Legislator Case Law & Legislation
1923/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for joint embezzlement due to lack of specific reasoning and misapplication of law.

Case Number 1923/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision convicting him of joint embezzlement. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding his knowledge of the victim's ownership and misapplied the law by not distinguishing between purchase and custody. The court rejected these claims, holding that the evidence of knowledge and intent was sufficient regardless of the method of acquisition, and that substantive evidence evaluation cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 § 1 (d) and (b) of the Code of Criminal Procedure; The court's substantive assessment of evidence and application of law in criminal judgments is not subject to appellate review unless the judgment lacks specific reasoning or misapplies the law.

Keywords

AI generated
joint embezzlement appeal dismissal specific reasoning substantive evidence Code of Criminal Procedure joint crime appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 484 § 1 (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 484 § 1 (b) of the Code of Criminal Procedure
Article 583 § 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 375 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1923 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1923/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Χ. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 88/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με συγκατηγορούμενο τον Ι. Λ. του Π..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 369/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 227/10.6.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 32/23-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Ν.

Χ. του Γ., κατοίκου ..., την οποία άσκησε αυτοπροσώπως και στρέφεται κατά του με αριθμό 88/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι.Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 2070/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένων, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ.

Κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 88/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος, με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά.

Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 24/2/2010 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Ελευθέριο Πετριτσόπουλο, στις 17/2/2010 και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 23-2-2010 ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 32/2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 Π.Κ.

Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι.

ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο.

Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τ' ανωτέρω στοιχεία με τα οποία και συντάσσεται η κρίση του συμβουλίου. (ΑΠ 1649/08, ΑΠ 1596/07). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 9/2001). Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 375§1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση, ξένου ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα καθώς αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα.

Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει μορφή κακουργήματος εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων αντικειμένων, υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ (ΑΠ 494/07, 715/2000).

ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων στα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος Ι. Λ. του Π. υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος, της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΣΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΕΝΤΥΠΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Β.Ε.Ε.", που είχε έδρα στη Γλυφάδα - Αττικής και επί της Λ.

Βουλιαγμένης, αρ. 429, και ήταν εγγεγραμμένη νομίμως στα οικεία μητρώα Ανωνύμων Εταιριών. Ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητα του την 22-7-1999 συνήψε με την ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων με την επωνυμία "Ε.Τ.Β.Α. LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ (ΛΗΖΙΝΓΚ)", καθολική διάδοχος της οποίας - λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως - κατέστη κατόπιν η εγκαλούσα εταιρία χρηματοδοτικών και πάλι μισθώσεων, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." με έδρα την Αθήνα και νομίμως εκπροσωπούμενη, την υπ' αριθμ. .../22-7-1999 συμβολαιογραφική σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας - Αντωνίας Δαβίλα - Μανδρέκα, με τα συνημμένα παραρτήματα αυτής No 1, που καταχωρήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1665/1986, Πρωτοδικείο Αθηνών.

Με την εν λόγω σύμβαση η εγκαλούσα εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία, που εκπροσωπείτο από τον κατηγορούμενο, τα παρακάτω αναλυτικά περιγραφόμενα αντικείμενα, επί των οποίων η εγκαλούσα διατήρησε την κυριότητα τους καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως τουλάχιστον, ενώ η μισθώτρια εταιρία είχε το δικαίωνα χρήσης των πραγμάτων αυτών στα πλαίσια της ασκούμενης επιχείρησης της.

Η διάρκεια της συμβάσεως αυτής και το σχετικού παραρτήματος ορίστηκε σε πέντε έτη και το μίσθωμα διαιρέθηκε σε 20 τριμηνιαία μισθώματα. Έτσι, βάσει της πιο πάνω συμβάσεως ο κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα έλαβε στην κατοχή του τα παρακάτω κινητά πράγματα, συνολική αξίας 139.935.000 δρχ., πλέον Φ.Π.Α. 25.188.300 δρχ., ήτοι σε ευρώ αντίστοιχα 410.667,64 και 73.920,18, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανήκουν κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια εταιρία.

