1922/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1922/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 123/1981, Ολ. Α.Π. 46/1980). Ενόψει τούτων, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η οποία είναι μεταχρονολογημένη, είναι ο χρόνος της εμφανίσεως της επιταγής και μη πληρωμής της, που προκύπτει από το σώμα του τίτλου, ανεξαρτήτως του πότε εκδόθηκε αυτή (βλ. και Α.Π. 836/2015). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδάφ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1922 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1922/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθ.120/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 35846/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το πιστωτικό ίδρυμα υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2016.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 Ν.Δ. 1325/1972, ορίζεται ότι "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης του Ν. 1325/1972 ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, περίπτωση που συντρέχει, όταν αυτή εμφανιστεί στην πληρώτρια τράπεζα εντός οκτώ (8) ημερών από της επομένης της εκδόσεώς της (άρθρ. 29 σε συνδ.
με άρθρ. 56 του άνω νόμου "περί επιταγής") και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα, με τη νέα ρύθμιση, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο, ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και το σκοπό της διατάξεως του άνω άρθρου σαφώς προκύπτει, ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή.
Ως εκ τούτου, επί εκδότη νομικού προσώπου, το φυσικό πρόσωπο, που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη επιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής αυτής από το λογαριασμό της εταιρίας. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερη από την πραγματική.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδάφ. α' και δ' του ίδιου νόμου 5960/33, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από τη πρώτη από αυτές ως άνω έγκλημα συντελείται, όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί, ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής εκδόσεως και την ημέρα, κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, κατ' άρθρ. 56 Ν. 5960/1933, από την επομένη της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα εκδόσεως (Ολ.
Α.Π. 123/1981, Ολ. Α.Π. 46/1980). Ενόψει τούτων, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η οποία είναι μεταχρονολογημένη, είναι ο χρόνος της εμφανίσεως της επιταγής και μη πληρωμής της, που προκύπτει από το σώμα του τίτλου, ανεξαρτήτως του πότε εκδόθηκε αυτή (βλ. και Α.Π. 836/2015). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδάφ.
α' έως δ' του άνω Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές, που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δύο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 εδάφ. α' και γ' του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη αυτού, τραπεζίτης, δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών.
Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα πελάτη τράπεζας αρκεί το άνοιγμα λογαριασμού, εφόσον η τράπεζα προβεί στις απαιτούμενες προηγούμενες επαληθεύσεις. Κατά το εδάφ. ε' του ίδιου άρθρου 38, σε περίπτωση που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι του ποσού της επιταγής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της σφραγίσεως ή της ίδιας της επιταγής, αλλά μόνο γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία.
Κατά τα λοιπά, η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως, ενώ η ποινική ευθύνη του εκδότη αυτής είναι όμοια με αυτήν του εκδότη της κοινής τραπεζικής επιταγής, αφού στο νόμο "περί επιταγής" δεν υπάρχει διάκριση αναφορικά με το αξιόποινο της πράξεως αυτής μεταξύ κοινής και δίγραμμης επιταγής, η δε πληρώτρια τράπεζα μπορεί να δεχθεί δίγραμμη επιταγή από πελάτη της.
Ακόμη, κατά το εδάφ. α' της παρ. 5 του άρθρου 79 του ίδιου Ν. 5960/1933, όπως η παρ. 5 είχε προστεθεί με την παρ. 1 εδ. α' άρθρ. 4 Ν. 2408/1996, τροποποιηθεί με το άρθρ. 22 Ν. 2721/1999 και αντικατασταθεί με το άρθρ. 15 παρ. 3 Ν. 3472/2006, "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δικαίωμα εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, ως αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής έχοντας πληρώσει αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (Ολ.
Α.Π. 23, 24, 29/2007). Τέλος, το αξιόποινο του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.
Επομένως, κάθε ισχυρισμός, που ανάγεται στην αιτία εκδόσεως και μεταβιβάσεως της επιταγής δεν επηρεάζει το αξιόποινο της πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παρανόμου της αιτίας.
