Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting unjust enrichment claim due to invalid public contract execution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The State argued that the company's performance of works constituted unjust enrichment under Article 905 of the Civil Code, claiming the State was unaware of the debt. The court rejected this, ruling that the company's performance was not a voluntary gift but the execution of an invalid contract lacking the required formalities for public tenders. Consequently, the appeal was found baseless, and the State was ordered to pay reduced court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 905 of the Civil Code; The execution of an invalid public contract does not constitute unjust enrichment under Article 905, as it lacks the element of voluntary gratuitous provision and is merely the performance of an unlawful obligation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1921 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1921/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Ε.Α.Ε.Ε.-Υ. τ.-Ο.Υ.Π.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "N.H. S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τόσο κατά της ίδιας ατομικά, όσο και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Π.Ε. Π.Σ. Α.Ε..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φουφόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2974/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, 6550/2019 μη οριστική και 2422/2022 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.1.2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 2422/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος του άλλου, δηλαδή, του φορέα της αξιώσεως, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της ελλείψεως νόμιμης αιτίας και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβαρύνσεως του δικαιούχου.
Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, πραγματούμενη είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ` ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι, επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο (σύμβασης έργου, εργασίας κλπ), ο πλουτισμός είναι αδικαιολόγητος, αυτός δε, που παρέσχε το έργο ή τις υπηρεσίες του δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από τον λήπτη της παροχής την ωφέλεια που αυτός αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 1499/2009).
Στοιχεία της αξίωσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είναι επιβοηθητικής φύσεως, με την έννοια ότι μπορεί ν` ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση (ή από αδικοπραξία) και της αντίστοιχης αγωγής, αποτελούν (α) η δόση της παροχής (παροχή των υπηρεσιών), (β) η συγκεκριμένη αιτία της παροχής και (γ) ο λόγος, για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία, με συνέπεια η παροχή να εμφανίζεται ως νομικά αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο αυτό, εάν με την αγωγή αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, ο ενάγων θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης, που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη, ενώ αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλ.
υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής αυτής βάσης η επίκληση και απόδειξη της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι της ακυρότητας (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 456/2010). Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 791/2018, ΑΠ 1537/2014) και ειδικότερα και στη περίπτωση δημοσίου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 1499/2009).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 του ΑΚ "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει, ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος". Η δικαιολογία του αποκλεισμού με την διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου, συνίσταται στο ότι στη περίπτωσή της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία (ΑΠ 365/2016).
Η έννοια του αχρεωστήτου συνάδει με την ύπαρξη ή μη της υποχρέωσης ενόψει της οποίας ο δότης του πλουτισμού προβαίνει σε καταβολή του. Προκειμένου να υπάρξει καταβολή αχρεώστητης παροχής, θα πρέπει να γίνει καταβολή σε εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία ωστόσο είναι ανύπαρκτη. Ειδικότερα, αχρεώστητη είναι η παροχή στην περίπτωση που η καταβολή γίνεται σε υποχρέωση η οποία δεν γεννήθηκε ποτέ, ή αποσβέστηκε εκ των υστέρων.
Στις περιπτώσεις αυτές το χρέος δεν υπάρχει εξαρχής, ή υπήρχε αρχικά μεν αλλά αποσβέστηκε στη συνέχεια, ή έπαψε να υφίσταται η υποχρέωση. Το τελευταίο συμβαίνει κυρίως στην περίπτωση της ακυρώσιμης δικαιοπραξίας η οποία ακυρώθηκε πριν την καταβολή της παροχής κι ως εκ τούτου η παροχή καταβλήθηκε σε καιρό που το χρέος δεν υφίστατο.
Επίσης, αχρεωστήτως καταβάλλεται παροχή, που τελούσε υπό αίρεση ή προθεσμία, ηρτημένης της αιρέσεως και πριν την παρέλευση της προθεσμίας, εκτός εάν η αίρεση πληρωθεί κι η προθεσμία παρέλθει στο μεσοδιάστημα που μεσολαβεί μετά την καταβολή της και πριν την αναζήτησή της, και τούτο διότι, μέχρι να πληρωθεί η αίρεση και να συμπληρωθεί η προθεσμία η καταβολή γίνεται σε χρέος υφιστάμενο.
Τέλος, αχρεώστητη είναι η καταβολή που γίνεται σε κάθε περίπτωση που ο δότης θα μπορούσε να αντιτάξει κατά του λήπτη της παροχής ενστάσεις ανατρεπτικές, με τις οποίες θα μπορούσε να εμποδίσει οριστικά την αναζήτηση του χρέους από τον λήπτη. Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 905 του ΑΚ απαιτείται όπως η γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής, είναι θετική, πραγματική και εκούσια, δηλαδή, να καλύπτεται από βούληση ελευθεριότητας ή έστω ανταλλακτική βούληση που συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού.
Προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται η έστω από βαρεία αμέλεια άγνοια, ούτε η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και ως εκ τούτου η εκ μέρους του καταβαλλόντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώ αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους έστω και αν στη τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτίαση εκ της οποίας (γνώσεως) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 450/2020, ΑΠ 681/2016) ενώ δεν ενδιαφέρει εάν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του άχρεωστήτου (ΑΠ 2064/2022).
