Supreme Court allows partial appeal against social security non-payment conviction due to statute of limitations expiration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a conviction for non-payment of social security contributions. The defendants argued that the statute of limitations had expired for the September 2010 offense because the demand notices were issued five years later. The court agreed that the limitation period had passed for that specific act, ruling it inadmissible, but rejected the appeal regarding other months within the prosecution period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 112, 113 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: When a specific criminal act falls within the statute of limitations, the conviction for that act must be quashed, and the case remitted for sentencing only on the remaining punishable acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1922 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1922/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Κ. του Χ. και 2. Π. Κ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοκκονό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 336/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2018 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και μόνο για το α' σκέλος αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-7-2018 αίτηση των Ι. Κ. και Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.336/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικές ποινές τιμωρείται όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής τωv παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία.
Στο αρ.31 παρ.2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη του κανόνα δικαίου, συντρέχει δε, υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο.
Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του όρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού, και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως (Α.Π. 282/2018).
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Αυτοτελής ισχυρισμός με την ανωτέρω έννοια είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Πρέπει, όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Στην προκειμένη περίπτωση το, δικάσαν ως Εφετείο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη 336/2018 απόφαση του, κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 μηνών για την πρώτη πράξη και φυλάκιση 5 μηνών για την δεύτερη πράξη τον καθένα και σε συνολική ποινή φυλάκισης 6 μηνών τον καθένα, με τριετή αναστολή.
Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες:
"Στην Έδεσσα, την 31/07/2015, τυγχάνοντας εργοδότες και, συγκεκριμένα, ομόρρυθμα μέλη της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και (Α.Μ.Ε: ...09) και με αντικείμενο την κατασκευή μονωτικών υλικών από πλαστικές ύλες, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/09/2010 έως 30/11/2014 στην επιχείρηση τους προσωπικό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 33.336, 29 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 51...3/2015 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 33.336,29 ευρώ. Από το σύνολο των ανωτέρω εισφορών, ποσό 11.112, 10 ευρώ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που απασχολήθηκαν στον παραπάνω εργοδότη, τις οποίες παρακράτησε για να αποδώσει (εργατικές), το υπόλοιπο ποσό 22.224,19 ευρώ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον εργοδότη (εργοδοτικές). Η μη καταβολή των ως άνω εισφορών πέρα από το μήνα που έγιναν απαιτητές, αφενός των εισφορών, που παρακρατήθηκαν για τους ασφαλισμένους συνιστά το προβλεπόμενο από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/67 αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφετέρου των εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αδίκημα.
Όσον αφορά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων περί παραγραφής του αδικήματος για την παρασχεθείσα εργασία τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2010 και περί συγγνωστής νομικής πλάνης πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι. Ειδικότερα, όσον αφορά τις εισφορές για εργασία των εργαζομένων που παρασχέθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση τον 9ο μήνα του έτους 2010, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν 86/1967, 26 παρ. 3 του Α.Ν 1846/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 2113/1952 και των άρθρων 98, 111, 112 και 113 ΠΚ, η μερικότερη πράξη της μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, που αφορά τις παραπάνω εισφορές για εργασία δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή λόγω μη παρόδου οκταετίας από της τελέσεως της και άρα δεν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της κατά χρόνο εκδίκασης (16-05-2018), όποτε δεν παύει ως προς αυτή οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον των κατηγορουμένων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμα του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίον δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιοσδήποτε και αν κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων.
Εν προκειμένω, και έτσι όπως ως άνω διατυπώθηκαν, τόσο εγγράφως όσο και προφορικώς, τα πραγματικά περιστατικά ως προς τον ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης δεν θεμελιώνουν τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει.
Παρά ταύτα, και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι η μόνη ανάθεση από τους κατηγορουμένους σε οικονομολόγο - φοροτεχνικό της λογιστικής παρακολούθησης των βιβλίων της εταιρείας τους και διεκπεραίωσης διάφορων υποχρεώσεων και εργασιών αυτής, όπως μεταξύ άλλων η υποβολή Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) στο ΙΚΑ και η υποβολή των απαραίτητων δηλώσεων σε ΟΑΕΔ και ΣΕΠΕ, πέραν του ότι είναι υποχρεωτική εκ του νόμου (η ανάθεση σε λογιστή) λόγω του ότι η εν λόγω επιχείρηση τηρούσε βιβλία Γ' κατηγορίας, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως εξάντληση της άκρας επιμέλειας εκ μέρους των κατηγορουμένων, που σε κάθε περίπτωση είναι έμπειροι στις συναλλαγές πολίτες, καθώς διατηρούν την εν λόγω επιχείρηση από το έτος 1993.
