Legislator Case Law & Legislation
1924/2013 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for failure to evaluate all evidence under Article 559(11) of Civil Procedure Code.

Case Number 1924/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision due to a procedural flaw in evidence evaluation. The appellants argued that the lower court failed to consider crucial evidence regarding the defendants' negligence, violating Article 559(11) of the Civil Procedure Code. Consequently, the Supreme Court ordered a new hearing to adjudicate the merits of the case itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 559(11), 570(2), 579(1), 580(3) of the Civil Procedure Code; If a court fails to evaluate all evidence submitted by parties which significantly influences the outcome, the Supreme Court must annul the decision and try the case substantively.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Evidence Evaluation Supreme Court Review Procedural Flaw Merits Adjudication

Cited Legislation

AI generated
Article 335 of the Civil Procedure Code
Article 338 of the Civil Procedure Code
Article 339 of the Civil Procedure Code
Article 340 of the Civil Procedure Code
Article 559(11) of the Civil Procedure Code
Article 570(2) of the Civil Procedure Code
Article 579(1) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1924 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1924/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Ι. του Θ., κατοίκου ... 2. Δ. Π., κατοίκου ... και 3. Δ. Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: 1.Σ.-Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2000 αγωγή και 25-10-2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή , που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2111/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3868/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους, που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-9-200, αγωγή, εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, (και της εταιρείας ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, πράξη, με τη μορφή της παράληψης λήψεως μέτρων, προς αποτροπή της, εις βάρος των εναγόντων, τελεσθείσας αδικοπραξίας (υπεξαιρέσεως) εκ μέρους του, υπό της πρώτης εναγομένης (εταιρείας) προστηθέντος στην υπηρεσίας της, Λ.

Τ., της οποίας (εταιρείας) οι ήδη αναιρεσίβλητοι υπήρξαν νόμιμοι εκπρόσωποι. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2111/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον, τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά στον καθένα.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η 6694/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις και αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάστηκε κατ' ουσίαν η αγωγή έγινε και πάλι μερικώς δεκτή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες αιτήσεις για την αναίρεσή της, επί των οποίων εκδόθηκε η 1039/2007 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, (μόνο) κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια των παραλείψεων των δευτέρου και τρίτου εκ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τη ζημία που υπέστησαν αυτοί (ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι).Το Δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Αθηνών ),δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

H πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Λειτουργεί με έδρα την .., εκπροσωπείται νόμιμα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και σκοπός της είναι η διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών και η σύναψη χρηματιστηριακών συμβάσεων. Για την επιτυχέστερη επίτευξη της ως άνω δραστηριότητας της, με την υπ' αρ. 528/5-8-1994 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ίδρυσε σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν. 1969/1991, υποκατάστημα στη .., στην οδό ….

Σ' αυτό όρισε υπεύθυνο υπάλληλο και διευθυντή τον Λ. Τ., στον οποίο ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της εταιρίας και πρωτοβουλία δράσης, σχετικά με πράξεις που γίνονταν στο υποκατάστημα, αλλά και τη διενέργεια κάθε υλικής πράξης που σχετίζονταν με τη λειτουργία του υποκαταστήματος. Ο τελευταίος τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της προστήσασας πρώτης εναγομένης, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.

Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών πραγματοποιούσε τις επαφές με τους πελάτες, παρείχε συμβουλές σε αυτούς, κατήρτιζε τις συμβάσεις, εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας, διαβίβαζε τις εντολές των πελατών για τη διενέργεια των συναλλαγών και παρέδιδε στους πελάτες κάθε έγγραφο που εξέδιδε η εταιρία, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της".

Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε , μεταξύ άλλων : Ότι οι ενάγοντες με συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγόμενης , δια του ως άνω εκπροσώπου της, στο υποκατάστημα .., Λ. Τ., ανέθεσαν σ' αυτήν (εταιρία) έναντι αμοιβής, να καταρτίζει, στο όνομα και για λογαριασμό τους, χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι αγορές και πωλήσεις μετοχών ανωνύμων εταιριών, για τις οποίες, αυτοί κατέθεσαν, καθ' υπόδειξη του Λ.