Αρκεί ότι η επιταγή, ως αξιόγραφο, έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Η, κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (Ολ.
Α.Π. 2/2005). Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης ή συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρ. 30 και 31 παρ. 2 Π.Κ., αντίστοιχα), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη, καθώς και ο ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως (άρθρ. 25 παρ. 1 Π.Κ.), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εφόσον προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο.
Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθ. 35846/2015, αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στην … στις 15.03.2009, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...
A.E.", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τη με αριθμό ...-2 μεταχρονολογημένη επιταγή της Tράπεζας Αττικής, με αναφερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την 15.03.2009 ποσού 40.000 ευρώ, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "T.
A.E.", η οποία στη συνέχεια, στις 26.06.2008, τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση, λόγω ενεχείρου, στην τράπεζα με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στην οποία η ως άνω λήπτρια ("T. A.E."), ήταν πελάτης και διατηρούσε λογαριασμό. Η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 19.03.2009 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, διότι ο λογαριασμός του εκδότη είχε κλείσει οριστικώς, όπως τούτο βεβαιώθηκε στο σώμα του τίτλου την ίδια ως άνω ημερομηνία.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της επιταγής, ήτοι τον Ιούνιο του έτους 2008, υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καταρχήν διότι δεν αποδείχθηκε ως αληθής. Σε κάθε δε περίπτωση, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι κατά το χρόνο που η ένδικη επιταγή εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε, καθόσον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στη σχετική νομική σκέψη, μετά τη νέα διατύπωση του νόμου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής αρκεί πλέον ο απλός (ενδεχόμενος) και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, ενώ τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όταν εκδίδεται μεταχρονολογημένη επιταγή, ο εκδότης αυτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του από το χρόνο της πραγματικής της κυκλοφορίας μέχρι και οκτώ ήμερες μετά το χρόνο της φερόμενης ως ημερομηνία έκδοσης, αφού καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ο λήπτης αυτής μπορεί να την εμφανίσει νόμιμα και εμπρόθεσμα οποτεδήποτε προς πληρωμή, αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης από το νόμο υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους του κατηγορουμένου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η μεταξύ της εκδότριας εταιρίας και της λήπτριας εταιρίας αστική διαφορά, αφορώσα την υποκείμενη σχέση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθόσον δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, αφού στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης αυτής (ΑΠ 296/2015 δημ.
ΝΟΜΟΣ). Επίσης, όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί του ότι η εγκαλούσα τράπεζα ακύρως απέκτησε την ένδικη επιταγή με οπισθογράφηση και ότι συνεπώς ουδέποτε κατέστη νόμιμη κομίστρια αυτής, για το λόγο ότι αυτή (η επιταγή) ήταν δίγραμμη, πρέπει να απορριφθεί και αυτός ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω στη σχετική νομική σκέψη, το γεγονός της διαγράμμισης της επιταγής δεν εμποδίζει την κυκλοφορία της με οπισθογράφηση, αφού και αυτή μπορεί να οπισθογραφηθεί, όπως η συνήθης επιταγή, ενώ, όπως επίσης, προαναφέρθηκε, δεν γίνεται καμία διάκριση στο νόμο περί επιταγής, αναφορικά με το αξιόποινο της πράξης, μεταξύ κοινής και δίγραμμης επιταγής.
Όπως δε αποδείχθηκε η εγκαλούσα τράπεζα έλαβε την ένδικη επιταγή από τη λήπτρια εταιρία "T. A.E.", η οποία ήταν πελάτης της και διατηρούσε σε αυτήν λογαριασμό. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξης, όπως κατηγορείται.". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.
β' Π.Κ.), της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο με ελαφρυντικό 84 παρ.2β ΠΚ του ότι: Στην … στις 15/3/2009, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ...-2 με ημερομηνία εκδόσεως την 15/3/2009 για να πληρωθεί από την Τράπεζα ΑΤΤΙΚΗΣ, για το χρηματικό ποσό των 40,000,00 €, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "T.