Τα αντικείμενα αυτά ήταν πέντε (5) συνολικά τεμάχια απαραίτητοι βοηθητικού εξοπλισμού απρόσκοπτης λειτουργίας τετράχρωμοι OFFSET HEIDELBERG SPEEDMASTER, τύπου CD 102-4 ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 72 Χ 102 εκ., εκτυπωτικού μηχανήματος, και ειδικότερα: α) ένα τεμάχιο αναγνώστη πλάκας εκτύπωσης CPC 31, καινούργιο, αξίας 63.715.000 δρχ. ή 186.984,59 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. (18%) και β) τέσσερα (4) τεμάχια AUTOPLATE αυτόματης τοποθέτησης εκτυπωτικής πλάκας καινούργια, κατασκευής εργοστασίου HEIDELBERGER DRUCK MASCHTNEN A.G.

Γερμανίας, αξίας 76.220.000 δρχ. ή 223.683,05 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. (18%). Όμως η ανωτέρω μισθώτρια εταιρία ενώ παρέλαβε τα πιο πάνω αντικείμενα των οποίων έκανε χρήση, δεν κατέβαλε τα μισθώματα περιόδων καταβολής από 3-4-2003 και ανά τρίμηνο ήτοι έως και 30-1-2004, συνολικού ύψους 95.505,84 ευρώ. Μετά ταύτα η εγκαλούσα εταιρία με την από 23-3-2004 εξώδικη καταγγελία-δήλωσή της προέβη, ως είχε δικαίωμα, σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, η οποία επιδόθηκε την 6-4-2004 στην κατοικία του εκπροσώπου-κατηγορουμένου Ι.

Λ. με παράδοση του σχετικού εγγράφου στα χέρια της συνοίκου συζύγου αυτού, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 807 Γ/6-4-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., και με την οποία η εγκαλούσα εταιρία ζήτησε μόνο την καταβολή των οφειλομένων πιο πάνω μισθωμάτων και ουχί την απόδοση σ' αυτήν των ως άνω αναφερομένων κινητών πραγμάτων της κυριότητας της (βλ.

σχετ. έγγραφο). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, επειδή όφειλε ήδη μισθώματα στον ιδιοκτήτη των εγκαταστάσεων της έδρας της εταιρίας και εν όψει της φθίνουσας οικονομικής πορείας αυτής, κατά το πρώτο πενθήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2004 διέκοψε την λειτουργία της επιχείρησης της εταιρίας του και πώλησε αντί συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, το οποίο εισέπραξε, την κεντρική μονάδα του εκτυπωτικού μηχανήματος, στην οποία, ως απαραίτητα για την λειτουργία της, είχαν συνδεθεί τα πιο πάνω μισθωμένα μηχανήματα, προς την παρεμφερή εταιρία με την επωνυμία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με έδρα στον Άγιο Δημήτριο - Αττικής και νόμιμο εκπρόσωπο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Ν.

Χ.. Παράλληλα μετέφερε στη θέση "..." στο Κορωπί-Αττικής, όπου λειτουργούσε η πιο πάνω επιχείρηση του εκκαλούντος, και του παρέδωσε τα αντικείμενα, που ήταν απαραίτητα για την λειτουργία της πωληθείσης εκτυπωτικής μηχανής, εκδώσας προς την εταιρία αυτού (εκκαλούντος) τα υπ' αριθμ. 23650/1-4-2004, 23651/6-4-2004 και 23657/4-5-2004 δελτία αποστολής.

Στις ενέργειες αυτές προέβη ο κατηγορούμενος Ι. Λ. χωρίς να ενημερώσει την εγκαλούσα εταιρία. Μάλιστα συνέχισε την δραστηριότητα της εταιρίας του στις εγκαταστάσεις της εταιρίας του εκκαλούντος, απασχολώντας το εργατικό προσωπικό της εταιρίας του και κάνοντας χρήση της ως άνω εκτυπωτικής μονάδος με τα συνδεδεμένα σ' αυτή μισθωμένα και απαραίτητα για τη λειτουργία της αντικείμενα από κοινού με την εταιρία του εκκαλούντος.

