Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds regarding common sense and administrative revocation principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property boundary dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting documents and applying common sense principles, but the court found these grounds insufficiently specific. The appeal was rejected because the arguments failed to cite specific legal provisions or detail exactly how common sense was violated, rendering them inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 559(2)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it vaguely alleges a violation of common sense or administrative principles without specifying the exact doctrine breached or the specific legal provision violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1923 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1923/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαμαρτζή.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." νόμιμα εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Τατάγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 26-3-2012 έκθεση, του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαραλάμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ ΑΠ2/2008).
Έγγραφα κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339, 432 Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις, οι εκθέσεις αυτοψίας, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα πρακτικά και οι αποφάσεις δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο του εγγράφου και η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικώς με το περιεχόμενό του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα για απόρριψη της ένδικης αγωγής του, παραμορφώνοντας "έγγραφα της ποινικής δίκης εις βάρος του Δημάρχου ...
για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας" η οποία έγινε μετά από δική του έγκληση που υπέβαλε εις βάρος του ως άνω Δημάρχου μετά από τσιμεντόστρωση του επιδίκου ακινήτου και κατά την οποία (δίκη) αθωώθηκε, δεχόμενο ότι "ο ενάγων και ο Δήμος συμφώνησαν ότι το επίδικο, το οποίο σημειωτέον είχε ήδη τσιμεντοστρωθεί, δεν διαλαμβάνεται στο αγροτεμάχιο".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στον οποίον δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα έγγραφα και το περιεχόμενό τους που παραμόρφωσε το Εφετείο, είναι αόριστος και απορριπτέος. Αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου, στην απόφαση με την οποία ο δήμαρχος ... κηρύχθηκε αθώος για αυτοδικία, ο εδώ ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τα ανωτέρω αναπτυχθέντα.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις και για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ. Οι αιτιάσεις αυτές στις οποίες δεν αναφέρεται κάποια πλημμέλεια, δυναμένη να υπαχθεί στους αναιρετικούς αυτούς λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, είναι αόριστες και απορριπτέες.
Επειδή, κατ' άρθρο 388 ΚΠολΔ "το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, αν κρίνει πως υπάρχει λόγος, μπορεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή η επανάληψη ή η συμπλήρωση αυτή από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Η δε τυχόν εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων ή η μη λήψη υπόψη από αυτούς κρισίμων αποδεικτικών στοιχείων δεν καθιστά άκυρη την έκθεσή τους, αφού το δικαστήριο εναπόκειται να προσδώσει σ' αυτούς την προσήκουσα βαρύτητα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του την πλημμέλεια ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για απόρριψη της αγωγής χωρίς να διατάξει αποδείξεις και συγκεκριμένα χωρίς να διατάξει τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης ή τη συμπλήρωση της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο, το οποίο κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή, παρά τον νόμο δεν διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σε αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις, λοιπά έγγραφα) από τα οποία σχημάτισε το Εφετείο την δικανική του πεποίθηση περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του επίσης εκ του αριθμού 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 12 ΚΠολΔ.
Οι αιτιάσεις αυτές, στις οποίες δεν αναφέρεται καμμία πλημμέλεια δυναμένη να υπαχθεί στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 και 12 ΚΠολΔ, είναι αόριστες και απορριπτέες.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.
Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι, όμως, να κάνει ειδική μνεία και αιτιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης, προϋποτίθεται ότι έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις κατατέθηκαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι, όμως, και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που επικαλείται ο αναιρεσείων) στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε κατ' εντολή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την σε αυτή υπάρχουσα ρητή διαβεβαίωση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα και την υπ' αριθμ. 29/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 332/2002 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 29/2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία εκτίμησε ελευθέρως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ και όχι από τους αριθ. 8 και 19, τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα δικαίου ουσιαστικού δικαίου αν και ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμοστεί.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν, από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση εάν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., η απώτερη δικαιοπάροχος του εκκαλούντος-ενάγοντος Σ. συζ. Σ. Τ., το γένος Γ. Μ., ενέμετο και κατείχε από του έτους 1880 μέχρι το θάνατό της 21-11-1995, με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, ένα αγροτεμάχιο, γενόμενη έτσι κυρία αυτού με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας.
