Supreme Court dismisses appeal on procedural inadmissibility and statute of limitations grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued procedural errors and a violation of the statute of limitations, but the court found these claims baseless. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 73(5) of the Code of Civil Procedure; The appeal on inadmissibility covers only procedural defects, while substantive statute of limitations issues are barred by the six-month limitation period unless interrupted by specific procedural acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1921 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1921/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή Αρεοπαγίτη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Γ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. - Ά. Χ., το γένος Χ. Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριλένα Διαμαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4906/2009 του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε καθ’ ύλην αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, 161/2013 του Εφετείου Πειραιώς, 999/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 722/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ. 2/2001).
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ. 640, 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ. 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ. 371/08, 370/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης".
Κατά την σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δυο, ως άνω, συμπλεκτικώς αναφερόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποιήσεως στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την οριζομένη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της εφέσεως.
Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου να γίνει εντός της ρηθείσης προθεσμίας (Ολ ΑΠ 33/1990, ΑΠ 659/2005, 611/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, συνομολογείται άλλωστε και από τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος άσκησε κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως πρόσθετους λόγους, με δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Εφετείου με αριθμ. εκθ. κατ. ...-5-2014 και ...-6-2014, τα οποία όμως δεν κοινοποιήθηκαν στην εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, και για το λόγο αυτό το Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτους τους προσθέτους λόγους εφέσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε, ως απαραδέκτους ασκηθέντες προσθέτους λόγους, καθόσον η μη κοινοποίηση δεν αποτελεί πράξη ασκήσεως αυτών αλλά προϋπόθεση του παραδεκτού της συζητήσεως τους, είναι αβάσιμος.
Η προβλεπομένη από το άρθρο 73 παρ. 4 ΕισΝ. Κ.Πολ.Δ. αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται, μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών. Στις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 της ιδίας διατάξεως, όπως η πρώτη από αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας", ορίζεται ακόμη ότι Α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδ.1 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα Β) στην αγωγή επισυνάπτονται α) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.
Και Γ) Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων (όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο). Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται προϋποθέσεις που διαφοροποιούν την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου από την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη.
Η διαφοροποίηση δε αυτή, δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύονται από την ανάγκη όπως οι δικηγόροι , ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί (άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/54) ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική τους καταδίωξη δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από απόψεως βαθμού υπαιτιότητας, όσο και από απόψεως χρόνου και δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της σχετικής αγωγής.
Ο περιορισμός όμως που τίθεται με την προδιαληφθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 73 ως προς τον χρόνο ενάρξεως της θεσπιζόμενης εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, ο οποίος ταυτίζεται προς τον χρόνο εκδηλώσεως της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου, είναι υπερβολικός και δεν συνάδει προς την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι μπορεί να επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος του εντολέως πριν αυτός λάβει γνώση της συμπεριφοράς του δικηγόρου του.
Συνεπώς, αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος κατά τον οποίον ο εντολέας έλαβε γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του εντολέως του. (Ολ. ΑΠ 18/1999, 20/2000, ΑΠ.1892/2014, 1057/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις κατατεθείσες ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου έγγραφες προτάσεις της εξέθεσε ότι, μετά τον τραυματισμό της από τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη στις 19-4-2000 και για το οποίο αποκλειστικώς υπαίτιος ήταν ο Ν.
Γ., γνώρισε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο, ο οποίος ήταν συνήγορος υπερασπίσεως του τελευταίου στην ποινική δίκη για τη σωματική της βλάβη από αμέλεια παρά υποχρέου. Ειδικότερα, ο εναγόμενος την προσέγγισε προκειμένου να αναλάβει τη δικαστική διεκδίκηση της αποζημιώσεώς της από την υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία και αυτή αποδέχθηκε την πρότασή του.
Έτσι ο εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 12-3-2004 αγωγή αποζημιώσεως συνολικού ύψους 89.800 ευρώ, την οποία απηύθυνε κατά του Ν. Γ., της εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" και της εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...". Ακολούθως αυτή υπέγραψε, καθ’ υπόδειξη του εναγομένου και χωρίς να το αναγνώσει το υπ’ αριθμ. .../2004 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ.
Π., με το οποίο διόριζε αυτόν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο και του παρείχε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να προβεί σε εξώδικο συμβιβασμό με την ως άνω εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "..." με τους όρους και συμφωνίες που επιθυμούσε και να εισπράξει το σχετικό ποσό αποζημιώσεως. Την 30-6-2004 ο εναγόμενος, χωρίς να την ενημερώσει σχετικώς, προέβη στη σύναψη εξώδικου συμβιβασμού, και εισέπραξε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των 30.000 ευρώ, υπέγραψε δε με τους νομίμους εκπροσώπους της τελευταίας "εξοφλητική απόδειξη 30.000 ευρώ-Δήλωση-Πρακτικό συμβιβασμού και παραίτηση".
