Legislator Case Law & Legislation
1922/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment based on adverse possession exceeding 20 years.

Case Number 1922/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision recognizing the respondent's ownership of land through adverse possession. The appellant argued that the lower courts erred in applying the law regarding long-term possession, but the court found the respondent had held the property openly and continuously for over two decades with the intent of ownership. The court ruled that the Second Instance Court correctly evaluated the evidence and applied the Civil Code provisions on adverse possession, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 566 of the Code of Civil Procedure; Articles 974, 979, 1045 of the Civil Code: An appeal against a final judgment is admissible only if it challenges the final decision itself; errors in evidence evaluation do not constitute grounds for appeal, and adverse possession is established by continuous, open possession exceeding twenty years with the intent of ownership.

Keywords

AI generated
adverse possession Code of Civil Procedure Civil Code provisions land ownership dispute appeal dismissal evidence evaluation twenty year period

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 979 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court decision 40/1996
Supreme Court decision 16/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1922 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1922/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κοντογιάννη.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Γαλαξειδίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-8-1993 και 30-11-1993 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ΄Αμφισσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/ΤΠ/1994 μη οριστική,37/ΤΠ/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1106/1998 μη οριστική 9693/1999 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσας όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις νόμιμα επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 6303/29-12-2003 και 295Γ' /17-7-2006 εκθέσεις επιδόσεως των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Άμφισσας ..... και ....., αντίστοιχα, επικυρωμένο αντίγραφο της από 29-11-2002 αίτησης αναίρεσης, μαζί με τις πράξεις κατάθεσής της, καθώς και του δικογράφου της από 5-1-2006 κλήσης προς συζήτησή της, με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προχωρεί, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου.- Επειδή, από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ολΑΠ 40/1996,16/1990).

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς και εναντίον τους η αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 9693/1999 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αφού είχε προηγηθεί η 1106/1998 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 37/ΤΠ/1997 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας και της συνεκκαλούμενης με εκείνη 44/ΤΠ/1994 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά όλων των ανωτέρω αποφάσεων του Εφετείου και του Πρωτοδικείου.

Επομένως, η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες ενσωματώθηκαν στην οριστική απόφαση του Εφετείου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Άμφισσας, του δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πρωτόδικες αποφάσεις.- Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, εφόσον έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, η κατάθεση μάρτυρα που δεν ολοκληρώθηκε, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αλλά μπορεί το δικαστήριο να τη λάβει υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, την αποδεικτική της βαρύτητα.

Στην περίπτωση αυτή, εάν το δικαστήριο, που έλαβε υπόψη την ημιτελή κατάθεση ως δικαστικό τεκμήριο, δεν της προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενό της, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για την ύπαρξη του οποίου απαιτείται το δικαστήριο να προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης οριστικής του απόφασης, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, για την απόδειξη των θεμελιωτικών της οποίας γεγονότων είχε επιτραπεί απόδειξη και με μάρτυρες, έλαβε υπόψη και εξετίμησε ως δικαστικό τεκμήριο, όπως ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς δηλαδή να προσδώσει πλήρη δεσμευτική αποδεικτική δύναμη σε αυτήν, και ημιτελή κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στην 21/1996 εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή που είχε ορισθεί για την ενώπιόν του διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων, με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο εκτίμησε ελεύθερα το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τη διαγραφή του τελευταίου εδαφίου αυτής με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι αυτά. Η πρώτη από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή δύο περιπτώσεις, η παραδοχή, δηλαδή, ως αληθινών πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχτηκε τα πράγματα αυτά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς συγκεκριμένο αποδεικτέο θέμα, έστω και αν δεν προβαίνει σε ξεχωριστή μνεία και αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου.

Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν ο αναιρεσείων διατείνεται ότι από τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.

Η διάταξη, εξάλλου, του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχύει και μετά την κατάργησή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν.2915/2001, για όλες τις υποθέσεις που δικάστηκαν υπό το δικονομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την εφαρμογή του νόμου αυτού, δηλαδή εκείνες που η πρώτη συζήτησή τους είχε ορισθεί (ΑΠ 1253/2005 Δ 37 1028) πριν από την 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), στις οποίες το δικαστήριο διέτασσε με προδικαστική απόφαση αποδείξεις, έστω και αν η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την ημερομηνία αυτή, μετά δηλαδή την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, διότι διαφορετικά θα παρέμενε χωρίς κύρωση η παραβίαση της, υφιστάμενης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από αυτό, υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει απόδειξη για όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα που είναι αναγκαία για τη στήριξη των αυτοτελών αιτήσεων των διαδίκων.