Η ως άνω απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Σ. Τ. και τα οκτώ (8) τέκνα της α) Ι. συζ. Κ. Γ., β) Γ. Σ. Τ., γ) Κ. Σ. Τ., δ) Ι . Σ. Τ., ε) Ε. συζ. Χ. Δ., στ)Ά. (Α.) συζ. Κ. Γ., ζ) Μ. συζ. Ι. Α. και η) Ε. συζ. Σ. Τ., κατά ποσοστό 32/128 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος (Σ. Τ.) και κατά 12/128 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, οι οποίοι αναμείχθηκαν προθέσει κληρονόμων και ενέμοντο το εν λόγο αγροτεμάχιο, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν εκ των υστέρων νόμιμα (σχετ.
συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς), γενόμενοι ούτω συγκύριοι αυτού κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ακολούθως, την 3-12-1964 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Σ. Τ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την δευτέρα σύζυγό του Σ. χήρα Σ. Τ., κατά ποσοστό 8/128 εξ αδιαιρέτου επί των 32/128 εξ αδιαιρέτου που ήταν κύριος επί του αγροτεμαχίου αυτού, ως κληρονόμος της πρώτης συζύγου του Σ.
που προαποβίωσε και κατά 3/128 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ποσοστού, από τα εν λόγω τέκνα του, του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκαν μετέπειτα αυτοί νομίμως (σχετ. συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς). Την 26-9-1994 και δια του υπ. αριθ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Γλυκερίας Πλατάρη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον 46 και με αυξ. αριθ. 7, ο Γ. Τ. του Σ., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον εκκαλούντα-ενάγοντα τα 75/128 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω αγροτεμαχίου, τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν κατά τα 12/128 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομιάς της μητρός του Σ., η οποία απεβίωσε την 21-11-1955 ως προεξετέθη, κατά 3/128 εξ αδιαίρετου εκ κληρονομίας του πατρός Σ.
Τ. ως προεξετέθη, κατά τα 60/128 εξ αδιαιρέτου, εκ δωρεάς προς αυτόν των αδελφών του Ε., Ε., Α. και Κ.υ του ποσοστού της εκ της κληρονομίας της μητρός των Σ. (12/128 εκάστη) και του πατρός των Σ. (3/128 εκάστη) και κατά τα 15/128 εξ αδιαιρέτου εκ δωρεάς προς αυτόν παρά της Ε. συζ. Α. Ζ., του ποσοστού της εκ της κληρονομίας της μητρός της Σ. (12/128) και του πατρός της Σ. (3/128).
Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο …και με αυξ. αριθμό …των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οι Α. και Ι. Α., μεταβίβασαν στον εκκαλούντα - ενάγοντα, ποσοστό 15/128 εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου ως άνω αγροτεμαχίου του οποίου ήταν συγκύριοι, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης την 11-7-1975 μητρός τους Μ.
συζ. Ι. Α., η οποία ήταν κυρία κατά το ποσοστό αυτό επί του εν λόγω αγροτεμαχίου, ως κληρονόμος των αποβιωσάντων γονέων της Σ. και Σ. Τ., ως προεξετέθη. Τέλος, δια του υπ' αριθ. 111/20-9-2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Μαρίας Μάστορα, ο εκκαλών - ενάγων, απέκτησε την κυριότητα και επί ετέρων 15/128 εξ αδιαιρέτου επί του ίδιου αγροτεμαχίου, εξ αγοράς αυτών από τους Αφεντία χήρα Ι.
