Supreme Court dismisses appeal on inheritance rights, upholding lower court's finding of valid succession claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding inheritance rights. The lower court ruled that the appellants, as heirs of the deceased, were entitled to specific shares of the disputed properties based on statutory succession rules. The court found the appellant's arguments regarding administrative expulsion protocols and unauthorized land occupation did not alter the fundamental legal basis for the heirs' claims. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning was deemed sufficient and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1871, 813, 1820 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appellate court's decision on inheritance shares is not subject to cassation if the reasoning adequately addresses the death of the decedent, the familial relationships, and the nature of the inherited property rights without contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1922 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1922/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Μ. του Γ., 2)Γ. Μ. του Ι. και 3)Μ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Δαμασκηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1988 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και της αρχικής διαδίκου Χ. χήρας Γ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 283/1989 μη οριστική, 256/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 557/1996 του Εφετείου Θράκης, που ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 228/2000 μη οριστική, 185/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και 613/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Σε καταφατική περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων η από 4/10/2010 αίτηση του Γ. Μ. κατά των Ι., Γ. και Μ. Μ. για αναίρεση της 613/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 18/9/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2/4/2014.
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης, με την οικεία σειρά του πινακίου, στην πιο πάνω (μετ' αναβολή) δικάσιμο ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε την από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 3943/5.4.2012 και 7264/16.1.2014 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Καβάλας Β.
Μ. και Σ. Α., αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στις 18/9/2013, καθώς και της 10/2014 βεβαίωσης αναβολής, της γραμματέα του Αρείου Πάγου επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του τελευταίου. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ολ ΑΠ 15/2002).
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων (άρθρο 520 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι εμπίπτουν στη ρύθμιση του αρ. 14 (όχι και του αρ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι παρά το νόμο το εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη περί κλήρου, άλλως περί αποβολής από τη νομή ακινήτων αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων αφού δεν γινόταν επίκληση α) του εννόμου συμφέροντος αυτών για την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος, β) των περιστατικών για τη στήριξη της παθητικής του νομιμοποίησης και γ) της προσβολής του κληρονομικού τους δικαιώματος, άλλως της παράνομης αποβολής τους από τη νομή των επίδικων ακινήτων εκ μέρους του (αναιρεσείοντος).
Όμως, από την επισκόπηση του από 12/11/2005 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 362/29.11.2005) δικογράφου της έφεσης του (ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό) αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό οι παραπάνω ισχυρισμοί περί αοριστίας της ένδικης (από 12/12/1988) αγωγής. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1871 ΑΚ, ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς (νομές της κληρονομιάς) την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου απ' αυτήν. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι τα στοιχεία της βάσης της αγωγής περί κλήρου είναι τα εξής:
α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω συγγενικής σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία αντικείμενα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί αυτά ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα. Με την περί κλήρου αγωγή ενάγεται και ο συγκληρονόμος που κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομιάς με τη βούληση είτε μοναδικού κληρονόμου είτε κληρονόμου με μεγαλύτερο κληρονομικό μερίδιο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1813 εδ.α' και δ' ΑΚ, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία, ενώ, κατά το άρθρο 1820 εδ.α' ΑΚ, εκείνος από τους συζύγους που επιζεί καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου, με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τέταρτο και με τους συγγενείς των άλλων τάξεων στο μισό της κληρονομιάς.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 εδ.α' και 287 παρ.1 ΚΠολΔ, οι οποίες κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της κατ' έφεση δίκης, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με την επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού, νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης και απλώς συνεχίζει αυτή, ενώ, με τη δίκη που επαναλαμβάνεται, έρχεται σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου το δικαίωμα του αποβιώσαντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, και όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Στην προκείμενη περίπτιοση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ.
Μ., σύζυγος της εκ των αρχικών εναγόντων, Χ., ως προς την οποία συνεχίστηκε η δίκη από τους εκ διαθήκης κληρονόμους αυτής, και πατέρας του ετέρου ενάγοντος και του εναγομένου, αποβίωσε στη Δράμα στις 11.9.1969, χωρίς διαθήκη και κατέλειπε ως κληρονόμους τους ανωτέρων διαδίκους, ήτοι τη σύζυγο του και τα τέκνα του Ι. (δεύτερο των εναγόντων) και Γ. (εναγόμενο).