Τ., σε λογαριασμό τηρούμενο στην αναφερόμενη Τράπεζα , που ανήκε στον ίδιο και στην σύζυγό του, στις 16-12-1998 ο πρώτος, στις 24-12-1998 ο δεύτερος και στις 23-12-1998 ο τρίτος, τα αναφερόμενα ποσά ο καθένας . Ότι ο Λ. Τ. απέστειλε στη συνέχεια στον πρώτο ενάγοντα πίνακες συναλλαγών και καταστάσεις πορείας του χαρτοφυλακίου του με την επωνυμία της εταιρίας .

Ότι στις αρχές του μηνός Ιουνίου 199, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι ο Λ. Τ. ουδέποτε είχε αγοράσει για λογαριασμό τους μετοχές, αλλά είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί παράνομα τα χρηματικά ποσά που του είχαν καταβάλει με τον παραπάνω τρόπο, για το σκοπό αυτό ( αγορά μετοχών). Στην συνέχεια το Δικαστήριο δέχθηκε, σχετικώς με το ζήτημα που παραπέμφθηκε ενώπιον του, δηλαδή το της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων των αναιρεσιβλήτων και της ζημίας των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα: "Οι ανωτέρω νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, όπως είχαν υποχρέωση, είχαν λάβει όλα τα απαιτούμενα και ενδεικνυόμενα μέτρα ελέγχου του συγκεκριμένου υποκαταστήματος αφού:

είχαν θεσπίσει τον θεσμό του εσωτερικού ελέγχου συνεργαζόμενοι με τον ελεγκτή Ε. Σ., έχοντας κοινοποιήσει την σχετική απόφαση της εταιρίας για το θέμα αυτό στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς. Επίσης η πρώτη εναγόμενη τόσο στο κεντρικό της κατάστημα στην …όσο και στα υποκαταστήματα της, τελούσε υπό τον ετήσιο τακτικό οικονομικό διαχειριστικό έλεγχο του Ορκωτού Λογιστή Θ.

Π. Τέλος η εποπτεύουσα αρχή της πρώτης εναγόμενης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είχε αναθέσει ήδη από το έτος 1996 στην εταιρία DELOITTE & TOUCHE την διενέργεια ελέγχου, Δεδομένου δε ότι όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες κατέθεσαν τα αναφερόμενα παραπάνω χρήματα τους για την αγορά των μετοχών που επιθυμούσαν σε προσωπικό λογαριασμό του Λ.

Τ. και της συζύγου αυτού, από της καταθέσεως αυτής, ο τελευταίος αποκτούσε δικαίωμα να τα αναλαμβάνει οποτεδήποτε και να τα χρησιμοποιεί κατά βούληση, εκφεύγοντας από οποιονδήποτε έλεγχο της πρώτης εναγομένης, αφού οι οποιεσδήποτε συναλλαγές των διαδίκων, ελάμβαναν χώρα χωρίς την μεσολάβηση της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας.

Οι δε νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, δεν είχαν την δυνατότητα, οποιονδήποτε έλεγχο και αν ενεργούσαν στο επίδικο υποκατάστημα, που εργαζόταν ο Λ. Τ., να διαπιστώσουν την ύπαρξη των ως άνω καταθέσεων, στις οποίες είχαν προβεί οι ενάγοντες, στους προσωπικούς λογαριασμούς αυτού και τον τρόπο χρησιμοποίησης των κεφαλαίων αυτών.

Και είναι βέβαια γεγονός ότι η Επιτροπή κεφαλαιαγοράς, στον σχετικό έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε παραβάσεις που αποτελούν απόδειξη ανεπαρκούς και μη αποτελεσματικού εσωτερικού ελέγχου, όπως μη σύναψη συμβάσεων με τους πελάτες από τις οποίες να προκύπτουν οι υποχρεώσεις των τελευταίων έναντι της εταιρίας, όπως και της εταιρίας έναντι των πελατών της, η μη διάθεση γραπτών εξουσιοδοτήσεων για αρκετούς πελάτες, η μη ύπαρξη αποδείξεων παράδοσης και παραλαβής των τίτλων, οι παραβάσεις όμως αυτές εν προκειμένου, που αναφέρονται σε συναλλαγές πελατών, που γίνονταν δια μέσου της πρώτης εναγόμενης χρηματιστηριακής εταιρίας, δεν μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη των ως άνω εναγομένων, αφού οι επίδικες συναλλαγές των διαδίκων, ελάμβαναν χώρα, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς την μεσολάβηση της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας.