Α.Ε.", νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Και αφού ο νόμιμος κομιστής την εμφάνισε προς πληρωμή στις 19/3/2009 δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι: α) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αρκεί η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων είναι αυτός, που "εξέδωσε" την επίδικη επιταγή, παραδοχή, από την οποία συνάγεται, ότι εκείνος έθεσε την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, ενόψει δε του ότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι αδιάφορο αν ο δράστης της εν λόγω πράξεως εξέδωσε την επιταγή ατομικά ή ως εκπρόσωπος εταιρίας, η αναφορά στις παραδοχές της εν λόγω αποφάσεως, ότι η επιταγή εκδόθηκε από αυτόν, ως νόμιμο εκπρόσωπο της μνημονευόμενης ανώνυμης εταιρίας δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή εκ του λόγου ότι δεν διευκρινίζονται τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητά του αυτή, αφού ο ίδιος, ως έχων εκδώσει (ήτοι, ως υπογράψας) την ανωτέρω επιταγή για λογαριασμό της εταιρίας, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη, στην οποία και θεμελιώθηκε η ενοχή του.
β) Εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η επίμαχη επιταγή αναφέρεται ως μεταχρονολογημένη, καθώς και ότι αυτή οπισθογραφήθηκε λόγω ενεχύρου από τη λήπτρια εταιρία με την επωνυμία "T. Α.Ε.", εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί, προς την εγκαλούσα τράπεζα με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στις 26-6-2008, πρόδηλο καθίσταται ότι η 15-3-2009, που αναγράφεται επ' αυτής ως χρόνος εκδόσεως, είναι όχι ο πραγματικός χρόνος εκδόσεως αλλά εκείνος που ετέθη επί της επιταγής (αναφερόμενος), όπως σαφώς διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως.
Τούτο, όμως, δεν ασκεί επιρροή στο αξιόποινο ούτε δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως, αφού ρητά εκτίθεται, ότι η επιταγή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε, ως ακάλυπτη, εντός του οκταημέρου από τον αναφερόμενο επ' αυτής χρόνο εκδόσεως (15-3-2009), ήτοι στις 19-3-2009, ο οποίος είναι και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, παρατίθεται δε με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
γ) Το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως το δόλο του αναιρεσείοντος, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως, οπότε δεν ήταν αναγκαία η αναφορά στην αιτιολογία της εκ μέρους του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος γνώσεως της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή της επιταγής αυτής.
Άλλωστε, η επ' ακροατηρίου προβληθείσα συνδρομή οικονομικής αδυναμίας του ήδη αναιρεσείοντος προς πληρωμή της επίδικης επιταγής συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που ενεργεί ως επιχείρημα ανατρεπτικό του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου αυτού, στον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
δ) Η οπισθογράφηση της επίδικης δίγραμμης επιταγής από την άνω λήπτρια προς την κομίστρια εγκαλούσα είναι έγκυρη, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η λήπτρια ήταν πελάτης της εγκαλούσας, η οποία ήταν τράπεζα, όπου διατηρούσε εκείνη (η λήπτρια) λογαριασμό και, συνεπώς, η εγκαλούσα νομίμως, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απέκτησε την επιταγή αυτή με οπισθογράφηση, ως εκ τούτου δε κατέστη νόμιμη κομίστρια, δικαιούμενη στην άσκηση της εις βάρος του αναιρεσείοντος (εκδότη της επιταγής) εγκλήσεως.
ε) Η προβληθείσα στο Δικαστήριο της ουσίας από πλευράς του αναιρεσείοντος συμφωνία μεταξύ του ιδίου, ως εκδότη της επιταγής, και της άνω λήπτριας περί μη μεταβιβάσεως αυτής περαιτέρω με οπισθογράφηση, λόγω ρητής μεταξύ τους συμφωνίας περί καταπιστευτικής λειτουργίας της εν λόγω επιταγής (ως μέσου πίστης υποσχετικού-εγγυητικού), δεν επηρεάζει το αξιόποινο της πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αφού, όπως προεκτέθηκε, για τη θεμελίωση του εγκλήματος τούτου δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής ούτε το υποστατό και το κύρος της αιτίας εκδόσεως της τυπικά έγκυρης τραπεζικής επιταγής.