Άλλωστε, η υποβολή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) στο ΙΚΑ, όπως και η υποβολή των απαραίτητων δηλώσεων σε ΟΑΕΔ και ΣΕΠΕ είναι μεν εργασίες, που διεκπεραιώνονται διαδικαστικά από τον εκάστοτε λογιστή μίας επιχείρησης, κατόπιν όμως συνεννόησης με τον εκάστοτε εργοδότη- επιχειρηματία, σε κάθε περίπτωση δε το καθεστώς απασχόλησης του κάθε εργαζόμενου, βάσει του οποίου ρυθμίζονται οι παραπάνω εργασίες, αποτελεί ένα πραγματικό γεγονός, για το οποίο δεν αποφασίζει μόνος του ο εκάστοτε λογιστής μίας επιχείρησης και αν αποφασίζει τούτο είναι σε γνώση του εργοδότη- επιχειρηματία.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ο δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, ωστόσο επειδή προέκυψε ότι αυτοί δεν προέβησαν στην πράξη τους από ταπεινά αίτια, αλλά επειδή διατηρούσαν αμφιβολίες ως προς την υποχρέωση καταβολής των εισφορών αυτών, πρέπει να τους αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε στη συνέχεια τους κατηγορουμένους ενόχους με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, του ότι: "στην Έδεσσα, την 31/07/2015, τυγχάνοντας εργοδότες και, συγκεκριμένα, ομόρρυθμα μέλη της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και (Α.Μ.Ε: ...09) και με αντικείμενο την κατασκευή μονωτικών υλικών από πλαστικές ύλες, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/09/2010 έως 30/11/2014 στην επιχείρηση τους προσωπικό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 33.336, 29 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 51...3/2015 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 33.336,29 ευρώ. Από το σύνολο των ανωτέρω εισφορών, ποσό 11.112, 10 ευρώ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που απασχολήθηκαν στον παραπάνω εργοδότη, τις οποίες παρακράτησε για να αποδώσει (εργατικές), το υπόλοιπο ποσό 22.224,19 ευρώ αποτελεί ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον εργοδότη (εργοδοτικές).
Η μη καταβολή των ως άνω εισφορών πέρα από το μήνα που έγιναν απαιτητές, αφενός των εισφορών, που παρακρατήθηκαν για τους ασφαλισμένους συνιστά το προβλεπόμενο από την παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/67 αδίκημα της υπεξαίρεσης, αφετέρου των εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, το προβλεπόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αδίκημα".
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/67 για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και των επί πλέον στοιχείων που αναφέρουν αναιρεσείοντες στην αίτηση τους (αμοιβή εργαζομένων με μισθό ή ημερομίσθιο) και οι περί του αντίθετου αιτιάσεις αυτών, ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω των ελλείψεων αυτών, είναι αβάσιμες.
Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ως προς την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απαράδεκτες, αφού δι αυτών πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως με τις περί αντιθέτου αιτιάσεις είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προβάλλουν την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του, προβληθέντος από αυτούς, αυτοτελούς ισχυρισμού τους από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ για συγγνωστή νομική πλάνη.
Προς θεμελίωση του, ισχυρίστηκαν, όπως προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά λέξη, τα ακόλουθα: Είμαστε απόφοιτοι Λυκείου. Ο δεύτερος εξ ημών γεννηθείς το έτος 1966, σήμερα ηλικίας 52 ετών και ο τρίτος εξ ημών γεννηθείς το έτος 1967, σήμερα ηλικίας 51 ετών. Η ομόρρυθμη εταιρεία, με τη επωνυμία "..." τηρεί λογιστικά βιβλία τάξης Γ'.