Την 2-9-2004 η εγκαλούσα εταιρία εξέδωσε απόγραφο της ως άνω χρηματοδοτικής συμβάσεως, λόγω μη εξόφλησης των οφειλομένων μισθωμάτων και την 17-9-2004 επέδωσε στον κατηγορούμενο Ι. Λ. αντίγραφο απογράφου με την επιταγή πέραν της καταβολής των οφειλομένων και προς απόδοση αυτή τη φορά των μισθωμένων αντικειμένων - μηχανημάτων.

Και ενώ, ούτος γνώριζε περί της αναζήτησης των εν λόγω αντικειμένων από την εγκαλούσα εταιρία, συμπράττοντας με τον εκκαλούντα, ο οποίος λόγω της, ομολογούμενης άλλωστε, από μηνός Απριλίου συνεργασίας τους ήταν και αυτός σε γνώση των παραπάνω, έδωσε την συγκατάθεση του σ' αυτόν (εκκαλούντα) και από κοινού προέβησαν σε περαιτέρω μεταβίβαση τούτων (αντικειμένων) προς την παρεμφερούς δραστηριότητας εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΤΥΠ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με έδρα το Κορωπί - Αττικής.

Στην ενέργεια τους αυτή προφανώς προέβησαν έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος δοθέντος ότι τα παρελκόμενα αυτά ήταν μηχανικά στοιχεία αλληλένδετα και απαραίτητη η συναρμογή τους για τη λειτουργία της πωληθείσας επίσης κυρίας μονάδας της εκτυπωτικής μηχανής. Προς τούτο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1116/29-9-2004, Π15/29-9-2004 και 1124/1-10-2004 σχετικά δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.", που εκπροσωπείτο από τον εκκαλούντα, προς τι αγοράστρια εταιρία, θέτοντας εικονικά και μόνο στα δύο τελευταία εξ αυτών, ως αιτιολογία σκοπού διακίνησης τη φύλαξη, ενώ σ' πρώτο την πώληση, και τούτο για να προκαταλάβουν τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας περί ιδιοποίησης.

Ο εκκαλών- κατηγορούμενος στο από 2-6-2008 απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνά) κάνει λόγο για παρακατάθεση και μόνο των ως άνω αντικειμένων - παρελκόμενων εκτυπωτικής μηχανής μηχανημάτων, ισχυριζόμενος ότι η εγκαλούσα εταιρία, τόσο κατά την μετεγκατάσταση τους από το κατάστημα του συγκατηγορουμένου του προς αυτόν, όσο και απ' τον ίδιο περαιτέρω προς την εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΤΥΠ Ε.Π.Ε.", γνώριζε σε αμφότερες τις περιπτώσεις ποιος και ποία εταιρία έκανε χρήση αυτών και μάλιστα ότι η εταιρία του αλλά και στη συνέχεια η τελευταία ως άνω εταιρία (ΝΕΟΤΥΠ Ε.Π.Ε) προέβησαν σε οικονομική προσφορά και πρότειναν να υποκατασταθούν στη θέση της αρχικής μισθώτριας εταιρίας, πλην όμως αύτη (εγκαλούσα εταιρία) δεν δέχθηκε καθόσον δεν την συνέφερε οικονομικά.

Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του εκκαλούντος κρίνονται αβάσιμοι καθόσον ο μάρτυρας - υπάλληλος της εγκαλούσης εταιρίας Α. Γ. στην από 3-6-2005 προανακριτική του κατάθεση ουδέν περί των ανωτέρω ανέφερε, αλλά αντιθέτως κατέθεσε, ότι καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2004 τουλάχιστον, έως και της εγκλήσεως, δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν τα πιο πάνω αντικείμενα από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή.

Άλλωστε, τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 2-11-2004 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσης προς την εταιρία "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Β.Ε.Ε." με την οποία ζητεί την απόδοση των πιο πάνω αντικειμένων και την από 2-12-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., ο οποίος μετέβη στο επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, αρ. 429, κατάστημα της προαναφερομένης εταιρίας που το βρήκε κλειστό και κενό περιεχομένου (βλ.