στ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος προτάθηκε δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, περί συνδρομής στο πρόσωπό του "συγγνωστής πραγματικής πλάνης", όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει την πλάνη του (βλ. σελίδα 30 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως), πέραν του ότι δεν στηρίζεται στο νόμο, ενόψει του ότι κατά τον Π.Κ. "συγγνωστή" χαρακτηρίζεται μόνο η νομική πλάνη (άρθρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.), όχι όμως και η πραγματική πλάνη (του άρθρου 30 Π.Κ.), προβλήθηκε εντελώς αόριστα με την επίκληση μόνο της απρόοπτης χειροτερεύσεως της γενικής οικονομικής καταστάσεως στη χώρα κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής και του αναφερόμενου επ' αυτής ως χρόνου εκδόσεώς της (ωσάν η μεταβολή αυτή να δικαιολογεί την έκδοση μεταχρονολογημένων ακάλυπτων επιταγών), οπότε το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό.
ζ) Ο επίσης προταθείς δια του συνηγόρου του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, ισχυρισμός, με τον οποίο αυτός επικαλείται απλώς ανυπαίτια οικονομική αδυναμία καλύψεως της κρίσιμης επιταγής, λόγω της επελθούσας έκτακτης και απρόβλεπτης οικονομικής κρίσεως, δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση της προβαλλόμενης και με το αναιρετήριο καταστάσεως ανάγκης και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, αφού δεν γίνεται επίκληση συνδρομής παρόντος και άλλως αναποτρέπτου κινδύνου, προς αποτροπή του οποίου ενέργησε αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά, όπως προτάθηκε, συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που λειτουργεί ως επιχείρημα αναιρετικό του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του αναιρεσείοντος, στον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
η) Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", με την οποία ουσιαστικά θεσπίζεται έγκλημα ιδιώνυμης απάτης, προδήλως δεν έρχεται σε αντίθεση με οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος ούτε αντιβαίνει στο άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, αφού με αυτήν δεν τιμωρείται η αδυναμία εκπληρώσεως συμβατικής υποχρεώσεως (στην οποία και μόνον αναφέρεται η παραπάνω διάταξη του προαναφερθέντος Διεθνούς Συμφώνου) αλλά καθιερώνεται αξιόποινη πράξη, η τέλεση της οποίας επισύρει τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις.
θ) Ενόψει των εκτεθέντων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, ότι σε σχέση με το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ κοινής και δίγραμμης επιταγής, ότι η έκδοση της επιταγής είναι ανεξάρτητη της υποκειμένης αιτίας εκδόσεώς της και ότι στην περίπτωση της μεταχρονολογημένης επιταγής ο εκδότης έχει υποχρέωση να διατηρεί διαθέσιμα κεφάλαια καθ' όλο το χρονικό διάστημα, που μεσολαβεί από το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως αυτής μέχρι τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας, που αρχίζει από τον αναφερόμενο επί του σώματος αυτής χρόνο εκδόσεώς της.
Κατά συνέπεια, οι τρεις πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ., ως προς όλα τα επί μέρους σκέλη τους, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 364 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρ. 502 παρ. 1 εδ. γ' του αυτού κώδικα, "στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους".
Με βάση τη διάταξη αυτή, δεν απαγγέλλεται ακυρότητα από την ανάγνωση και λήψη υπόψη οποιουδήποτε εγγράφου, το οποίο υποβλήθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 του άνω κώδικα προκύπτει, ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από το νόμο είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος.
Ακόμη, από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του αυτού κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του άνω κώδικα, και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να εναντιωθεί, για κάποιο νόμιμο λόγο, στην ανάγνωση και λήψη υπόψη εγγράφου, που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως.
