Supreme Court dismisses appeal on mandatory co-litigation and inadmissible procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a breach of contract dispute. The appellants argued for mandatory co-litigation with a third party and claimed procedural errors regarding evidence and a specific debt incident. The court rejected these claims, ruling that co-litigation is mandatory by law and that the alleged procedural defects were either irrelevant to the appeal's admissibility or constituted non-reviewable appellate discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 76 §§ 1 and 4, 558(b), 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 529 of the Code of Civil Procedure; The court holds that co-litigation between the debtor and a third party beneficiary is mandatory in breach of contract disputes, and appeals regarding the admissibility of evidence or the timing of document submission are inadmissible as they fall within the non-reviewable discretion of the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1923 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1923/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και 2) Ε. συζύγου Ν. Π., το γένος Π. Μ., 3) Α. Π. του Ν. και 4) Κ. Π. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Γ. του Α. και 2) Φ. συζύγου Θ. Γ., το γένος Σ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Αμπατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19581/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 906/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 16-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του παρασταθέντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 §§ 1 και 4, 558 εδαφ. β', 576 § 2 ΚΠολΔ και 939 ΑΚ προκύπτει ότι, σε δίκη για τη διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, η ομοδικία μεταξύ του εναγομένου οφειλέτη, που ενήργησε την απαλλοτρίωση προς βλάβη του ενάγοντος δανειστή του και του συνεναγόμενου τρίτου, που μετείχε ως αντισυμβαλλόμενος στην διαρρηκτέα δικαιοπραξία και απέκτησε το αντικείμενό της, είναι αναγκαστική, αφού δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών.
Οι δε απολιπόμενοι αναγκαστικοί ομόδικοι, εφόσον κλητεύτηκαν νόμιμα, θεωρούνται σαν να ήταν παρόντες και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία τους (ΑΠ 1217/2014, 1230/2008). Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 575, 226 § 4 εδ. α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ή είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 25-11-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 906/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, δια της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων, για διάρρηξη της απαλλοτριώσεως ακινήτου (δωρεάς και γονικής παροχής) που έγινε προς βλάβη τους, με το …/2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Σεβαστής Αδαμοπούλου από τον οφειλέτη τους-δωρητή και παρέχοντα τη γονική παροχή- πρώτο εναγόμενο Ν.
Π. προς τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του Ε. και τις εναγόμενες θυγατέρες του Α. και Κ. Π. αντίστοιχα (παυλιανή αγωγή). Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι προσκομίζουν τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Λ., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι, μετά από παραγγελία των ιδίων, ακριβές αντίγραφο της από 25-11-2014 αιτήσεως των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 906/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 28-9-2015, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε καθεμία από τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων.
Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση αναβλήθηκε, εκπροσωπουμένων των τελευταίων, οι οποίοι είναι αναγκαίοι ομόδικοι του πρώτου αναιρεσείοντος, από αυτόν τον ίδιο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου), για τη δικάσιμο της 28-3-2016 και εν συνεχεία για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 16-1-2017.
