Legislator Case Law & Legislation
1922/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for attacking non-exhaustible evidentiary assessment and insufficient reasoning.

Case Number 1922/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment in a voluntary enforcement case. The appellant argued that the lower court committed procedural errors regarding evidence weight and failed to provide sufficient reasoning for its findings of presumed fraud. The court ruled that these arguments were inadmissible because they targeted the court's non-reviewable evaluation of evidence and general reasoning, which fall outside the scope of permissible appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument challenging the appellate court's evaluation of evidence or its general reasoning regarding presumed fraud is inadmissible as it attacks the non-reviewable judicial discretion and does not fit within the specific grounds for appeal.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation presumed fraud insufficient reasoning non-reviewable discretion Code of Civil Procedure voluntary enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 13 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section B section D of the Code of Civil Procedure
Article 3 section B of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section B of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 12/2020
Supreme Court Case 548/2020
Supreme Court Case 418/2019
Supreme Court Case 1049/2017
Supreme Court Case 1753/2017
Supreme Court Case 1747/2017
Supreme Court Case 242/2015
Supreme Court Case 38/2021
Supreme Court Case 632/2019
Supreme Court Case 1446/2018
Supreme Court Case 286/2017
Supreme Court Case 65/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1922 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1922/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Χ., κατοίκου Πεύκης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ανεστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 9) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 5η και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 20-12-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 14-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, ενώ οι 1η, 2η, 3η, 4η, 6η, 7η και 9η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου και συνεκδικάστηκε με τις προφορικώς ασκηθείσες στο ακροατήριο κύριες παρεμβάσεις των ήδη 1ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1392/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11100/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 5η και 8η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ'αριθμ. 3.772β', 3773Β', 3771 β', 3777Β', 3774Β', 3776Β' και 3770β'/ 30 Οκτωβρίου 2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Θεοδώρας Σπ. Μίαρη, που επικαλείται προσκομίζει ο αναιρεσείων δανειολήπτης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 4-10-2020 και με ΓΑΚ ...

αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών Τραπεζών (αναγκαίων ομοδίκων μεταξύ τους), στρεφόμενης κατά της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 11.100/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα εκουσίας δικαιοδοσίας - διαδικασία Εφέσεων) (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ.

ΚΠολΔ), με την στη συνέχεια αυτής υπ'αρ.δικογρ. 1615/23-10-2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Πολιτικού Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 23-10-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης 14ης-1-2022, με κλήση να παραστεί στη συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο της 14-1-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος δανειολήπτη, αντίστοιχα στις 1η,2η,3η,4η,6η,7η και 9η των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 14-1-2022, οι προαναφερόμενοι 1η, 2η,3η,4η,6η,7η και 9η των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ.).

Η κρινόμενη από 4-10-2020 και με ... αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος οφειλέτη (που είχε αιτηθεί την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010), απευθύνεται κατά των 1) πρώτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... ", 2) δεύτερης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", 3) τρίτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., 4) τέταρτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., 5) πέμπτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... 6) έκτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... 7) έβδομης αναιρεσίβλητου ανώνυμης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ...", ως ειδικής διαδόχου των απαιτήσεων που επιδικάστηκαν με την υπ'αριθμ. 10631/17-07-2018 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ...

και ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ..., τα οποία έχουν μεταβιβαστεί στην ..., με διαχειρίστρια και εκπρόσωπο την ... 8) όγδοης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και 9) ένατης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...

και προσβάλλει την υπ'αρ. 11.100/2020 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην των τότε 1ης, 2ης, 4ης και 5ης των εφεσιβλήτων (ήδη 1ης, 2ης, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω 1ης, 2ης, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 641/2019, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Εξάλλου οι αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων του ν. 3869/2010, κατά την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του νόμου αυτού, υπόκεινται μόνο σε έφεση και σε αναίρεση, μη επιτρεπομένης ανακοπής ερημοδικίας τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 967/2021, βλ. και ΑΠ 516/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 208/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην α) της (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητου) πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", β) της (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητου) πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", γ) της (ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητου πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...

και δ) της (ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητου) πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης [βλ. 2ο φύλλο αυτής] είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 13-12-2019 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό 741 και 524 παρ. 4 εδ.

α' ΚΠολΔ, όπως, ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω αναφερθείσες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, (οι οποίες είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 1η,2η,4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (βλ.