σχετ. έγγραφα). Με την τελευταία λοιπόν παράδοση και ουσιαστική μεταβίβαση των μηχανημάτων αυτών έναντι ανταλλάγματος προς την εταιρία "ΝΕΟΤΥΠ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει, και χωρίς τη συγκατάθεση της δικαιούχου εγκαλούσης εταιρίας, η οποία παντελώς αγνοούσε περί της τύχης τους, και μάλιστα ενώ είχε προβεί σε καταγγελία της εννόμου σχέσεως που την συνέδεε με τον κατηγορούμενο Ι.

Λ. και ούτος καλείτο προς απόδοση τους, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εξεδήλωσαν πρόθεση ιδιοποιήσεως, καθόσον τα διέθεσαν περαιτέρω σαν δικά τους με την παράδοση τους προς εκμετάλλευση στην παραπάνω εταιρία έναντι ανταλλάγματος. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφισταμένων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτουμένης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού και ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ.1 περ.

ε' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη. IV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 2070/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης που αποδίδεται σ' αυτόν, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα για το οποίο αυτός κρίθηκε παραπεμπτέος (εξειδικεύοντας και αιτιολογώντας τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να την παραβιάσει, ούτε ευθέως αλλ' ούτε και εκ πλαγίου.

Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και απορριπτέες.V Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 32/23-2-2010 αίτηση αναίρεσης του Ν. Χ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 88/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 6/5/2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000,00 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτούνται : α) ξένο, εν όλω ή εν μέρει, κινητό πράγμα και ως τέτοιο θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ)η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ήτοι 73.000 ευρώ.

Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 88/2010 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Ι.

Λ. του Π. υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΉ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΣΕΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΓΈΝΕΙ ΕΝΤΥΠΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Β.Ε.Ε.", που είχε έδρα στη Γλυφάδα- Αττικής και επί της Λ, Βουλιαγμένης, αρ. 429, και ήταν εγγεγραμμένη νομίμως στα οικεία μητρώα Ανωνύμων Εταιριών.

Ο κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητα του την 22-7-1999 συνήψε με την ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων με την επωνυμία "Ε.Τ.Β.Α. ΓΕΑ5ΓΝΌ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ (ΛΗΖΙΝΓΚ)", καθολική διάδοχος της οποίας - λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως - κατέστη κατόπιν η εγκαλούσα εταιρία χρηματοδοτικών και πάλι μισθώσεων, με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." με έδρα την Αθήνα και νομίμως εκπροσωπούμενη, την υπ' αριθμ. .../22-7-1999 συμβολαιογραφική σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας-Αντωνίας Δαβίλα-Μανδρέκα, με τα συνημμένα παραρτήματα αυτής Νο 1, που καταχωρήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1665/1986, στο Πρωτοδικείο Αθηνών.

Με την εν λόγω σύμβαση η εγκαλούσα εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία, που εκπροσωπείτο από τον κατηγορούμενο, τα παρακάτω αναλυτικά περιγραφόμενα αντικείμενα, επί των οποίων η εγκαλούσα διατήρησε την κυριότητα τους καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως τουλάχιστον, ενώ η μισθώτρια εταιρία είχε το δικαίωνα χρήσης των πραγμάτων αυτών στα πλαίσια της ασκούμενης επιχείρησης της.

Η διάρκεια της συμβάσεως αυτής και το σχετικού παραρτήματος ορίστηκε σε πέντε έτη και το μίσθωμα διαιρέθηκε σε 20 τριμηνιαία μισθώματα. Έτσι, βάσει της πιο πάνω συμβάσεως ο κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητα έλαβε στην κατοχή του τα παρακάτω κινητά πράγματα, συνολικής αξίας 139.935.000 δρχ., πλέον Φ.Π.Α. 25.188.300 δρχ., ήτοι σε ευρώ αντίστοιχα 410.667,64 και 73.920,18, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, ανήκουν κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια εταιρία.