Για να επέλθει, όμως, από την κατά τα άνω έλλειψη ακροάσεως, ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του σαφές και ορισμένο αίτημα, με όλα, δηλαδή τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο (κατά το άρθρ. 335 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών (άρθρ. 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.), παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ.- Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ο εκπροσωπήσας (κατ' άρθρ. 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα συνήγορος, προ της αναγνώσεως των εγγράφων, ζήτησε να μη ληφθεί υπόψη "η βεβαίωση του εκκαθαριστή" (βλ.
σελ. 5 πρακτικών), η οποία στη συνέχεια αναγνώσθηκε και πρόκειται για την από 8-10-2015 βεβαίωση του ειδικού εκκαθαριστή (υπ' αριθ. 3 έγγραφο του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων), με την αιτιολογία, ενόψει της κατά τα άνω εναντιώσεως του συνηγόρου του κατηγορουμένου, ότι "ενώ αναφορικά με το υπ' αρ. 3 αναγνωστέο έγγραφο, πρέπει να αναφερθεί ότι αναγιγνώσκεται νομίμως, ως έγγραφο που προσκομίσθηκε από την πολιτική αγωγή, χωρίς να προσβληθεί ως πλαστό ή να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του, απορριπτομένου του ισχυρισμού του συνηγόρου υπεράσπισης περί μη λήψης υπόψη αυτού", όπως κατά λέξη αναφέρεται στη σελ. 40 των πρακτικών.
Εφόσον, λοιπόν, από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι το έγγραφο τούτο προσβλήθηκε ως πλαστό ή ότι αμφισβητήθηκε η γνησιότητά του ούτε εκτέθηκε, ότι αποτελούσε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, νομίμως, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., αναγνώσθηκε και συναξιολογήθηκε με τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και εντεύθεν δεν εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η δε ως άνω αιτιολογία, που διαλαμβάνεται συναφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ειδική, εμπεριστατωμένη και επαρκής.
Αλλά ούτε και σχετική ακυρότητα (έλλειψη ακροάσεως) προκλήθηκε από την άρνηση του Δικαστηρίου της ουσίας να δεχθεί το πιο πάνω αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου, αφού εκείνο, όπως υποβλήθηκε δεν ήταν σαφές και ορισμένο, ενόψει του ότι ουδόλως εκτέθηκε από αυτόν ο λόγος, για τον οποίο ζήτησε να μη ληφθεί υπόψη το ανωτέρω έγγραφο.
Οπωσδήποτε δε δεν προκύπτει από τα πρακτικά, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, ότι ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο συνήγορος προσέφυγε στο Δικαστήριο κατά της αναγνώσεως του εν λόγω εγγράφου και αυτό απέρριψε την προσφυγή ή δεν απάντησε. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί απόλυτης, άλλως σχετικής, ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και ελλείψεως αιτιολογίας, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Α', Β' και Δ' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις, που προβάλλονται με αυτόν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 Ν. 3904/2010, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη...".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, σε περίπτωση δε, που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι προβλεπόμενες από την ανωτέρω διάταξη προϋποθέσεις, δεν επιτρέπεται η χορήγηση αναστολής τέτοιας ποινής.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την απαγγελία της αποφάσεως επί της ποινής, το Δικαστήριο της ουσίας, όπως κατά πιστή αντιγραφή αναφέρεται στα εν λόγω πρακτικά, "διάβασε το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντα που υπάρχει στη δικογραφία σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίστηκε μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης, χωρίς το περιεχόμενο αυτού να καταστεί γνωστό στο ακροατήριο, παρά μόνο στους παράγοντες της δίκης, από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως μέχρι σήμερα για πλημμέλημα σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δώδεκα (12) μηνών με μία απόφαση.
Στο σημείο αυτό ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εντολέα του, για το λόγο ότι η εκτέλεση της ποινής των τεσσάρων (4) ετών που αναφέρεται στο ποινικό του μητρώο έχει ανασταλεί με τη με αριθμό 283/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας (Τριμελούς Πλημμελημάτων), την οποία και προσκόμισε".
