Legislator Case Law & Legislation
1921/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal and stops prosecution due to statute of limitations on fraud conviction.

Case Number 1921/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a fraud conviction, ordering the permanent cessation of criminal proceedings. The defendant argued that the prosecution was time-barred because the deceptive conduct occurred over eight years prior to the trial. The court agreed, ruling that the statute of limitations had expired and the alleged continuous fraud did not extend the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386, 510, 518 of the Criminal Procedure Code; The statute of limitations bars criminal prosecution when the alleged criminal act occurred more than eight years prior to the trial, even if the defendant claims continuous commission of the offense.

Keywords

AI generated
statute of limitations fraud conviction continuous offense criminal procedure permanent cessation Supreme Court public prosecution

Cited Legislation

AI generated
Article 386 of the Criminal Code
Article 510 of the Criminal Procedure Code
Article 518 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1921 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1921/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ1250/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 8068/19.7.2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1170/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης για την πράξη της απάτης, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 8068/ 2019 και από 19.7.2019 αίτηση του Χ. Κ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν ΖΤ 1250/2019 αποφάσεως του Ζ'Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη της αξιοποίνου πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση και, με το ελαφρυντικό της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 84 Π.Κ, της επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία) ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 4.7.2019), από πρόσωπο που ειχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο , κατ' άρθρα 462 περ. β, 463, 465 παρ. 1,2, 473 παρ. 3 , 504 παρ. 1 και 505 προισχύσαντος ΚποινΔ, σε συνδ. με το άρθρο 590 παρ. 1 του νυν ισχύοντος ΚποινΔ ( ν. 4620/ 1.7.2019).Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του προισχύσαντος ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασκόπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Η κατά τα άνω παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενός ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από το δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση "διατήρηση πλάνης" δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί.

Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσοδο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους.

Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ' εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη.

Εξ άλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά τους.

Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλ.

στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκληθείσα πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του.

Συνακολούθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέα πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος (ΟλΑΠ 3/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα, με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία, αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκείας κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι, πέραν των τριών ετών.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΓΙΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑ ΑΠ 2/2011,Ολ ΑΠ 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ έφεση, Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη Ζ Τ 1250/ 2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ" είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η κατηγορουμένη, με την από 04-10-2005 αίτησή της προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων της ..., συνυπέβαλε ως δικαιολογητικό το από 18-10-1997 αποδεικτικό απόλυσης από το …. Λύκειο ….., το οποίο ήταν εξ υπαρχής πλαστό, προκειμένου να μεταταχθεί σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας και δη από ΥΕ Επιμελητών σε ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού, όπως και έγινε, γεγονός που είχε ως συνέπεια την λήψη από αυτήν μεγαλύτερων αποδοχών, βάσει πλέον του νέου ανώτερου κλάδου στο οποίο μετατάχθηκε.

Κατά δε το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του έτους 2010 έως τον Ιούνιο του 2015, εισέπραξε τις παρακάτω μεγαλύτερες αποδοχές, και δη τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2010 εισέπραξε το ποσό των 2.851,86 ευρώ αντί για το ποσό των 2.504,71 ευρώ, το έτος 2011 εισέπραξε το ποσό των 16.919,08 ευρώ αντί για το ποσό των 14.964,64 ευρώ, το έτος 2012 εισέπραξε το ποσό των 16.926,22 ευρώ αντί για το ποσό των 12.790,77 ευρώ, το έτος 2013 εισέπραξε το ποσό των 14.509,40 ευρώ αντί για το ποσό των 12.172,65 ευρώ, το έτος 2014 εισέπραξε το ποσό των 13.533,41 ευρώ αντί για το ποσό των 11.302,38 ευρώ, και από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του έτους 2015 εισέπραξε το ποσό των 5.188,50 ευρώ αντί για το ποσό των 4.360,35 ευρώ, και συνολικά για το άνω διάστημα αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 11.832,97 ευρώ και όχι 9.832,97 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο, προφανώς από παραδρομή από εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό των επιμέρους ποσών, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του Δημοσίου, η δε ζημία του Δημοσίου δεν αντισταθμίστηκε από την αντιπαροχή της εργασίας της, καθόσον η αντιπαροχή δεν ήταν νόμιμη.

Με την εν λόγω συμπεριφορά της, η κατηγορουμένη διέπραξε το αδίκημα της απάτης με παρασιώπηση, δηλαδή με παράλειψη ανακοίνωσης εκ μέρους της του αληθινού γεγονότος ότι το συνυποβαλλόμενο απολυτήριο της, το οποίο είχε χρησιμοποιήσει για την μετάταξή της σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας, ήταν πλαστό και ότι δεν δικαιούτο έτσι την μετάταξή της και τις συνεπαγόμενες αυτής μεγαλύτερες αποδοχές, έχουσα δε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί στην ανακοίνωση αυτή, καθόσον από την προηγούμενη παράνομη ενέργειά της να χρησιμοποιήσει το πλαστό απολυτήριο, δημιουργήθηκε και ο κίνδυνος επέλευσης του αποτελέσματος, δηλαδή η μετάταξή της σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας και η είσπραξη από αυτήν μεγαλύτερων αποδοχών.