Τα αντικείμενα αυτά ήταν πέντε (5) συνολικά τεμάχια απαραίτητου βοηθητικού εξοπλισμού απρόσκοπτης λειτουργίας τετράχρωμου OFFSET HEIDELBERGER DRUCK MASCHINEN, τύπου CD 102-4, ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 72 Χ 102 εκ., εκτυπωτικού μηχανήματος, και ειδικότερα : α) ένα τεμάχιο αναγνώστη πλάκας εκτύπωσης CPC 31, καινούργιο, αξίας 63.715.000 δρχ. ή 186.984,59 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. (18%) και β) τέσσερα (4) τεμάχια ΑUTOPLATE αυτόματης τοποθέτησης εκτυπωτικής πλάκας καινούργια, κατασκευής εργοστασίου HEIDELBERGER DRUCK MASCHINEN A.G.

Γερμανίας, αξίας 76.220.000 δρχ. ή 223.683,05 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. (18%). Όμως η ανωτέρω μισθώτρια εταιρία ενώ παρέλαβε τα πιο πάνω αντικείμενα των οποίων έκανε χρήση, δεν κατέβαλε τα μισθώματα περιόδων καταβολής από 3-4-2003 και ανά τρίμηνο ήτοι έως και 30-1-2004, συνολικού ύψους 95.505,84 ευρώ. Μετά ταύτα η εγκαλούσα εταιρία με την από 23-3-2004 εξώδικη καταγγελία -δήλωσή της προέβη, ως είχε δικαίωμα, σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, η οποία επιδόθηκε την 6-4-2004 στην κατοικία του εκπροσώπου - κατηγορουμένου Ι.

Λ. με παράδοση του σχετικού εγγράφου στα χέρια της συνοίκου συζύγου αυτού, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 807 Γ/6-4-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π. και με την οποία η εγκαλούσα εταιρία ζήτησε μόνο την καταβολή των οφειλομένων πιο πάνω μισθωμάτων και ουχί την απόδοση σ' αυτήν των ως άνω αναφερομένων κινητών πραγμάτων της κυριότητας της (βλ.

σχετ. έγγραφο). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος επειδή όφειλε ήδη μισθώματα στον ιδιοκτήτη των εγκαταστάσεων της έδρας της εταιρίας και εν όψει της φθίνουσας οικονομικής πορείας αυτής, κατά το πρώτο πενθήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2004 διέκοψε την λειτουργία της επιχείρησης της εταιρίας του και πώλησε αντί συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, το οποίο εισέπραξε, την κεντρική μονάδα του εκτυπωτικού μηχανήματος, στην οποία, ως απαραίτητα για την λειτουργία της, είχαν συνδεθεί τα πιο πάνω μισθωμένα μηχανήματα, προς την παρεμφερή εταιρία με την επωνυμία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με έδρα στον Άγιο Δημήτριο - Αττικής και νόμιμο εκπρόσωπο τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Ν.

Χ.. Παράλληλα μετέφερε στη θέση "..." στο Κορωπί-Αττικής, όπου λειτουργούσε η πιο πάνω επιχείρηση του εκκαλούντος, και του παρέδωσε τα αντικείμενα, που ήταν απαραίτητα για την λειτουργία της πωληθείσης εκτυπωτικής μηχανής, εκδώσας προς την εταιρία αυτού (εκκαλούντος) τα υπ' αριθμ. 23650/1-4-2004, 23651/6-4-2004 και 23657/4-5-2004 δελτία αποστολής.

Στις ενέργειες αυτές προέβη ο κατηγορούμενος Ι. Λ. χωρίς να ενημερώσει την εγκαλούσα εταιρία. Μάλιστα συνέχισε την δραστηριότητα της εταιρίας του στις εγκαταστάσεις της εταιρίας του εκκαλούντος, απασχολώντας το εργατικό προσωπικό της εταιρίας του και κάνοντας χρήση της ως άνω εκτυπωτικής μονάδος με τα συνδεδεμένα σ' αυτή μισθωμένα και απαραίτητα για τη λειτουργία της αντικείμενα από κοινού με την εταιρία του εκκαλουντος.