Με βάση τα ανωτέρω για την διαπραχθείσα σε βάρος των εναγόντων ανωτέρω αδικοπραξία του Λ. Τ., δεν φέρουν ευθύνη οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων. Συνακόλουθα η κρινομένη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ως άνω εναγομένων....πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...." Οι αναιρεσείοντες, (ενάγοντες) ισχυρίσθηκαν ότι, για τη ζημία που υπέστησαν από τη διαπραχθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία (υπεξαίρεση) του προστηθέντος από τη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, πρώτη εναγομένη ,(ως προς την οποία η αγωγή τους έγινε αμετάκλητα δεκτή) υπαίτιοι είναι και τα υποκείμενα στις ίδιες υποχρεώσεις με εκείνη (εταιρία), φυσικά πρόσωπα που την εκπροσωπούσαν, ήτοι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι.

Τούτο δε διότι αυτοί από " βαρεία αμέλεια" παρέλειψαν, και οι ίδιοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας, (διά των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις της εταιρίας και ενσαρκώνεται η βούληση αυτής) να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα εποπτείας και ελέγχου ( όπως αυτά προβλέπονται από το αρθ. 4 του νόμου 1806/1988 και το αρθ. 3 του Κώδικα Δεοντολογίας για τις ΑΧΕ) των εργασιών του υποκαταστήματος …και της δραστηριότητας του διαχειριστή του υποκαταστήματος αυτού, που είχε ως συνέπεια την έναντι αυτών ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου.

Για την απόδειξη δε των ισχυρισμών τους αυτών, οι αναιρεσείοντες, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως, με τις προτάσεις τους, στο Εφετείο, (πλην άλλων και ) τα εξής έγγραφα: α) Την από 30\10\1998 πορισματική έκθεση και την από 24/3/1999 Τελική Έκθεση Ελέγχου των ελεγκτών Γ. Κ. και Α. Σ., τους οποίους όρισε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ,από τις οποίες αποδεικνυόταν, κατά τους αναιρεσείοντες ,η πλημμελής οργάνωση και λειτουργία της ΑΧΕ αλλά και η έλλειψη παντός ελέγχου εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων στο υποκατάστημα της …και των δραστηριοτήτων του Λ.

Τ. ως διευθυντή και εκπροσώπου της ΑΧΕ. β) Τις 2303/2007 και3386/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών , που εκδόθηκαν σε υποθέσεις με ίδιες αξιώσεις κατά των αναιρεσιβλήτων, "οι οποίες έλαβαν υπόψη το πόρισμα των άνω εκθέσεων και το θεώρησαν σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο για κατάφαση αμελούς συμπεριφοράς αυτών (αναιρεσιβλήτων)".

γ)Την υπ' αριθ. 466, 529, 611, 699, 1002, 103/2006 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ,με την οποία ο μεν Λ. Τ. κηρύχθηκε ομόφωνα ένοχος (μεταξύ άλλων) του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος 45 πελατών της ΑΧΕ , οι δε αναιρεσίβλητοι ,κατά πλειοψηφία, ο μεν Σ.

Κ. για άμεση συνέργια ο δε Γ. Κ. για απλή συνέργια σε επτά από τις παραπάνω υπεξαιρέσεις. δ) Την από 3-12-1996 κοινή επιστολή των ελεγκτικών εταιριών DELOITE και TOUCHE, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στο Εφετείο οι αντίδικοι τους. Το Εφετείο, αν και βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", εντούτοις από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται βέβαια η εκ μέρους του συνεκτίμηση και των ανωτέρω εγγράφων.

Τούτο δε διότι για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα το Εφετείο εις ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη (όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα) παρά την ιδιάζουσα αποδεικτική τους σπουδαιότητα, δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενο τους μπορούν να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή τεκμηρίων ως προς την βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκτεθείσα πλημμέλεια και, άρα, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., αποδίδεται σ' αυτό (Εφετείο) η αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει (παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση, (βλ.

αντιθέτως, Μπέη "Πολιτική Δικονομία",

ΙΙΙ, υπό το άρθρο 580, σελ. 2397 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1039/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 6694/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