Η παρασιώπησή της αυτή ήταν εξακολουθητική, δηλαδή η αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πληρώθηκε αντίστοιχες φορές κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση για τον παθόντα, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, δηλαδή κάθε πράξη καταβολής από το Δημόσιο των μεγαλύτερων αποδοχών βάσει του ανώτερου κλάδου στο οποίο μετατάχθηκε η κατηγορούμενη κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του έτους 2010 έως τον Ιούνιο του έτους 2015, ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του, η οποία προκλήθηκε από χωριστή κάθε φορά απατηλή συμπεριφορά της κατηγορούμενης, η οποία παρέλειπε να ανακοινώνει σε αυτό, κάθε φορά που ελάμβανε τον μηνιαίο μισθό της, το αληθινό γεγονός της πλαστότητας του παραπάνω τίτλου σπουδών της, παρότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η απάτη έχει διαπραχθεί άπαξ την 04-10-2005 και συνεπώς έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, αφενός, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της μερικότερης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 14-11-2010 μέχρι 15-03-2011, καθόσον έχει υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης μέχρι την δημοσίευση της παρούσας έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας (άρθρα 111,112 και 113 ΠΚ) και έτσι εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο αυτής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, αφετέρου, να κηρυχθεί ένοχη με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, το οποίο της είχε χορηγηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενόψει του ότι απαγορεύεται να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου (άρθρο 470 ΚΠΔ), για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα και δη από 16-03-2011 μέχρι Ιούνιο του έτους 2015, συνιστάμενης της πράξης στα ως άνω αναφερόμενα περιστατικά και δη ότι στην ….

το άνω χρονικό διάστημα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, παρασιώπησε το γεγονός ότι ήταν πλαστό το παραπάνω αναφερόμενο αποδεικτικό απόλυσης που το είχε συνυποβάλλει ως δικαιολογητικό με την ως αίτησή της προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων της ..., προκειμένου να μεταχθεί σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας, ήτοι από τον κλάδο ΥΕ Επιμελητών στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού, και ότι έτσι εισέπραξε μεγαλύτερες αποδοχές μισθοδοσίας και δη α) για το χρονικό διάστημα από 16-03-2011 μέχρι 31-12-2011 το τεκμαιρόμενο αναντίρρητα ποσό των 1.409,92 ευρώ μηνιαίως (16.919,08 ευρώ ετησίως: 12 μήνες), ήτοι το ποσό των 704,96 ευρώ για το υπόλοιπο μισό του μηνός Μαρτίου 2011, καθόσον το πρώτο δεκαπενθήμερο έχει παραγραφεί (1.409,92 ευρώ μηνιαίως Χ 1/2) και 12.689,28 ευρώ για τους υπόλοιπους 9 μήνες του 2011 (1.409,92 ευρώ μηνιαίως Χ 9 μήνες), ήτοι εισέπραξε το συνολικό ποσό των 13.394,24 ευρώ (704,96 +12.689,28 ευρώ), αντί του ποσού των 1.247,05 ευρώ μηνιαίως (14.964,64 ευρώ ετησίως: 12 μήνες), και συνολικά 11.846,97 ευρώ [(1.247,05 ευρώ μηνιαίως Χ 9 μήνες (Απρίλιο μέχρι και Δεκέμβριο 2011) =11.223,45 ευρώ) + 623,52 ευρώ για το υπόλοιπο μισό του μηνός Μαρτίου 2011 (1.247,05 ευρώ μηνιαίως Χ1/2)], β) για το έτος 2012 το ποσό των 16.926,22 ευρώ αντί του ποσό των 12.790,77 ευρώ, γ) το έτος 2013 το ποσό των 14.509,40 ευρώ αντί για το ποσό των 12.172,65 ευρώ, δ) το έτος 2014 το ποσό των 13.533,41 ευρώ αντί για το ποσό των 11.302,38 ευρώ, και ε) από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του έτους 2015 το ποσό των 5.188,50 ευρώ αντί για το ποσό των 4.360,35 ευρώ, και συνολικά για το άνω διάστημα αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 11.078,65 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του Δημοσίου".