Λόγω της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου δραστηριοποίησης της επιχείρησης, ήτοι επεξεργασίας και εμπορίας πολυεστερίνης (φελιζόλ), το οποίο συναρτάται από τον κατασκευαστικό κλάδο, απασχολούσαμε το προσωπικό που απασχολείτο ως οδηγοί και στην επεξεργασία της πολυεστερίνης, όποτε το απαιτούσε ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης.
Το προσωπικό αμειβόταν με ημερομίσθιο. Η επιλογή αυτή ήταν ουσιαστικά μονόδρομος, ιδίως από το έτος 2007 και εντεύθεν λόγω της κατακόρυφης πτώσης στον κατασκευαστικό κλάδο. Είναι πρόδηλο πως λόγω του αντικειμένου της επιχείρησης, της υποχρέωσης τήρησης λογιστικών βιβλίων κατηγορίας Γ' αλλά και του μορφωτικού μας επιπέδου, αναθέσαμε τη λογιστική παρακολούθηση και την υποβολή των απαιτούμενων δηλώσεων στο τέως ΙΚΑ και στο ΣΕΠΕ σε εξειδικευμένο οικονομολόγο- απόφοιτο του Οικονομικού Τμήματος της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ), που τηρούσε λογιστικό - φοροτεχνικό γραφείο στην Έδεσσα, στον Ι.
Ι., για την απόλυτη τήρηση της νομιμότητας. Εμείς ενημερώναμε τον ανωτέρω οικονομολόγο με τις ημέρες απασχόλησης του προσωπικού και αναλάμβανε αυτός την κατάρτιση των απαιτούμενων από το νόμο δηλώσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένου του ΙΚΑ.
Από τις οριστικές δηλώσεις εκκαθάρισης των ποσών φόρου τελών χαρτοσήμου και εισφοράς ΟΓΑ που οφείλονται σε εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες οικονομικών ετών 2006, 2007, 2008, 2011 και τις ατομικές βεβαιώσεις φόρου με στοιχεία μισθωτών εισοδήματος της ανωτέρω εταιρείας μας, οι οποίες έχουν συμπεριληφθεί στα αναγνωστέα της δικογραφίας με αριθμό 7, αποδεικνύεται ο αληθής αριθμός ημερών απασχόλησης του προσωπικού μας στις αντίστοιχες χρονικές περιόδους.
Ήμασταν απολύτως πεπεισμένοι για την ορθότητα των δηλώσεων που υποβάλαμε στις αρμόδιες αρχές, όπως στην εφορία και στο ΙΚΑ, καθώς είχαμε αναθέσει την κατάρτιση αυτών σε έναν από τους πιο έμπειρους οικονομολόγους - φοροτεχνικούς της πόλης.
Η πεποίθηση μας για την ορθότητα των υποβληθέντων δηλώσεων σε ΙΚΑ και εφορία, ενισχύεται από τα εξής: α) Από το έτος 2005 μέχρι το 2014 λαμβάναμε ασφαλιστική ενημερότητα από το ΙΚΑ. Ενδεικτικά, αναφερόμαστε στην υπ. αρ. πρωτ.: 051/183911/2006 βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας που εκδόθηκε από το ΙΚΑ, η οποία έχει συμπεριληφθεί στα αναγνωστέα της δικογραφίας με αριθμό 6, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Μ., ότι η εταιρεία λάμβανε ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα.
β) Από το έτος 2005 και εντεύθεν ουδείς εργαζόμενος που απασχολήθηκε στην επιχείρηση μας έχει προβεί σε οποιουδήποτε είδους καταγγελία στα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ ή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
γ) Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δήλωναν στην εφορία ως εισόδημα τους, τα ημερομίσθια που πληρωνόντουσαν από εμάς, ο αριθμός των οποίων συνέπιπτε με τον αριθμό που δηλώναμε στην εφορία. Προς απόδειξη αυτού επικαλούμαστε τα εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 2006 έως και 2009 του εργαζομένου Μ. Κ., τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στα αναγνωστέα της δικογραφίας με αριθμό 8.