Αποκλεισμός της απαίτησης αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης, ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού, από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου (ΑΚ 174, 180) και συνεπώς η παραπάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση ακύρου, λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόμο τύπου, συμβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου και επομένως και την εκ του λόγου τούτου έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 621/2012, ΑΠ 257/2012).
Η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 1039/2009, ΑΠ 1886/2006). Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (ΟΛΑΠ 29/2002, ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 565/2016) ή προκύπτει γενικότερα από την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς (ΑΠ 1777/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ? ουσία (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Προϋπόθεση συνεπώς του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο, ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 538/2018, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 103/2017, ΑΠ 369/2014).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 27.3.2012 αγωγή, της ήδη αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρείας "Ν. ΑΕ" (η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ") εξετίθετο ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ανέθεσε σ'αυτές άτυπα και με συνοπτικές διαδικασίες, εξ αιτίας κατεπείγοντος, τα έργα που περιγράφονται στην αγωγή, το εργολαβικό αντάλλαγμα των οποίων ανήλθε στο συνολικό ποσό 738.174 ευρώ, πλην ουδέποτε καταβλήθηκε από το αναιρεσείον.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2974/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή, ως προς μεν την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης (σύμβαση έργου) ως μη νόμιμη εξ αιτίας της ακυρότητος της σύμβασης, ελλείψει του ιδιωτικού εγγράφου που ως συστατικός απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ συμβάσεις, με κύρωση στην περίπτωση έλλειψής του την ακυρότητα κατά τα άρθρα 158 και 159 του ΑΚ), ως προς δε, την κριθείσα ως ορισμένη και νόμιμη, επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.
Επί της από 11.12.2018 έφεσης των ηττηθεισών εναγουσών εκδόθηκε κατ' αρχήν η με αριθμό 6550/2019 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν επικληθέντα, πλην μη προσκομισθέντα έγγραφα και ακολούθως η με αριθμό 2422/2022 τελεσίδικη απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου (προσβαλλομένη), η οποία μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και εξέταση κατ' ουσίαν της υπόθεσης, απέρριψε τις ενστάσεις των άρθρων 905 ΑΚ (αποκλεισμού απαίτησης αχρεωστήτου) και 90 παρ.1 ν. 2362/1995 (παραγραφής), έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στις ενάγουσες το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως.
Την κρίση της δε, αυτή, η προσβαλλομένη στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της, που ενδιαφέρουν ειδικώς στον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναίρεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "...Περαιτέρω, με τις προτάσεις του το εναγόμενο-εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει τους πρωτοδίκως προταθέντες με τις προτάσεις του ισχυρισμούς του κατά της αγωγής και συγκεκριμένα :
α) ότι οι αρχικώς ενάγουσες τελούσαν σε γνώση διά των νομίμων εκπροσώπων τους ότι δεν είχε γίνει έγκυρη ανάθεση των επιδίκων έργων (έγγραφη σύμβαση) κατά παράβαση του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, γεγονός που αφενός συνομολογείται ρητά στην αγωγή και αφετέρου συνάγεται και από το γεγονός ότι αμφότερες οι αρχικώς ενάγουσες εταιρείες είχαν συμβληθεί στο άμεσο παρελθόν με το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και τελούσαν σε πλήρη γνώση του πλέγματος των διατάξεων και των διαδικασιών που διέπουν τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών προς το Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός αυτός (καταχρηστική, καταλυτική ένσταση εκ του άρθρου 905 παρ. 1 του ΑΚ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το άρθρο 905 παρ. 1 ΑΚ αφορά μόνο την απαίτηση για την αιτία αχρεωστήτου, δεν πρόκειται δε για καταβολή αχρεωστήτου και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 905 παρ. 1 ΑΚ στην περίπτωση παροχής σε εκτέλεση άκυρης από τη μη τήρηση τύπου (εγγράφου εν προκειμένω)...". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμη την από το άρθρο 905 παρ. 1 του ΑΚ ένσταση του εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 905 του ΑΚ, η οποία δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον η εκτέλεση από την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία των έργων που της ανέθεσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν συνιστά παροχή "αχρεώστητη", όπως η έννοια αυτής αναλυτικώς προεκτέθηκε, παροχή δηλαδή εκούσια, με διάθεση ελευθεριότητας, αλλά παροχή "μη νόμιμη" που έγινε δηλαδή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης έργου, ελλείψει του απαιτουμένου για τις καταρτιζόμενες με το Ελληνικό Δημόσιο τύπου του ιδιωτικού εγγράφου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξ αιτίας εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης του αποκλεισμού της απαίτησης αχρεωστήτου λόγω γνώσεως της αναιρεσίβλητης της ανυπαρξίας του χρέους του (αναιρεσείοντος) είναι αβάσιμος. Εξ άλλου απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ελλιπείς αιτιολογίες συναφώς προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης (αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στη περιγραφή τους αλλά απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Η δικαστική δαπάνη εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζεται μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου Μυρτώ Γερμάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α` 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208/27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.1.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2422/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