Επομένως, αφού κατά τη δικάσιμο αυτή οι ανωτέρω τρεις διάδικοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την επαναφερθείσα ενώπιόν του ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων, περί αοριστίας της υπό κρίση αγωγής, που αφορούσε τη διάρρηξη της προσβαλλόμενης με αυτήν δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής. Προς τούτο επικαλούνται ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή, επειδή αυτοί ισχυρίστηκαν και απέδειξαν ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίμαχης δικαιοπραξίας, δεν υπήρχε καμία απαίτηση των αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
III. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθ. 1, 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για το ότι (κατά λέξη): "το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων του νόμου, ήτοι των άρθρων 946 και 263 του ΑΚ περί παραγραφής της αγωγής διάρρηξης, δέχτηκε την αγωγή τους, ενώ αν εφάρμοζε σωστά τις παραπάνω διατάξεις θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή τους, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεώς τους, ότι είχαν προβάλει στο Εφετείο αντίστοιχους ισχυρισμούς (παραγραφής ή δεδικασμένου), ούτε άλλωστε στο Εφετείο αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης, κατόπιν προτάσεως των αναιρεσειόντων, ζήτημα παραγραφής, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως των επικαλουμένων ουσιαστικών διατάξεων.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Κατά δε την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ή η πρόκληση με αυτή στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Στην ένδικη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενοι κατά της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και προς στοιχειοθέτηση της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες μετά από δεκατρία χρόνια στράφηκαν ξαφνικά εναντίον του πρώτου από αυτούς, ο δε διαδραμών χρόνος των δεκατριών ετών και το γεγονός ότι ουδέποτε τον ενόχλησαν, ενώ συνέχιζαν να συνεργάζονται μαζί του και σε άλλες υποθέσεις τους, έως τις 9/4/2002, οπότε του κοινοποιήθηκε αίτησή τους (ασφαλιστικών μέτρων) για συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων, δημιούργησε σ' αυτόν την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα τον οχλήσουν, ενώ η ξαφνική τους εμφάνιση με την άνω αίτησή τους και την υπό κρίση αγωγή τους οπωσδήποτε αντιβαίνει προς τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ότι πολλά αποδεικτικά στοιχεία, λόγω της παρελεύσεως των δεκατριών ετών έχουν εξαφανιστεί και άλλα, όπως αυτά στις τράπεζες, έχουν πολτοποιηθεί, η άσκηση του δικαιώματός τους απαγορεύεται, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Όμως, ο επίμαχος ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, δεν πληρούσε το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε αυτόν μη νόμιμο και απέρριψε το λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Απαραδέκτως δε με το αναιρετήριο επικαλούνται για πρώτη φορά, προς στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης πλημμέλειας και νέα περιστατικά, θεμελιωτικά της ενστάσεώς τους. Επίσης, με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη για την κρίση της, περί της νομιμότητας της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεώς τους, επικληθέν με την έφεσή τους περιστατικό, ότι δηλαδή ο πρώτος αναιρεσείων από τα χρήματα που είχε λάβει σε εκτέλεση εντολής, για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων από τίμημα πωλήσεως και όφειλε να τους αποδώσει, έστειλε, μετά από επικοινωνία του με τον πρώτο αναιρεσίβλητο 1.848,86 ευρώ σε πρόσωπο που εκείνος του υπέδειξε και τώρα κακόπιστα το αρνείται, επειδή διαπίστωσε ότι έχει χαθεί η απόδειξη.
Η αιτίαση αυτή, με την οποία επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, αλλά και των εγγράφων προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το επίμαχο περιστατικό δεν το επικαλέστηκαν στο περιεχόμενο με το οποίο στοιχειοθέτησαν την ένστασή τους, αλλά κατά την ουσιαστική διερεύνηση του ύψους της απαιτήσεως των αναιρεσιβλήτων.
Σε κάθε δε περίπτωση, η επίμαχη αιτίαση αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι και με την προσθήκη του περιστατικού αυτού η ένστασή τους δεν καθίσταται νόμιμη.
V. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκόμισαν νόμιμα και δεν επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι. Ο λόγος κατά την παραπάνω αιτίασή του είναι απαράδεκτος, λόγω της πλήρους αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζονται ποια έγγραφα, μη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα, έλαβε υπόψη το Εφετείο, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτά ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχτηκε τα επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι στο Εφετείο για πρώτη φορά, χωρίς να αναφέρουν κανένα λόγο για την όψιμη προσκόμισή τους. Ο λόγος αυτός και κατά την παραπάνω αιτίασή του είναι απαράδεκτος, διότι η αποδοχή ή απόκρουση των αποδεικτικών μέσων που κατ' αρχάς επιτρεπτώς προσκομίζονται για πρώτη φορά στο Εφετείο (άρθρο 529 ΚΠολΔ) ανήκει στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Νοεμβρίου 2014 αίτηση των 1) Ν. Π., 2) Ε. συζ. Ν. Π., 3) Α. Π. και 4) Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 906/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