δ) Οι εργαζόμενοι Μ. Κ. και Γ. Σ., οι οποίοι δεν απασχολούνται εδώ και πολλά έτη στην επιχείρηση μας, και άρα δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης μαζί της και ενάντια στο προσωπικό τους συμφέρον, έχουν υπογράψει με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής τους, ότι οι ημέρες που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση μας, ταυτίζονται με τις ημέρες που δηλώσαμε στις αρμόδιες αρχές (εφορία και ΙΚΑ) ότι απασχολήθηκαν στην επιχείρηση μας, όπως αποδεικνύεται από τις υπεύθυνες δηλώσεις με ημερομηνία 23.05.2016 και 19.05.2016, οι οποίες έχουν συμπεριληφθεί στα αναγνωστέα της δικογραφίας με αριθμό 3 και 4 αντίστοιχα.
Συνεπώς, μας προξένησε τεράστια έκπληξη το αποτέλεσμα του δεκαετούς αναδρομικού ελέγχου από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ, το οποίο αναζητά από εμάς, δυνάμει της ΠΕΕ με αριθμό Μ..3/2015, συνολικά ποσό 68.184,15 ευρώ, υιοθετώντας την πρόδηλα εσφαλμένη κρίση ότι οι αναφερόμενοι στην ανωτέρω ΠΕΕ εργαζόμενοι απασχολούνταν με πλήρη απασχόληση, όλες τις ημέρες του μήνα, οι δε εργαζόμενοι Μ. Κ. και Γ. Σ., αμείβονταν μάλιστα με μισθό και όχι με ημερομίσθια. Το ΙΚΑ συγκεκριμένα, εφάρμοσε το τεκμήριο πλήρους απασχόλησης παρά το νόμο, ενώ οι αναφερόμενοι εργαζόμενοι στην ανωτέρω ΠΕΕ και ιδίως οι απασχολούμενοι ως οδηγοί Μ. Κ. και Γ. Σ. συνδέονταν με την επιχείρηση μας με σύμβαση απλής εργασίας (δείτε σχετικά την υπ. αρ. 3894/2014 απόφαση του ΣτΕ, η οποία έχει συμπεριληφθεί στα αναγνωστέα της δικογραφίας με αριθμό 2).
Από τα ανωτέρω προκύπτει η βασιμότητα του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού μας, καθώς δεδομένου του μορφωτικού επιπέδου μας και της πολυπλοκότητας και τις ιδιαίτερες γνώσεις που απαιτούσε η λογιστική παρακολούθηση της επιχείρησης μας, η τήρηση των λογιστικών βιβλίων κατηγορίας Γ', η υποβολή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) στο ΙΚΑ και η υποβολή των απαραίτητων δηλώσεων σε ΟΑΕΔ και ΣΕΠΕ, αναθέσαμε σ' ένα από τους πιο έμπειρους οικονομολόγους - φοροτεχνικούς της πόλης, πρόσωπο που εκ του νόμου κατείχε τις απαραίτητες ειδικές γνώσεις για την ορθή εκτέλεση των ανωτέρω υποχρεώσεων της επιχείρησης μας.
Αναθέτοντας, λοιπόν, στον ανωτέρω οικονομολόγο- φοροτεχνικό την εκτέλεση των ανωτέρω υποχρεώσεων της επιχείρησης μας ήταν απολύτως λογικό πως εμείς είχαμε την πεποίθηση πως κινούμασταν εντός του νόμου. Η πεποίθηση μας αυτή ενισχυόταν από τη λήψη ενημεροτήτων από το ΙΚΑ και την οικεία Δ.Ο.Υ, αλλά και από την απουσία οποιασδήποτε διαμαρτυρίας/ καταγγελίας, από τα πρόσωπα που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση μας, ως ανωτέρω αναλύουμε.
Καταβάλαμε, τηρουμένου του μορφωτικού επιπέδου μας, κάθε δυνατή προσπάθεια να είμαστε σύννομοι στις αρμόδιες φορολογικές και ασφαλιστικές αρχές, αναθέτοντας τη λογιστική παρακολούθηση της επιχείρησης μας, την τήρηση των λογιστικών βιβλίων κατηγορίας Γ', την υποβολή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) στο ΙΚΑ και την υποβολή των απαραίτητων δηλώσεων σε ΟΑΕΔ και ΣΕΠΕ, σ' έναν από τους πιο έμπειρους οικονομολόγους - φοροτεχνικούς της πόλης, καθιστώντας σε κάθε περίπτωση τη νομική μας πλάνη απολύτως συγγνωστή, δεδομένου πως η κατάρτιση και υποβολή από αυτόν επί σειρά ετών των ΑΠΔ στο ΙΚΑ, ουδεμία κύρωση επέφερε στην εταιρεία μας.