Τ., Σ. Τ. και Α. Τ., οι οποίοι ήταν κύριοι των ποσοστών αυτών, ως νόμιμοι κληρονόμοι των αποβιώσαντος την 13-6-1988 χωρίς να αφήσει διαθήκη Ι. Τ. του Σ., ο οποίος ήταν κύριος των ποσοστών αυτών, ως νόμιμος κληρονόμος της μητρός του Σ. και του πατρός του Σ., ως προεξετέθη. Έτσι κατέστη συγκύριος ο εκκαλών - ενάγων του εν λόγω αγροτεμαχίου, κατά ποσοστό 120/128 εξ αδιαιρέτου, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί ο εφεσίβλητος - εναγόμενος Δήμος ..., καθώς επίσης δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το εν λόγω αγροτεμάχιο, αρχικά ανήκε στην Σ.
Τ. και ότι επακολούθησαν οι προαναφερόμενες κληρονομικές διαδοχές και μεταβιβάσεις. Άλλωστε τα ανωτέρω αποδεικνύονται δια δημοσίων εγγράφων (συμβολαιογραφικά έγγραφα) που δεν πλήττονται υπό του εναγομένου - εφεσιβλήτου. Η διαφωνία που προκύπτει μεταξύ των διαδίκων, είναι ως προς το εμβαδόν του αγροτεμαχίου αυτού και συγκεκριμένα ως προς το τμήμα στην ανατολική πλευρά αυτού, εμβαδόν 302 τ.μ., το οποίο κατά μεν τον εναγόμενο Δήμο ...
είναι κοινόχρηστος χώρος και συνεπώς το ολικό εμβαδόν του αγροτεμαχίου δεν είναι 2.370, 90 τ.μ., όπως διατείνεται ο ενάγων, αλλά ολιγότερο κατά τα τετραγωνικά αυτά του τμήματος, κατά δε τον ενάγοντα αποτελεί τμήμα του αγροτεμαχίου του, το οποίο έχει συνολικό εμβαδόν 2.370,90 τ.μ. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα, ως προς το θέμα αυτό.
Στις υπ' αριθμούς 1234 και 1235 της 23-7-1985 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της αρχικής κυρίας του αγροτεμαχίου Σ. Τ., της συμβολαιογράφου ... Γλυκερίας Πλατάρη, σι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα, το όλο αγροτεμάχιο φέρεται ότι έχει έκταση 1000 τ.μ. περίπου πλέον ή έλαττον ή όσης εκτάσεως και αν είναι και η οριοθέτησή του περιγράφεται γύρωθεν και ολικά "με δημοτικό ρέμα, αγροτικήν οδόν και με ιδιοκτησίες Κ.
Σ. και Μ. Π.". Εκ τούτου αποδεικνύεται ότι οι αποδεχόμενοι τότε την κληρονομία της αρχικής κυρίας του αγροτεμαχίου αυτού, υπολόγιζαν περίπου το εμβαδόν αυτού σε 1000 τ.μ. περίπου το οποίο• δεν συνάδει κατ' ουδέν με το εμβαδόν που του προσδίδει πολύ μεταγενέστερα ο ενάγων και το οποίο προσδιορίζεται σε υπερδιπλάσιο του αποδεχομένου τότε.
Αλλά το κυρίαρχο είναι ότι συνορεύει το εν λόγω αγροτεμάχιο με ρέμα, όπερ συμβαδίζει με τη κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ότι το αγροτεμάχιο συνόρευε με ρέμα, που μπαζώθηκε μετέπειτα από τους κληρονόμους της Σ. Τ.. Το μπαζωμένο δε αυτό τμήμα αποτελεί και το επίδικο των 302 τετραγ. μέτρων. Ακόμη το έτος 1989, όταν ο μισθωτής του αγροτεμαχίου αυτού κ.
Τ., ζήτησε από τον Γ. Τ.. που τότε ήταν ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου ποσοστού συγκυριότητας, του αγροτεμαχίου αυτού, να ανεγείρει ισόγειο ξυλουργικό εργαστήριο, υπεβλήθη αίτηση εκδόσεως οικοδομικής αδείας ανεγέρσεως ξυλουργείου, εμβαδού 96 τ.μ. η οποία σώζεται ακόμη σε ερειπωμένη μορφή και για το σκοπό αυτό συνετάγη το από Φεβρουαρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.