Ακολούθως, η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχη, με το ελαφρ. της περ. 5'της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, των κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα του ότι: "από 16.03.2011 μέχρι Ιούνιο του έτους 2015, τέλεσε κατ' εξακολούθηση απάτη συνιστάμενη στα ως άνω αναφερόμενα περιστατικά και δη ότι στην … το άνω χρονικό διάστημα με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος παρασιώπησε το γεγονός ότι ήταν πλαστό το από 18-10-1997 αποδεικτικό απόλυσης από το …. Λύκειο …., το οποίο είχε συνυποβάλλει ως δικαιολογητικό με την από 04-10-2005 αίτησή της προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων της ..., προκειμένου να μεταχθεί σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας και δη από τον κλάδο ΥΕ Επιμελητών στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού και ότι έτσι εισέπραξε τις μεγαλύτερες αποδοχές μισθοδοσίας και δη από 16-03-2011 μέχρι 31-12-2011, το ποσό των 13.394,24 ευρώ αντί του ποσού των 11.846,97 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 16.926,22 ευρώ αντί του ποσού των 12.970,77 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 14.509,40 ευρώ αντί για το ποσό των 12.172,65 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 13.533,41 ευρώ αντί για το ποσό των 11.302,38 ευρώ και από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του έτους 2015 το ποσό των 5.188,50 ευρώ, αντί για το ποσό των 4.360,35 ευρώ και συνολικά για το άνω διάστημα αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 11.078,65 ευρώ, βλάπτοντας, αντίστοιχα την περιουσία του Δημοσίου".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1 και 98 του ΠΚ. Ειδικότερα, δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης της πλημμεληματικής απάτης, για την οποία καταδίκασε την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα, το χρονικό διάστημα από την 16-3-2011 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2015, που ήταν χρόνος κατά τον οποίο, από την εκ μέρους της αθέμιτη παρασιώπηση της αλήθειας, επήλθε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο με την καταβολή από το τελευταίο σ' αυτή του συνολικού ποσού των 11.078,65 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη διαφορά των μηνιαίων μισθών της, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, λόγω της μετάταξής της από τον κλάδο ΥΕ Επιμελητών στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού κατά το ποσό δε αυτό ωφελήθηκε η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο παρείχε την εργασία της.

Ο αληθής, όμως, χρόνος τέλεσης της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, ήταν η 4-10-2005, κατά την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη υπέβαλε στα αρμόδια όργανα (Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων της ……) τον επίδικο πλαστό τίτλο σπουδών (αποδεικτικό απόλυσης από το ….

Λύκειο …..) από τη προσκόμιση του οποίου, που επιβεβαίωνε τις ψευδείς παραστάσεις αυτής, παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι και προέβησαν έκτοτε στην ανωτέρω μετάταξη . Η απατηλή της δηλαδή συμπεριφορά, με βάση τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκδηλώθηκε άπαξ στις4-10-2005, οπότε τελέστηκε η πράξη της απάτης με θετική ενέργεια και όχι εξακολουθητικά, με την παρασιώπηση της αλήθειας μετά τη μετάταξή της, οπότε εκδηλώθηκαν οι επιζήμιες για το Ελληνικό Δημόσιο συνέπειες της αξιόποινης πράξης της, αφού, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, μετά την αρχικώς προκληθείσα πλάνη δε θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργείται υποχρέωση της αναιρεσείουσας να άρει την έχουσα ήδη επέλθει πλάνη που οδήγησε στις διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος στο οποίο η τελευταία απέβλεπε με την άπαξ εκδηλωθείσα απατηλή συμπεριφορά της, ώστε να στοιχειοθετείται η κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχη με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, εφόσον η απατηλή πλημμεληματική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, εκδηλώθηκε στις 4-10-2005 και έκτοτε μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, στις 15-3-2019 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών και επομένως είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο της, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη της τελευταίας, δεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό της, πέραν του ότι η παραγραφή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386 παρ. Ια', 98 και 111,112 και 113 του ΠΚ , είναι βάσιμος, πρέπει δε, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της τελευταίας, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (σχ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΖΤ1250/2019 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά της αναιρεσείουσας Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., ποινική δίωξη για το ότι: "από 16.03.2011 μέχρι Ιούνιο του έτους 2015, στην …. το άνω χρονικό διάστημα με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος τέλεσε κατ' εξακολούθηση απάτη, ήτοι παρασιώπησε το γεγονός ότι ήταν πλαστό το από 18.10.1997 αποδεικτικό απόλυσης από το …. Λύκειο ….., το οποίο είχε συνυποβάλλει ως δικαιολογητικό με την από 04-10-2005 αίτησή της προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Υπαλλήλων της …., προκειμένου να μεταχθεί σε κλάδο ανώτερης κατηγορίας και δη από τον κλάδο ΥΕ Επιμελητών στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού και ότι έτσι εισέπραξε τις μεγαλύτερες αποδοχές μισθοδοσίας και δη από 16-03-2011 μέχρι 31-12-2011, το ποσό των 13.394,24 ευρώ αντί του ποσού των 11.846,97 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 16.926,22 ευρώ αντί του ποσού των 12.970,77 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 14.509,40 ευρώ αντί για το ποσό των 12.172,65 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 13.533,41 ευρώ αντί για το ποσό των 11.302,38 ευρώ και από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του έτους 2015 το ποσό των 5.188,50 ευρώ αντί για το ποσό των 4.360,35 ευρώ και συνολικά για το άνω διάστημα αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 11.078,65 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του Δημοσίου".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