Ο ανωτέρω κάτοικος εν ζωή Θάσου ήταν κύριος πολλών ακινήτων, αγροτικών και οικοπέδων στο Θεολόγο Θάσου. Τα περισσότερα των ακινήτων αυτών υπήχθησαν σε αναδασμό και ο ανωτέρω τα δήλωσε στο όνομα των τέκνων του, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί, διανέμοντας με τον τρόπο αυτό το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών του στοιχείων, παρέμειναν δε στην κυριότητα και νομή του τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο του επίδικου δικαιώματος: 1) ένα ελαιόκτημα με 350 περίπου ελαιόδενδρα, εκτάσεως 24.400 τ.μ.
Που βρίσκεται στη θέση "Ψιλή Άμμος" …, οριοθετούμενο, βορείως με αγρό κληρονόμων Κ. Μ. και δημόσια δασική έκταση, νοτίως με ασφαλτοστρομένη επαρχιακή οδό, ανατολικά με ρέμα και εκείθεν με αγρό κληρονόμων Μ. Μ. και δυτικά με δημόσια δασική έκταση, 2) ένα οικόπεδο, εκτάσεως 300 τ.μ. με τον επ' αυτού στάβλο, εμβαδού 20 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Καλύβες" ..., οριοθετούμενο βορείως με ιδιοκτησία Χ.
Σ., νοτίως με ασφαλτοστρωμένη επαρχιακή οδό Ποτού - Θεολόγου, ανατολικά με αγροτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία Β. Μ., 3) ένα οικόπεδο, εμβαδού 200 τ.μ. με την επ' αυτού οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, κουζίνα και τουαλέτα και ισόγεια αποθήκη, που βρίσκεται στο Θεολόγο Θάσου και οριοθετείται βορείως με οδό … νοτίως με οικία ιδιοκτησίας Χ.
Σ., 4) ένα οικόπεδο, εκτάσεως 200 τ.μ., που βρίσκεται στο Θεολόγο Θάσου και οριοθετείται βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία χήρας Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Τ., νοτίως και ανατολικά με κοινοτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Κ., 5) ένα λαχανόκηπο, εμβαδού 180 τ.μ., που βρίσκεται στο Θεολόγο και οριοθετείται βόρεια με κήπο Σ.
Γ., νότια και ανατολικά με κοινοτικές οδούς και δυτικά με οικία Σ. Τ. (πρώην Ι. Μ.), 6) ποσοστό εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εκτάσεως 700 τ.μ. Με την επ' αυτού αγροτική οικία, εμβαδού 40 τ.μ. Και στάβλο, εμβαδού 25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Αγία Παρασκευή" της αγροτικής περιφέρειας ... και οριοθετείται βόρεια με ιδιοκτησία Φ.
εν μέρει και εν μέρει με ερειπωμένη εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, νοτίως με ακτή, ανατολικά με καλύβα κληρονόμων Γ. Τ. και δυτικά με ακτή, 7) ένα λαχανόκηπο, εμβαδού 250 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παναγία'' της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βόρεια με λαχανόκηπο κληρονόμων Α. Κ. και ανατολικά, δυτικά και νότια με οδό, 8) έναν αγρό, εμβαδού 500 τ.
μ., κείμενο στη θέση "Στριβωτό" της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με αγρό κληρονόμων Β. Σ., νότια με οδό και δυτικά με αγρό Γ. Ρ., 9) έναν αγρό εμβαδού τριών (3) στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Ψυχάδικο" της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βορείως με αγρούς κληρονόμων Σ.
Π. και Γ. Π., ανατολικά με αγρό Β. Σ., νότια με ρέμα και δυτικά με αγρούς κληρονόμων Γ. Φ., Ν. Ζ. και Σ. Π., 10) έναν αγρό, εκτάσεως 500 τ.μ. περίπου, κείμενο στη θέση "Γέφυρα" της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βόρεια με αγρό Σ. Μ., ανατολικά με αγρό Ι. Λ., νότια με αγρό Γ. Λ. και δυτικά με ρέμα, 11) έναν ελαιώνα, κείμενο στη θέση "Γλυφά Κοχλιού" της αγροτικής περιοχής ..., εκτάσεως δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, οριοθετούμενο βορείως με ελαιώνα Γ.
Λ., ανατολικά με ρέμα, βόρεια με δημόσια έκταση και δυτικά εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με δημόσια έκταση, 12) έναν ελαιώνα, εκτάσεως πέντε (5) περίπου στρεμμάτων με εξήντα (60) ελαιόδενδρα, κείμενο στη θέση "Βρανάς" της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βορείως με ελαιώνα Ι. Ν., και ρέμα, ανατολικά με ρέμα Γ.