Την 2-9-2004 η εγκαλούσα εταιρία εξέδωσε απόγραφο της ως άνω χρηματοδοτικής συμβάσεως, λόγω μη εξόφλησης των οφειλομένων μισθωμάτων και την 17-9-2004 επέδωσε στον κατηγορούμενο Ι. Λ. αντίγραφο απογράφου με την επιταγή πέραν της καταβολής των οφειλομένων και προς απόδοση αυτή τη φορά των μισθωμένων αντικειμένων -μηχανημάτων.

Και ενώ, ούτος γνώριζε περί της αναζήτησης των εν λόγω αντικειμένων από την εγκαλούσα εταιρία, συμπράττοντας με τον εκκαλούντα, ο οποίος λόγω της, ομολογούμενης άλλωστε, από μηνός Απριλίου συνεργασίας τους ήταν και αυτός σε γνώση των παραπάνω, έδωσε την συγκατάθεση του σ' αυτόν (εκκαλούντα) και από κοινού προέβησαν σε περαιτέρω μεταβίβαση τούτων (αντικειμένων) προς την παρεμφερούς δραστηριότητας εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΤΥΠ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με έδρα το Κορωπί - Αττικής.

Στην ενέργεια τους αυτή προφανώς προέβησαν έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος δοθέντος ότι τα παρελκόμενα αυτά ήταν μηχανικά στοιχεία αλληλένδετα και απαραίτητη η συναρμογή τους για τη λειτουργία της πωληθείσας επίσης κυρίας μονάδας της εκτυπωτικής μηχανής. Προς τούτο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1116/29-9-2004, 1115/29-9-2004 και 1124/1-10-2004 σχετικά δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.", που εκπροσωπείτο από τον εκκαλούντα, προς την αγοράστρια εταιρία, θέτοντας εικονικά και μόνο στα δύο τελευταία εξ αυτών, ως αιτιολογία σκοπού διακίνησης τη φύλαξη, ενώ στο πρώτο την πώληση, και τούτο για να προκαταλάβουν τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας περί ιδιοποίησης.

Ο εκκαλών-κατηγορούμενος στο από 2-6-2008 απολογητικό του υπόμνημα στον Ανακριτή του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών κάνει λόγο για παρακατάθεση και μόνο των ως άνω αντικειμένων-παρελκόμενων εκτυπωτικής μηχανής μηχανημάτων, ισχυριζόμενος ότι η εγκαλούσα εταιρία, τόσο κατά την μετεγκατάσταση τους από το κατάστημα του συγκατηγορουμένου του προς αυτόν, όσο και από τον ίδιο περαιτέρω προς την εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΤΥΠ Ε.Π.Ε.", γνώριζε σε αμφότερες τις περιπτώσεις ποιος και ποία εταιρία έκανε χρήση αυτών και μάλιστα ότι η εταιρία του αλλά και στη συνέχεια η τελευταία ως άνω εταιρία (ΝΕΟΤΥΠ Ε.Π.Ε.) προέβησαν σε οικονομική προσφορά και πρότειναν να υποκατασταθούν στη θέση της αρχικής μισθώτριας εταιρίας, πλην όμως αύτη (εγκαλούσα εταιρία) δεν δέχθηκε καθόσον δεν την συνέφερε οικονομικά.

Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί του εκκαλούντος κρίνονται αβάσιμοι καθόσον ο μάρτυρας - υπάλληλος της εγκαλούσης εταιρίας Α. Γ. στην από 3-6-2005 προανακριτική του κατάθεση ουδέν περί των ανωτέρω ανέφερε, αλλά αντιθέτως κατέθεσε, ότι καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2004 τουλάχιστον, έως και της εγκλήσεως, δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν τα πιο πάνω αντικείμενα από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή.

Άλλωστε, τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 2-11-2004 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσης προς την εταιρία "ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α.Β.Ε.Ε." με την οποία ζητεί την απόδοση των πιο πάνω αντικειμένων και την από 2-12-2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., ο οποίος μετέβη στο επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, αρ. 429, κατάστημα της προαναφερομένης εταιρίας που το βρήκε κλειστό και κενό περιεχομένου (βλ.