Ως εκ τούτου, αιτούμαστε την απαλλαγή μας κατά παραδοχή του ισχυρισμού μας αυτού".
Ο ισχυρισμός αυτός, φερόμενος ως αυτοτελής, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων να θεμελιώνεται. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες δεν προσδιόρισαν α) αν τα συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία είχαν την ιδιότητα των φοροτεχνικών, τους συμβούλευσαν και τους υπέδειξαν να μην προβούν στην καταβολή των επίδικων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και αν αυτοί τους διαβεβαίωσαν συγχρόνως και για το νόμιμο των ενεργειών αυτών, β) άλλες ενέργειες, στις οποίες προέβησαν, προκειμένου να πληροφορηθούν αν η παραπάνω συμπεριφορά τους ήταν νόμιμη ώστε να κριθεί η επιμέλεια τους και γ) τις πνευματικές και επαγγελματικές τους ιδιότητες, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητα τους και προσδιορίζουν τη δυνατότητα τους να αντιληφθούν το άδικο των πράξεων τους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει αν η επικαλούμενη πλάνη τους είναι ή όχι συγγνωστή.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό, με την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που αναφέρεται στο παραπάνω σκεπτικό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ως άνω απορριπτική αυτού κρίση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα των τριών ετών.
Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 308 επομ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠοινΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα) ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο καλείται στο ακροατήριο είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υποθέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠοινΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί απόφαση, μπορεί να προταθεί και η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση δε εξουσίας, ενόψει της ενδεικτικής απαριθμήσεως των περιπτώσεων στην παρούσα διάταξη συνιστά και η κήρυξη ως ενόχου του κατηγορουμένου και η επιβολή ποινής, για πράξη της οποίας έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο, συνεπεία παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, τον παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων για εξάλειψη του αξιοποίνου, συνεπεία παραγραφής, λόγω παρελεύσεως πενταετίας, από τότε που τελέστηκε η μερικότερη πράξη, της μη καταβολής α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών (Σεπτέμβριος 2010), μέχρι τις 16.11.2015, που τους επιδόθηκαν τα κλητήρια θεσπίσματα, τον απέρριψε με την αιτιολογία, που αναφέρεται στο σκεπτικό που προαναφέρθηκε.
Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα επισκοπούμενα, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι επί της μερικότερης αξιόποινης πράξης της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2010, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες με χρόνο τελέσεως την 1.11.2010 (30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα Σεπτεμβρίου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία), εφόσον το κλητήρια θεσπίσματα επιδόθηκαν το πρώτον στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στις 16.11.2015, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση πενταετίας, εξαλείφθηκε το αξιόποινο, συνεπεία παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1,3, 112 και 113 ΠΚ. Το Δικαστήριο δε, που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε τον προβληθέντα συναφή αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων ως αβάσιμο και κήρυξε ενόχους αυτούς για την εν λόγω πράξη, της οποίας είχε ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο, συνεπεία παραγραφής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει και δη μόνο ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της, να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για την ανωτέρω μερικότερη πράξη της μη καταβολής, από τους αναιρεσείοντες- κατηγορουμένους α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών του μηνός Σεπτεμβρίου του 2010 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό, με αμετάκλητη πλέον την απόφαση περί ενοχής των εν λόγω κατηγορουμένων, ως προς τις προαναφερθείσες μερικότερες πράξεις, που τελέστηκαν από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2010 έως 30-10-2014, να κρίνει μόνο για την επιμέτρηση της νέας ποινής, που θα του επιβληθεί (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ. αριθμ. 336/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων για τη μερικότερη πράξη της μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ (εργοδοτικών και εργατικών), που αφορούν το μήνα Σεπτέμβριο του 2010.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, μόνο για την επιβολή (επιμέτρηση) της προσήκουσας στους αναιρεσείοντες ποινής.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 5-7-2018 (με αριθμό καταθέσεως 5/2018) αίτηση των Ι. Κ. του Χ. και Π. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ. αριθμ. 336/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