Η κατάργηση του λόγου αυτού αναίρεσης είναι συνέπεια της κατάργησης της υποχρέωσης προς έκδοση προδικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσονται αποδείξεις και κατά λογική ακολουθία δεν αφορά και τις υποθέσεις, που, όταν εκδικάσθηκαν, υπήρχε τέτοια υποχρέωση, έστω και αν η υποκείμενη σε αναίρεση απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την κατάργηση της υποχρέωσης αυτής.

Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν.2915/2001 παρεκκλίνει από τη βασική διαχρονικού δικαίου αρχή, που υιοθετείται από το άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο της διενέργειάς τους. Σκοπός της είναι να υπαγάγει σε ενιαίο δικονομικό καθεστώς όλα τα στάδια εκδίκασης της υπόθεσης, διασφαλίζοντας έτσι την ενότητα της διαδικασίας και αποφεύγοντας τον κατακερματισμό της, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπήγαγε στις νέες δικονομικές διατάξεις, έστω και σε ορισμένες από αυτές, τις εκκρεμείς υποθέσεις που είχαν ήδη διέλθει κάποιο στάδιο εκδίκασής τους.

Συνεπώς, δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής η υιοθετούμενη από το άρθρο 24 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο το παραδεκτό των ένδικων μέσων, αλλά και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο δέχθηκε την άσκηση από τον αναιρεσίβλητο διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα την από αυτόν εκμίσθωσή του σε τρίτους, χωρίς απόδειξη, αλλά και χωρίς να έχει ταχθεί για το θέμα αυτό απόδειξη.

Από την επισκόπηση, όμως, των προσκομιζόμενων δικογράφων, προκύπτει αφενός ότι για το θέμα της άσκησης από τον αναιρεσίβλητο νομής με διάνοια κυρίου στο εν λόγω ακίνητο και μάλιστα και με την εκμίσθωσή του σε τρίτους, είχε ταχθεί εις βάρος αυτού απόδειξη με την 44/ΤΠ/1994 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση και αφετέρου ότι στην προσβαλλόμενη 9693/1999 οριστική απόφαση του Εφετείου αναφέρονται τα κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, από τα οποία αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Εφετείου, και τα ανωτέρω γεγονότα.

Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ισχυριζόμενη ότι οι σχετικές "παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αποδείχθηκαν ως αληθείς", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ.

β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δε στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά σιωπηρή, συναγόμενη από το περιεχόμενο της απόφασης (ολΑΠ 11/1996, 12/1991). Τέλος, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ορισμένο αποδεικτικό μέσο, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αλλ' ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.

γ΄ λόγος, υπό την προϋπόθεση ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας και αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 (περίπτ.

β΄) του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που προβλήθηκαν από αυτήν, τα οποία συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα της εκ μέρους του άσκησης νομής με διάνοια κυρίου στο περιγραφόμενο στην αγωγή του ακίνητο, καθώς και τα επιχειρήματα που η ίδια πρόβαλε προς υποστήριξη των αρνητικών αυτών ισχυρισμών της και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της δικής της διεκδικητικής της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής και ειδικότερα την εκ μέρους της άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίας στο διεκδικούμενο ακίνητο, καθώς και τα επιχειρήματα που αυτή πρόβαλε προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της.

Επίσης, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1077/25-4-1974 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα. Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η μη λήψη υπόψη των αρνητικών ισχυρισμών, καθώς και των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, που δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το μέρος δε που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τη βάση της αγωγής της, που συνιστούν δηλαδή "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που συγκροτούν τα περιστατικά αυτά και τον απέρριψε κατ' ουσίαν , κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση πράξεων φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίας στο διεκδικούμενο από αυτήν ακίνητο.

Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη της αναφερόμενης σε αυτόν ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα από το Εφετείο. Και υπό την εκδοχή, όμως, ότι με την αιτίαση για μη λήψη υπόψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, που δε φέρεται να δόθηκε ειδικά για να χρησιμεύσει στη συγκεκριμένη δίκη, η αναιρεσείουσα, κατ' ορθή υπαγωγή της αιτίασης αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.

γ΄του ΚΠολΔ, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά το μέρος αυτό, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει την ένορκη αυτή βεβαίωση στο Εφετείο.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).

