατ'ορισμένο τρόπο, αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων (ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, και ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις τους, και συγκεκριμένα:
α) τα από 3/9/82 και από 3/9/88 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου, β) τις ... και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Ρουσσάκη, γ) τη μαρτυρική κατάθεση του μισθωτή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ...
και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και τα πιο πάνω μισθωτήρια.
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11α'ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι έλαβε ανεπιτρέπτως υπόψη του την .../15.5.2008 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., που λήφθηκε ερήμην τους κατά την πρωτόδικη δίκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Χατζάκη, χωρίς να έχουν κλητευθεί νομίμως για να παραστούν κατά την ως άνω εξέταση, αφού η κοινοποίηση που έγινε στις 12/5/2008 προς το μετέπειτα πληρεξούσιο δικηγόρο τους. δεν ήταν νόμιμη διότι τότε δεν τον είχαν διορίσει για να παραστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, κατά την εκδίκαση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον τους, για την απόδειξη της οποίας δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, το απαράδεκτο δε είχαν προτείνει κατά την πρωτόδικη αλλά και στην κατ' έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, ως εφεσίβλητοι, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε στο Εφετείο ο πιο πάνω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ. οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/2/2012 αίτηση των Ν. και Κ. Ν. για αναίρεση της 154/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