σχετ. έγγραφα). Με την τελευταία λοιπόν παράδοση και ουσιαστική μεταβίβαση των μηχανημάτων αυτών έναντι ανταλλάγματος προς την εταιρία "ΝΕΟΤΥΠ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει, και χωρίς τη συγκατάθεση της δικαιούχου εγκαλούσης εταιρίας, η οποία παντελώς αγνοούσε περί της τύχης τους, και μάλιστα ενώ είχε προβεί σε καταγγελία της εννόμου σχέσεως που την συνέδεε με τον κατηγορούμενο Ι.

Λ. και ούτος καλείτο προς απόδοση τους, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εξεδήλωσαν πρόθεση ιδιοποιήσεως, καθόσον τα διέθεσαν περαιτέρω σαν δικά τους με την παράδοση τους προς εκμετάλλευση στην παραπάνω εταιρία έναντι ανταλλάγματος. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος-κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η.

βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφισταμένων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτουμένης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού και ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση κατά τα λοιπά αναφέρομαι, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του.

κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ.ε' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη". Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθ. 2070/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε αυτό.

Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικότερα αναφέρει : α) ότι τα πράγματα ήταν ξένα ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα εταιρεία, β)ότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή του κατόπιν παραδόσεώς τους από μέρους του συγκατηγορουμένου Ι. Λ., ο οποίος τα είχε μισθώσει από την εγκαλούσα, γ)ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι τα πράγματα αυτά ανήκαν κατά κυριότητα στην εγκαλούσα και ότι αυτή τα αναζητούσε, η γνώση δε αυτή προκύπτει από το ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι συνεργάζονταν και χρησιμοποιούσαν μαζί τα πράγματα αυτά, δ)ότι ο αναιρεσείων μεταβίβασε περαιτέρω τα πράγματα σε παρεμφερούς δραστηριότητας εταιρεία, προφανώς, έναντι ανταλλάγματος, ε)ότι αυτός με την περαιτέρω ως άνω μεταβίβαση των πραγμάτων σαν να ήταν δικά του, εκδήλωσε την πρόθεση ιδιοποίησης αυτών και στ)ότι τα πράγματα αυτά είχαν αξία 410.667,64 Ευρώ.

Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρεται στο βούλευμα ότι αυτός ειδοποιήθηκε από την εγκαλούσα για την κυριότητά της στα πράγματα και στην πρόθεσή της να τα παραλάβει και αυτός αρνήθηκε στην απόδοση ή τα απέκρυψε και ότι έτσι δεν αιτιολογείται η πρόθεσή του για ιδιοποίηση αυτών, είναι αβάσιμη, αφού έγινε κατά τα άνω δεκτό ότι αυτός γνώριζε για την κυριότητα της εγκαλούσης από άλλη πηγή και συγκεκριμένα από τον συγκατηγορούμενό του Ι.

Λ. και παρά ταύτα τα μεταβίβασε περαιτέρω έναντι ανταλλάγματος. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται σε έλλειψη αιτιολογίας είναι απαράδεκτες, γιατί με την απόφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από μέρους του Συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484§1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ που στηρίζεται στην πρώτη ως άνω αιτίαση. Τέλος επικαλείται ο αναιρεσείων ότι επειδή δεν αγόρασε τα πράγματα από τον Ι. Λ., αλλά του παραδόθηκαν προς φύλαξη, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος που το έγκλημα της υπεξαίρεσης και έτσι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 του ΠΚ από μέρους του Συμβουλίου. Όμως ενόψει της ανωτέρω παραδοχής ότι αυτός, εν γνώσει της αλλοτριότητας των πραγμάτων, μεταβίβασε αυτά περαιτέρω έναντι ανταλλάγματος, δεν έχει σημασία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος με ποιο τρόπο περιήλθαν αυτά στην κατοχή του (πώληση ή παρακαταθήκη). Επομένως είναι αβάσιμη και η ανωτέρω αιτίαση και είναι επίσης αβάσιμοι και ο λόγος αναιρέσεως το από το άρθρο 484§1 στοιχ.β' του ΚΠΔ που στηρίζεται στην αιτίαση αυτή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583§1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2010 αίτηση του Ν. Χ. του Γ., για αναίρεση του υπ'αριθ. 88/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