Η άσκηση νομής συνίσταται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 979 και 980 του ΑΚ, στην άσκηση πράξεων φυσικής εξουσίασης του πράγματος με διάνοια κυρίου, μπορεί δε να γίνεται όχι μόνο αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω άλλου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο νομέας έχει εκμισθώσει το πράγμα, οπότε ασκεί τη νομή του μέσω του μισθωτή, ο οποίος κατέχει το πράγμα στο όνομα του εκμισθωτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης 9693/1999 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με αυτήν το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά συνοπτική παράθεσή τους, πραγματικά περιστατικά : Η επίδικη έκταση βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Γαλαξειδίου (αναιρεσιβλήτου) στη θέση ....

και αποτελείται από δύο αγροτεμάχια 7149,65 τ.μ. και 955,31 τ.μ., που δημιουργήθηκαν από τη διάνοιξη της νέας εθνικής οδού Ναυπάκτου - Ιτέας. Η έκταση αυτή είναι τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου δημοτικού λειβαδιού, το οποίο, λόγω της μορφολογίας του εδάφους του και της άγονης σύστασής του, παραμένει ακαλλιέργητο και εκμισθώνεται από το Δήμο ως βοσκότοπος στους ποιμένες της περιοχής κατόπιν δημοπρασίας.

Εντός του λειβαδιού αυτού υπήρχαν και ιδιωτικοί αγροί, οι οποίοι όμως παρέμεναν ακαλλιέργητοι, με την πάροδο του χρόνου καλύφθηκαν από άγρια βλάστηση και εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους από πολλών ετών, πάντως προ του 1950, οπότε άρχισαν να βόσκουν και σ' αυτούς τα ποίμνιά τους οι κτηνοτρόφοι της περιοχής, οι οποίοι ελάμβαναν τη σχετική άδεια από την Κοινότητα (τότε) Γαλαξειδίου.

Κατά τη διάνοιξη της Ν.Ε.Ο. Ναυπάκτου - Ιτέας το 1970,η οποία διχοτόμησε σε δύο αγροτεμάχια την επίδικη έκταση, η τότε κοινότητα έλαβε τη σχετική αποζημίωση, λόγω απαλλοτριώσεως, και το 1974, όταν η δικαιοπάροχός της ενάγουσας, ....., προσπάθησε ν' ασκήσει πράξεις νομής στα επίδικα τμήματα, με την τοποθέτηση σ' αυτά οροσήμων, η κοινότης Γαλαξειδίου άσκησε εναντίον της αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 28/1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, με την οποία η κοινότητα αναγνωρίσθηκε νομέας των επίδικων τμημάτων, κατά της αποφάσεως δε αυτής η δικαιοπάροχος της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) δεν άσκησε έφεση.

Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από τα παραπάνω παρέπεται ότι τουλάχιστο από το έτος 1950 συνεχώς μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (1993), για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την 20ετία, η πρώην κοινότητα και τώρα Δήμος Γαλαξειδίου, νεμήθηκε συνεχώς και ανενοχλήτως με διάνοια κυρίου, κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, το επίδικο και μετά τη διάνοιξη της Ν.Ε.Ο.

Ναυπάκτου - Ιτέας, τα δύο εδαφικά τμήματά του, που προέκυψαν από αυτή, έτσι ώστε να καταστεί κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) και η δικαιοπάροχος μητέρα της, άσκησαν διακατοχικές πράξεις στα επίδικα αγροτεμάχια και ότι νέμονταν αυτά συνεχώς με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πλέον των 20 ετών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε αυτόν κύριο των προαναφερόμενων δύο τμημάτων ακινήτου, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν τη διεκδικητική της κυριότητας των ίδιων τμημάτων αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή στήριξε την κυριότητά της σε αυτά, σε έκτακτη χρησικτησία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1045, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 974 και 979 του ΑΚ. Ειδικότερα ορθώς έκρινε ότι απέκτησε κυριότητα στα τμήματα ακινήτου ο αναιρεσίβλητος με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι έτη τις παρατιθέμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης αυτών με διάνοια κυρίου, είτε ο ίδιος και η Κοινότητα από την οποία προήλθε, είτε μέσω των μισθωτών στους οποίους τα εκμίσθωνε ως νομέας αυτών και όχι απλώς ασκώντας δικαίωμα διαχείρισης αυτών ως ακινήτων των δημοτών του.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ.- Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, δεν ιδρύεται όταν οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες δεν ανάγονται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις σχετικά με την αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του έχει εξαχθεί από αυτές.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2002 αίτηση της ..... για αναίρεση της 9693/απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των 37/ΤΠ/1997 και 44/ΤΠ/1994 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