ΑΠ 516/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 208/2020). Συνακόλουθα, η κρινόμενη από 4-10-2020 και με ΓΑΚ ... αίτησης αναίρεσης κατά της δημοσιευθείσας στις 23-7-2020 υπ'αρ. 11.100/2020 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1 σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ), και ως προς τις ανωτέρω 1η, 2η,4η και 5η των αναιρεσιβλήτων και, λαμβανομένου υπ' όψη ότι έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, AΠ 883/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 883/2021, AΠ 3/2021, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 3/2021, AΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8, συνακόλουθα, κατ'ορθήν εκτίμηση του δικογράφου του, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που ο τώρα αναιρεσείων είχε προβάλει με τους (αυτολεξεί παρατιθέμενους στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης) δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του και οι οποίοι συνοψίζονται στις ακόλουθες αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενες (σελ. 6 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης) αιτιάσεις του τώρα αναιρεσείοντος:

ότι "η γενεσιουργός αιτία της περιελεύσεώς μου σε αδυναμία πληρωμών ήταν ο αστάθμητος και απρόβλεπτος παράγοντας των μνημονιακών περικοπών της σύνταξής μου, συνολικά κατά 44%, μετά τη λήψη των δανείων, τα οποία κανονικά εξυπηρετούσα μέχρι τότε. Ότι μέχρι σήμερα, καταβάλλω ανελλιπώς στην Τράπεζα ... τα 200 ευρώ μηνιαίως, τα οποία δήλωσα ότι δύναμαι να καταβάλλω ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνέχεια των περικοπών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά την εκδίκαση της αίτησης.

Και ότι χωρίς τη συνδρομή αυτού του εντελώς αστάθμητου παράγοντα, αδυναμία πληρωμής εκ μέρους μου δεν θα είχε επέλθει και δεν νοείται να μου αποδίδεται οποιαδήποτε μομφή, ακόμα και ενδεχόμενου δόλου. Απρόβλεπτα γεγονότα και εξελίξεις, τα οποία ο μέσος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει.". Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 11100/2020, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.β' ν.3869/2010, 739 επ.

ΚΠολΔ) και που παραδεκτά επισκοπείται, δέχθηκε (βλ. 8 σελίδα στίχους 1 επ. της προσβαλλόμενης) τα ακόλουθα, αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά: "..Από την επανεκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του αιτούντος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης και τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αιτών και ήδη εκκαλών Θ. Γ. του Χ. έχει γεννηθεί το έτος 1945 και είναι έγγαμος, έχει δε τρία ενήλικα τέκνα. Ο αιτών είναι συνταξιούχος από το έτος 2003 και κατοικεί στην Πεύκη Αττικής, σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του. Τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται στο ποσό των 1.300 ευρώ, περίπου. Σε χρονικό διάστημα προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών κατήρτισε με τις εφεσίβλητες πιστώτριές του συμβάσεις, οι οποίες αφορούν καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες και στεγαστικά δάνεια, οι οφειλές από τις οποίες έχουν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 270.000 ευρώ, περίπου.

Από το χρονικό σημείο της έναρξης του τραπεζικού δανεισμού του αιτούντος, το οποίο ανάγεται στο έτος 2007, το υπερβολικό ύψος των οφειλών του, όπως έχει αναφερθεί και τον μεγάλο αριθμό των τραπεζικών προϊόντων που εισέπραξε, σε συνδυασμό με τα εισοδήματά του, τα οποία ανέρχονταν στο ύψος που αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο του αιτούντος, διότι ο αιτών προέβαινε σε συνεχή δανεισμό με τη λήψη πιστωτικών καρτών και δανείων συνολικού ύψους 270.000 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.