Σ., στο οποίο το όλον τεμάχιο εμφανίζεται ως έχον εμβαδόν 2007, 20 τ.μ. και ως συνορεύον ανατολικά με αγροτική οδό και δεν περιλαμβάνει σαφώς το επίδικο τμήμα των 302 τ.μ. επακολούθησε η έκδοση της 632/1989 οικοδομικής αδείας, στην οποία αποτυπώνεται με όμοιο τρόπο η ιδιοκτησία αυτή. Επίσης ο ίδιος ο Γ. Τ. με αίτησή του προς το Δασαρχείο ..., την 29-8-1988προσδιορίζει την έκταση του αγροτεμαχίου αυτού σε 2007,20 τ.μ.
και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν το επίδικο των 302 τ.μ. Για πρώτη φορά εμφανίζεται ότι το αγροτεμάχιο αυτό έχει έκταση 2.370,90 τ.μ. και περιμετρική περιγραφή που ενσωματώνει και το επίδικο, στο υπ' αριθμ... συμβόλαιο αγοράς ποσοστών εξ αδιαιρέτου από τον ενάγοντα - εκκαλούντα και ακολούθως με βάση αυτό και για να εναρμονίζεται μ' αυτό, εγένοντο μετέπειτα διορθώσεις των προηγουμένων πράξεων αποδοχής κληρονομίας κατά το εμβαδόν και την περιγραφή, τα δε ακολουθούμενα του έτους συμβ/φα έγγραφα δωρεών και πωλήσεων, αναφέρουν την έκταση του αγροτεμαχίου σε 2.370,90 τ.μ.
Το έτος 1999, ο Δήμος ..., αποφάσισε και εκτέλεσε τσιμεντόστρωση του επιδίκου τμήματος των 302 τ.μ., δημιουργώντας πλατεία και τότε ο ενάγων - εκκαλών μήνυσε το Δήμαρχο για αυτοδικία. Κατά την ποινική δίκη που επακολούθησε ο Δήμαρχος ... αθωώθηκε, ενόψει και του ότι ο ενάγων και ο Δήμος συμφώνησαν ότι το ειτίδικο ιο οποίο σημειωτέον είχε ήδη τσιμεντοστρωθεί, δεν διαλαμβάνονται στο αγροτεμάχιο του ενάγοντος - εκκαλούντος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο δεν ήταν περιφραγμένο, ούτε διενήργησε συγκεκριμένες πράξεις νομής και κατοχής ο ενάγων ή οι δικαιοπάροχοι αυτού, ενόψει μάλιστα, ως προεξετέθη, μέχρι το έτος 1994 θετικώς αποδέχονταν ότι τούτο (επίδικο), δεν διελαμβάνονταν στο αγροτεμάχιό τους, η πληθώρα δε των μαρτύρων καταθέτει ότι το επίδικο δημιουργήθηκε εκ της μπαζώσεως του εκεί προϋπάρχοντος ρέματος (βλ.
καταθέσεις μαρτύρων Γ. Μ., Χ. Τ. και Α. Π.), οι μάρτυρες δε αυτοί έχουν ακίνητα στην περιοχή και είναι γνώστες της καταστάσεως. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αναιρεθούν από το ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο υπάρχει βεβαίωση του Δημάρχου ... για το ακριβές της εμβαδομετρήσεως του αγροτεμαχίου και ότι δεν θίγονται συμφέροντα του Δήμου, καθόσον αποτελεί προσωπική άποψη του Δημάρχου την χρονική αυτή στιγμή, σύμφωνα με την τότε γνώση αυτού για την υπάρχουσα κατάσταση.