Στη συνέχεια, μετά από πρόταση της Εισαγγελέως και, αφού ακούστηκαν η πολιτική αγωγή και τελευταίος ο συνήγορος του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο έκρινε, ότι ο κατηγορούμενος δεν πληροί τις προϋποθέσεις της αναστολής του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ. και μετέτρεψε την προαναφερθείσα ποινή των οκτώ (8) μηνών, που επέβαλε στον κατηγορούμενο, σε χρηματική, την οποία καθόρισε σε πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή, ο κατηγορούμενος δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της διάταξης ,ου άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, αφού έχει καταδικασθεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για παράβαση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 γ του ν. 1882/1990, ως ισχύει, κατ' εξακολούθηση, με τη με αριθμό 1910/25.04.2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το γεγονός μόνο της αναστολής της εκτέλεσης της ως άνω ποινής που του δόθηκε πράγματι με τη με αριθμό 283/2013 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας (Τριμελούς Πλημμελημάτων), ενόψει ασκηθείσας έφεσης, η οποία δεν είχε αναστέλλουσα δύναμη, δεν αίρει το αμετάκλητο της καταδίκης του, αφού η ως άνω απόφαση δεν εξετάζει ούτε το παραδεκτό του ενδίκου μέσου και κατά μείζονα λόγο ούτε την ουσία αυτού.
Από την έρευνα δε του χαρακτήρα του καταδικασθέντος και τις υπόλοιπες περιστάσεις το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.
Συνεπώς, εφόσον στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αναφέρεται η ως άνω ποινή, η οποία υπερβαίνει το ένα (1) έτος και ενόψει του ότι με τη με αριθμό 40522/2011 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε η παρούσα έφεση, η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή φυλάκισης των δεκατεσσάρων (14) μηνών μετατράπηκε και δεν ανεστάλη, ώστε να υπάρχει θέμα χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ, συντρέχει περίπτωση μετατροπής της επιβληθείσας σε αυτόν ποινή φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους του καταδικασθέντος, η κάθε ημέρα φυλακίσεως να υπολογισθεί προς πέντε (5,00) ευρώ.".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολόγησε πλήρως την αρνητική κρίση του ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα τρία έτη ποινής φυλακίσεως, που επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, εφόσον αναφέρει, κατά τα ανωτέρω, ότι συνέτρεχαν πραγματικά γεγονότα, τα οποία απέκλειαν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής, ότι, δηλαδή, προέκυπτε από το δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, ότι αυτός είχε προηγούμενη "αμετάκλητη" καταδίκη, απαγγελθείσα από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας για άλλη αξιόποινη πράξη, σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους (συγκεκριμένα τεσσάρων ετών) και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορηγήσεως της αιτηθείσας αναστολής, κρίνοντας ορθά, ότι το Εφετείο Ευβοίας, το οποίο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 497 παρ. 7 Κ.Ποιν.Δ., δια της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα αποφάσεώς του (283/2013), χορήγησε αναστολή εκτελέσεως της ανωτέρω ποινής φυλακίσεως των τεσσάρων ετών, δεν εξέτασε το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως εκείνης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας ούτε την ουσία της υποθέσεως, αφού η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πρωτοβάθμιας καταδικαστικής αποφάσεως, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση από τον καταδικασθέντα, ερευνά μόνο τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως (συνδρομή υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης για τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή για την οικογένειά του από την έκτιση της ποινής).
Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., την οποία ουδόλως παραβίασε. Συνακολούθως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της εν λόγω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ενώ κατά το σκέλος του περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 3 και 497 παρ. 7 Κ.Ποιν.Δ., ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, διότι η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως οι τελευταίες, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και να καταδικαστεί ο ίδιος (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παραστάσας στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγουσας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2016 αίτηση του Π. Δ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 35846/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." υπό ειδική εκκαθάριση, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