Πράγματι ο αιτών, ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, ενώ εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσει συνολικά, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και προέβαινε στην σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στην ουσία της και να επικυρωθεί η πρωτόδικη υπ'αριθμ. 1392/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών....". Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τους στην ένδικη αίτηση αναίρεσης ισχυρισμούς του τότε εκκαλούντος - αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και τους απέρριψε, με τις στο σκεπτικό του αναφερόμενες (και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθείσες) παραδοχές του, που ήταν αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, εν όψει των ανωτέρω και των στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντων, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί οι αναφερόμενοι σε αυτόν ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφασή του περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 508/2020, AΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 508/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος, δηλαδή, του οφειλέτη αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή μη του οποίου κρίνεται μόνον από την συμπεριφορά του ιδίου και όχι από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της τράπεζας, η οποία οφείλει βεβαίως να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, όμως, εφόσον παραλείψει να το πράξει, τούτο δεν αίρει τον δόλο του οφειλέτη, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει να συναλλαχθεί ή όχι με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία. (ΑΠ 508/2020).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 508/2020, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 508/2020, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 385/2015, Α.Π. 92/2013).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 508/2020, Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 65/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει τις αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, και ειδικότερα το ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέδωσε στον αιτούντα - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ενδεχόμενο δόλο και δέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) προέβη σε δανεισμό με σκοπό να επιτύχει επίπεδο ζωής υπέρτερο των δυνατοτήτων του που του εξασφάλιζε το εισόδημά του, αποδεχόμενος μάλιστα το ενδεχόμενο να μην αποπληρώσει, αφενός δεν συνάδουν με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και τα οποία αγνοήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και παραβιάζουν την περί δόλου νομοθεσία (άρθρο 27 Π.Κ.), αφετέρου παραβιάζουν τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδίδοντάς του δολία συμπεριφορά σε σχέση με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, η οποία οφείλεται στην απομείωση του εισοδήματός του λόγω των γνωστών σε όλους αστάθμητου παράγοντα της επελθούσας οικονομικής κρίσης, την οποία κατά τον χρόνο του δανεισμού ουδείς μπορούσε να προβλέψει.

Ο τρίτος λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε αναιρεσείων, υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, βάλλει κατά των ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (12.10.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 508/2020).

Ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 3/2021).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το προαναφερόμενο και αυτολεξεί παρατεθέν (στο κεφάλαιο της παρούσας που αφορούσε τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης) περιεχόμενο της προσβαλλομένης υπ'αρ. 11.100/2020 απόφασης, [στην οποία σημειωτέον γίνεται σαφής αναφορά του χρόνου λήψεως των επίδικων δανείων, κατ' αντίθεση προς τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, (ειδικότερα αναφέρονται δε τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα "....Από το χρονικό σημείο της έναρξης του τραπεζικού δανεισμού του αιτούντος, το οποίο ανάγεται στο έτος 2007, το υπερβολικό ύψος των οφειλών του, όπως έχει αναφερθεί και τον μεγάλο αριθμό των τραπεζικών προϊόντων που εισέπραξε, σε συνδυασμό με τα εισοδήματά του, τα οποία ανέρχονταν στο ύψος που αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο του αιτούντος, διότι ο αιτών προέβαινε σε συνεχή δανεισμό με τη λήψη πιστωτικών καρτών και δανείων συνολικού ύψους 270.000 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή...")], προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχομένου δόλου κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (αναλήψεως των δανειακών του υποχρεώσεων).

Κατ' ακολουθίαν, ο επιγραφόμενος δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερόμενα. Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος, ο οποίος αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή από το Δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον επιγραφόμενο τέταρτο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το βάρος αποδείξεως του ενδεχόμενου δόλου του αιτούντος είχαν οι πιστωτές και ότι αυτοί δεν απέδειξαν την συνδρομή ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπό του (ήδη αναιρεσείοντος).

Επικουρικά με τον ίδιο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αφενός ότι δεν εμπεριέχει την απαιτούμενη μνεία ότι οι τώρα αναιρεσίβλητοι πέτυχαν να αποδείξουν την συνδρομή ενδεχόμενου δόλου του αναιρεσείοντος, αφετέρου ότι έκρινε με γενικόλογες και όλως αόριστες παραδοχές κατά παράβαση της ως άνω διάταξης του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.

Εν όψει του πιο πάνω περιεχομένου του, ο προαναφερόμενος τέταρτος λόγος της αναίρεσης, [με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια], πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον όλες οι επικαλούμενες "πλημμέλειες" της προσβαλλόμενης, που συνίστανται σε εσφαλμένη εφαρμογή από το Δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (βάρος απόδειξης), ανάγονται σε λόγο αντίστοιχο του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, όπως παραπάνω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε.

Τέλος, κατά το μέρος που επικουρικά με τον λόγο αυτό, κατ'ορθήν εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια του αρ. 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών σε σχέση με τον ενδεχόμενο δόλο και ειδικότερα αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αιτιάσεις ότι κατέγνωσε σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενο δόλο, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, με γενικόλογες και όλως αόριστες παραδοχές, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι (πέραν του ότι από τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερθείσες, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης, παραδοχές της απόφασης, προκύπτει πλήρως, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό της πόρισμα και δεν καταλείπονται αμφιβολίες), με τον ως άνω επικουρικό λόγο αναίρεσης, υπό το πρόσχημα ελλείψεων που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. (ΑΠ 38/2021).

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β'. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω?νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2020 και με ΓΑΚ ... αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 11100/2020 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