Όταν όμως έκανε εκ των υστέρων θεώρηση του χώρου και διαπίστωσε ότι το επίδικο αποτελεί δημοτική έκταση, άλλαξε άποψη και προέβη στην τσιμεντόστρωση αυτού και τη δημιουργία πλατειάς. Τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να αναιρεθούν από το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης και της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντα, γιατί αυτοί απαντούν εάν από τη σύγκριση των αεροφωτογραφιών ετών 1945 και 1983 με την πραγματική κατάσταση, εγένετο μετατόπιση του δρόμου Και ναι μεν απαντούν ότι δεν εγένετο τοιαύτη μετατόπιση του δρόμου πλην όμως δεν απαντούν εάν υπήρχε ρέμα στην περιοχή αποτυπωμένο στις αεροφωτογραφίες αυτές και εάν υφίσταται ή όχι σήμερα, καθόσον ως προελέχθη από τα λοιπά ως άνω στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και αποδοχές κληρονομίας), αποδεικνύεται ότι υπήρχε στο σημείο αυτό ρέμα, το οποίο μπαζώθηκε και αποτελεί τον επίδικο χώρο και συνεπώς και επί μη μετατοπίσεως του δρόμου προς ανατολάς, ο επίδικος χώρος δημιουργήθηκε από το μπάζωμα του ρέματος.
Κατ'ακολουθίαν, μη αποδεικνυόμενου ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα του αγροτεμαχίου μέχρι το έτους 1994 και επί μη παραδοχή ακόμη ότι έκτοτε (1994) κατείχε τούτο ο ενάγων, μέχρι της ασκήσεως ένδικης αγωγής του, δεν δημιουργήθηκε δικαίωμα κυριότητας στο πρόσωπό του με τα προσόντα της τακτικής ή της εκτάκτου χρησικτησίας.
Συνεπώς, απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνεται η αγωγή. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, Ι. Γ., δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, στη συνέχεια δε, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1094, 948, 955, 974, 976 και 1045 ΑΚ και δεν παρεβίασε αυτές, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, οι συναφείς τέταρτος, πέμπτος, έκτος κατά το δεύτερο μέρος του και έβδομος λόγοι αναίρεσης εκ των αριθμών 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως τοιούτων θεωρουμένων των ορισμών και αφηρημένων υποθετικών κρίσεων που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με την βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιουμένων από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, ιδρύει τον υπό της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προς διακρίβωση της αληθούς εννοίας κάποιου κανόνος δικαίου ή προς υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, όχι, όμως όταν η παραβίαση αυτή λαμβάνει χώρα προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς ήτοι στα πλαίσια της εκτιμήσεως των αποδείξεων ή προς εξακρίβωση της αξιοπιστίας των εξετασθέντων μαρτύρων.
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις παραδοχές της αποφάσεως και σε τι συνίσταται η εν λόγω παραβίαση δηλαδή ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν αναφορικά με την αναίρεση της αληθούς έννοιας της ουσιαστικής διάταξης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την οριοθέτηση του ακινήτου και κατά την υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στις προμνημονευθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β'ΚΠολΔ στον οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά έστω και συνοπτικώς των πραγματικών παραδοχών υπό τις οποίες συνετελέσθη η άνω παραβίαση ούτε και σε τι συνίστανται τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε τι η παραβίαση τούτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως που διατυπώνεται με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο κατά την εκφορά της κρίσης του ότι η βεβαίωση του Δημάρχου ... επί του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο και αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 2.370,90 τ.μ.
μπορούσε μετά την πάροδο πέντε ετών ήτοι τον Αύγουστο 1999 να ανακληθεί ατύπως με μόνη τη μεταγενέστερη διαφορετική εκτίμηση των δεδομένων εκ μέρους του Δημάρχου, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η τοιαύτη κρίση αντιβαίνει στις γενικές αρχές περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της εφόσον δεν γίνεται επίκληση παραβάσεως συγκεκριμένης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και ούτε βεβαίως αναφέρονται ενάριθμα αυτές.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 1-12-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 325/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου ... μειωμένα κατ' άρθρο 281 ν. 3463/2006 (κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων) κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2010 αίτηση του Ι. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 325/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου ... τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