Χ., και δημόσια έκταση, νότια με ελαιώνα Ν. Μ. και ρέμα και δυτικά με δημόσια έκταση, 13) ένα οικόπεδο, εκτάσεως 360 τ.μ., κείμενο εντός του οικισμού ..., οριοθετούμενο βόρεια με ιδιοκτησία Θ. Θ. και Ι. Β., ανατολικά με δρόμο, νότια με οικόπεδο Ι. Ν. και δυτικά με οικόπεδο Β. Χ., 14) έναν κήπο, εκτάσεως 200 τ.μ. περίπου, κείμενο εντός του οικισμού ..., οριοθετούμενο με ιδιοκτησίες βόρεια Ι.
Ν., ανατολικά με δρόμο, νότια με δρόμο και ιδιοκτησία Γ. Χ. και δυτικά με δρόμο, 15) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 250 τ.μ περίπου, κείμενο στον οικισμό ..., οριοθετούμενο βόρεια με δρόμο ανατολικά με οικόπεδο κληρονόμο)ν Ι. Μ., νότια και δυτικά με δρόμο, 16) έναν αγρό, εκτάσεως δύο (2) περίπου στρεμμάτων, κείμενο στην αγροτική περιοχή ..., οριοθετούμενο βόρεια με δρόμο, ανατολικά με δημόσια έκταση, νότια και δυτικά με ρέμα, 17) έναν αγρό, εκτάσεως πέντε (5) περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Λέσσα" της αγροτικής περιοχής ..., οριοθετούμενο βόρεια με ρέμα, ανατολικά με δημόσια έκταση, νότια με αγρό κληρονόμων Δ.
Σ. και δυτικά με αγρό Β. Μ., 18) έναν αγρό, εκτάσεως πέντε (5) περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Τσαρλαπάς" ..., οριοθετούμενο βόρεια, νότια και ανατολικά με δημόσια έκταση και δυτικά με αγρό κληρονόμων Μ. Μ. και Ι. Μ., 19) έναν αγρό, εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων, με θαμνώδη βλάστηση αγριελιές και πέντε ελαιόδενδρα, κείμενο στη θέση "Σαλονικιός" ..., οριοθετούμενο ανατολικά με αγρό Ζ.
και Ι. Σ., δυτικά με βραχώδη ακτή, βόρεια με αγρό Ζ. και νότια με αγρό Ι. Σ. και 20) έναν αγρό, εκτάσεως οκτώ (8) στρεμμάτων, οριοθετούμενο βόρεια με αγρό Κ. Α., νότια με αγρό αδελφών Ν. Α., ανατολικά με αγρό Δ. Α. και δυτικά με αγρό Γ. Α.. Τα ακίνητα αυτά νεμόταν ο κληρονομούμενος με τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής με κατοίκηση στην οικία και καλλιέργεια των αγρών με την οικογένειά του, σύζυγο και τον εναγόμενο, ο δεύτερος ενάγων δε ήδη από το έτος 1947 έφυγε από τη Θάσο για σπουδές ιατρικής και μετά για την άσκηση του επαγγέλματος του εγκαταστάθηκε στη Δράμα.
Ο εναγόμενος επίσης αργότερα εργάσθηκε ως οδηγός στην Καβάλα μέχρι την συνταξιοδότησή του, εξακολουθούσε, όμως, να ασχολείται με αγροτικές εργασίες, πηγαίνοντας συχνά στη Θάσο. Ο κληρονομούμενος ασθένησε το έτος 1960 και μέχρι το θάνατο του φιλοξενήθηκε από τον ενάγοντα στη Δράμα, η σύζυγος του (εκ των αρχικών διαδίκων) δε και ο εναγόμενος επιμελούνταν την καλλιέργεια των αγρών.
Ο ανωτέρω (κληρονομούμενος), λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων σπούδασε και ο εναγόμενος, μικρότερος γιος του, ασχολείτο με τις γεωργικές εργασίες, τα υπόλοιπα ακίνητα, μη επίδικα, που βρίσκονται σε περιοχές όπου έγινε αναδασμός, τα δήλωσε διανέμοντας έτσι μέρος της περιουσίας του, κατά το μεγαλύτερο μέρος στο όνομα του εναγομένου, προς εξισορρόπηση των παροχών του στον δεύτερο ενάγοντα για τις σπουδές του.
