1923/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1923/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: στην Αθήνα κατά τους εν συνεχεία αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις διέπραξαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Ο πρώτος κατηγορούμενος: Α) .... Β) ....Γ) στον ως άνω τόπο και στις 15-4-2009 ο α' κατηγορούμενος, αναφερόμενος σε αρχή εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, ενώ γνώριζε ότι τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητός του είναι (επ) A. (ον) A.
Full text
Απόφαση 1923 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1923/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α.-A. A. του H., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1424/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2015 (ασκηθείσα δια δηλώσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-10-2015) αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2015.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 225 παρ. 2 Π.Κ., με το οποίο προστατεύεται το έννομο αγαθό της αλήθειας των δηλώσεων ή ανακοινώσεων προς την αρχή, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως με τη μορφή της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, απαιτείται αντικειμενικώς μεν αναφορά κάποιου ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για τη λήψη της αναφοράς, η αναφορά αυτή να γίνεται χωρίς όρκο και έκθεση αντικειμενικά ψευδών περιστατικών ή απόκρυψη ή άρνηση καταθέσεως των αληθινών, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος του αναφέροντος, που συνίσταται στο ότι ο δράστης γνώριζε την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία εξέθεσε ή είχε γνώση των αληθινών αλλά τα απέκρυψε.
Για τη θεμελίωση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως πρέπει να προσδιορίζεται η αρχή, ενώπιον της οποίας έλαβε χώρα η ψευδής αναφορά, ώστε να κριθεί η αρμοδιότητά της, ενώ "αναφορά" είναι κάθε γραπτή ή προφορική δήλωση ή ανακοίνωση, βεβαίωση ή πιστοποίηση, οπότε το άνω αδίκημα τελείται ακόμη και με την προφορική δήλωση ανακριβών στοιχείων στην Αστυνομία, η οποία, στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων της, είναι αρμόδια και για την εξακρίβωση της ταυτότητας των πολιτών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση, που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει, κατά τα προεκτεθέντα, επί του εγκλήματος της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι η ψευδής αναφορά ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενεργείας του.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, η αναφορά του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.- Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 1424/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με την αποδοθείσα στον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, η οποία και μόνον εισάγεται προς έρευνα στη συγκεκριμένη περίπτωση: "...στην Αθήνα...και στις 15-4-2009 ο πρώτος κατηγορούμενος, αναφερόμενος σε αρχή εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, ενώ γνώριζε ότι τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του είναι (επ) A. (ον.) A.
του H., σε διαδοχικές ερωτήσεις των αστυνομικών του Τμήματος Ασφαλείας Χαλανδρίου και αφού είχαν ήδη δηλώσει την ιδιότητά τους στον ως άνω πρώτο κατηγορούμενο, αυτός ισχυρίστηκε ότι ονομαζόταν Ζ. Α.". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός των πράξεων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, που δεν ερευνώνται, διότι, ως προς τις σχετικές καταδικαστικές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 Ν. 4411/2016 (αφού η πρωτοδίκως επιβληθείσα συναφώς για κάθε μία από αυτές πεντάμηνη ποινή φυλακίσεως έχει διάρκεια μικρότερη των έξι μηνών), κήρυξε τον ανωτέρω πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: στην Αθήνα κατά τους εν συνεχεία αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις διέπραξαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Ο πρώτος κατηγορούμενος: Α) .... Β) ....Γ) στον ως άνω τόπο και στις 15-4-2009 ο α' κατηγορούμενος, αναφερόμενος σε αρχή εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, ενώ γνώριζε ότι τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητός του είναι (επ) A. (ον) A.
του H., σε διαδοχικές ερωτήσεις των αστυνομικών του Τμήματος Ασφαλείας Χαλανδρίου και αφού είχαν ήδη δηλώσει την ιδιότητά τους στον ως άνω α' κατηγορούμενο, αυτός ισχυρίστηκε ότι ονομαζόταν Ζ. Α.". Με τις ανωτέρω παραδοχές, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 225 παρ. 2 Π.Κ.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και ουδόλως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, παρατίθενται δε και όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.
Συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως της παραπάνω πράξεως κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, αφού παρατίθενται με επάρκεια τα ψευδή περιστατικά, τα οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ανέφερε στα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Ασφαλείας Χαλανδρίου σχετικά με τα στοιχεία της ταυτότητάς του, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας αυτών, ενώ από τις εν λόγω παραδοχές σαφώς συνάγεται, ότι εκείνος είχε άμεση και προσωπική αντίληψη του ψεύδους των δηλωθέντων στοιχείων της ταυτότητάς του, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως και με παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ο δόλος του, διότι αυτονοήτως καταδεικνύεται αυτός από το ότι θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ιδίου.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί, σε σχέση με την ανωτέρω περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, επανάληψη του διατακτικού της, πλην όμως αμφότερα, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, περιέχουν αναλυτικά και με τόση πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το προπεριγραφόμενο έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα ερευνώμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με την κρίση της για την προμνημονευόμενη πράξη της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, για την ποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι η αιτιολογία αυτής είναι εντελώς τυπική, ως περιοριζόμενη στην ίδια την κατηγορία και ότι δεν αναφέρονται όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος. Οι λοιποί λόγοι (πρώτος και δεύτερος) της αιτήσεως αναιρέσεως, που συνάπτονται με τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, ως προς τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο σε σχέση με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο (κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 Ν. 4411/2016), δεν ερευνώνται, διότι δεν έχουν πλέον αντικείμενο.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ οι δια του από 10-10-2016 υπομνήματος του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στις 11-10-2016 στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, το πρώτον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως προβαλλόμενες λοιπές αναιρετικές αιτιάσεις, εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται αναφορά σ' αυτές δια του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι δεν υποβλήθηκαν, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 474 και 509 Κ.Ποιν.Δ. Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2015 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-10-2015) του Α.-A. A. του H., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1424/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