Συγκεκριμένα, με τον τρόπο αυτό μεταβίβασε στον εναγόμενο 80 περίπου στρέμματα και στον δεύτερο ενάγοντα ένα τεμάχιο. Η επικαλούμενη από τον εναγόμενο για τον ανωτέρω λόγο άτυπη παραχώρηση της νομής των επιδίκων από τον κληρονομούμενο πατέρα του δεν αποδεικνύεται. Για το κρίσιμο αυτό θέμα κατέθεσαν οι μάρτυρες Σ.
Μ., συγγενής των διαδίκων ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια παραχώρηση το έτος 1955 προς τον εναγόμενο, ο οποίος τότε ήταν ηλικίας 18 ετών και ότι "ο Γ. (σημ. εναγόμενος) θέλει να πάρει τα υπό διανομή κτήματα, τα οποία τα πήρε στην κατοχή του μετά το θάνατο της μητέρας του, δηλ. πριν από 5-6 χρόνια. Και τους διώχνει τους άλλους και δεν τους επιτρέπει να πλησιάσουν τα κτήματα" (βλ.
υπ' αριθμόν 64/2000 πρακτικά). "Την εποχή που σπούδαζε ο Γ. τα καλλιεργούσαν όλοι μαζί τα κτήματα και περισσότερο η μάνα. Από τότε που έπεσε ο Γ. Μ. (σημ. κληρονομούμενος) στο κρεβάτι, δηλ. περίπου το 1970, τα καλλιεργούσε η μάνα..." (βλ. 29/1993 πρακτικά). Οι καταθέσεις δε αυτές δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ.
Μ. και Λ. Δ., που κατέθεσαν ότι άκουσαν από τη μητέρα και τον πατέρα του εναγομένου ότι τα κτήματα είναι του εναγομένου, διότι ο ενάγων είχε σπουδάσει, αφού καταθέτουν στη συνέχεια ότι έβλεπαν και την πρώτη ενάγουσα (ήδη αποβιώσασα) στα κτήματα και ότι αυτή κατοικούσε στην οικία, το γεγονός δε της προθέσεως των γονέων να ευνοηθεί ο εναγόμενος που δεν είχε σπουδάσει υλοποιήθηκε με την παραχώρηση σ' αυτόν με τη δήλωση ως δικαιούχου του μεγαλύτερου μέρους των αγρών του κληρονομουμένου που μετείχαν στον αναδασμό.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατ' αυτού εστράφησαν τα επικαλούμενα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και αυτός παραπέμφθηκε ως κατηγορούμενος για αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος που αφορούν σε επίδικα, δεν μεταβάλλει την άνω κρίση καθόσον αυτός ως συγκληρονόμος προέβη στις πράξεις αυτές και το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει την επικαλούμενη παραχώρηση από το έτος 1955 των επιδίκων από τον πατέρα του, κληρονομούμενο".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το κληρονομικό τους δικαίωμα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Μ. κατά τα ποσοστά των 2/8 και των 3/8 ο καθένας εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην απόδοση της νομής τους, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, επί των επιδίκων ακινήτων πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολο της ως ουσιαστικά βάσιμη, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για ορισμένα από τα πιο πάνω ακίνητα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διέλαβε σ' αυτήν συνοπτικές μεν, αλλά επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του θανάτου του Γ.
Μ., της συγγενικής σχέσης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, του αναιρεσείοντος και της (αρχικής διαδίκου) Χ. Μ. με τον αποβιώσαντα χωρίς διαθήκη πιο πάνω κληρονομούμενο, της νομής του τελευταίου στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα και της κατακράτησης αυτών από τον αναιρεσείοντα ως κληρονόμο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1871, 813, 1820 ΑΚ.
Ούτε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η μη αναφορά της απόφασης στο περιεχόμενο της διαθήκης της Χ. Μ., για την προέλευση και τον προσδιορισμό των ποσοστών του κληρονομικού δικαιώματος του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί, μετά το θάνατο της ως άνω διαθέτιδος (πρώτης ενάγουσας στην ένδικη αγωγή) κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, απλώς συνεχίζουν τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της επαναληφθείσας μετά τη διακοπή (λόγω θανάτου) δίκης το δικό τους κληρονομικό δικαίωμα, αλλά το κληρονομικό δικαίωμα της αρχικώς ενάγουσας Χ.
Μ. έναντι του κληρονομηθέντος συζύγου της Γ. Μ.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/10/2010 αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της 613/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