Έκτοτε, ο εναγόμενος απέφευγε την επικοινωνία μαζί της, η οποία μετά παρέλευση τριών ετών και συγκεκριμένα το Νοέμβριο του έτους 2006, προσερχομένη στα γραφεία της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο εναγόμενος είχε εισπράξει το προαναφερθέν χρηματικό ποσό και είχε υπογράψει το σχετικό έγγραφο.
Το ποσό δε τούτο, παρά τις επανειλημμένες έκτοτε οχλήσεις της, ο εναγόμενος αρνείται να της το αποδώσει. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις της αδικοπραξίας και επικουρικώς του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει νομιμοτόκως το οφειλόμενο, ως άνω, χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, και επί πλέον ίδιο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπραξία.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ’ αριθμ. 4906/2009 απόφασή του, κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο, κρίνοντας ότι συνιστά αγωγή κακοδικίας, την οποία και παρέπεμψε στο καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσης κατ’ αυτής από την ενάγουσα εφέσεως με την υπ’ αριθμ. 161/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Ακολούθως η αγωγή εισήχθη προς συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την από 22-7-2013 κλήση της ενάγουσας, στην οποία ανεγράφησαν, προς συμπλήρωση της αγωγής, τα έγγραφα, που η ενάγουσα επικαλέσθηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών της τα οποία και επισύναψε στην κλήση μαζί με το ειδικό πληρεξούσιο προς την υπογράφουσα αυτήν δικηγόρο της, κατ’ εφαρμογήν των ορισμών του άρθρου 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, έγινε δε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 31.500 ευρώ, η ασκηθείσα δε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση του εναγομένου απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος δεχόμενο ότι "...όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής, σ’ αυτήν διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των απαραίτητων γεγονότων για την ορισμένη κατά τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ. θεμελίωσή της... καθώς και όλων των επιπλέον στοιχείων που αξιώνει προς τούτο το άρθρο 73 παρ. 2, 3 και 4 του ΕισΝ ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, εκτίθενται με πληρότητα οι λόγοι, οποίοι στηρίζουν την αποζημιωτική αξίωση της ενάγουσας, ήτοι η πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας στην ενάγουσα εντολέα, η υπαιτιότητα του εναγόμενου, καθώς και τα περιστατικά που στοιχειοθετούν ευθέως την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου και της προκληθείσας εξ αυτής περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας.
Επίσης, αναγράφονται στην αγωγή με ακρίβεια τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλείται για την απόδειξή της η ενάγουσα. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή πληροί τις δικονομικές προϋποθέσεις του άρθρου 73 ΕισΝ ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, μετά την κατά τα άνω τελεσίδικη παραπομπή η ενάγουσα επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την από 22-7-2013 κλήση της, στην οποία αναγράφηκαν τα αποδεικτικά έγγραφα, που επικαλείτο η ενάγουσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της, και στην οποία επισυνάφθηκαν τα τελευταία, όπως και το ειδικό πληρεξούσιο προς την υπογράφουσα την κλήση πληρεξούσια δικηγόρο της κατ εφαρμογή των ορισμών της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 73 ΕισΝ ΚΠολΔ.
Με την κατά τα άνω επισύναψη στην προαναφερθείσα κλήση των επικαλούμενων αποδεικτικών εγγράφων, όπως και του ως άνω ειδικού πληρεξούσιου πληρούται το γράμμα και ο σκοπός της προπαρατεθείσας διάταξης, σημειουμένου ότι αντίθετη κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή κρίση περί ακυρότητας και απαραδέκτου της αγωγής θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, που θα κατέλυαν το δικαίωμα της ενάγουσας σε παροχή έννομης προστασίας, καθώς όπως ήδη έχει αναφερθεί η υπό κρίση αγωγή επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, αλλά, όμως, κρίθηκε ότι αποτελεί αγωγή κακοδικίας με τη με αρ. 4906/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτική διαδικασία) και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του αρμοδίου καθύλη και κατά τόπο δικαστηρίου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, τα όσα υποστηρίζει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του περί αοριστίας και απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ, κρίνοντας ορισμένη την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου υπό στοιχείο vι λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη του ισχυρισμού του περί αοριστίας της αγωγής, λόγω μη προσδιορισμού σ’ αυτήν του τρόπου και χρόνου, κατά τον οποίο η ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε παρ’ αυτού την απόδοση των εισπραχθέντων χρημάτων, (υπονοώντας πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.) είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή, όπως ήδη είχε συμπληρωθεί (ως προς τα αποδεικτικά μέσα) και διορθωθεί με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης κατά την αρχική ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτησή της, μετά την διαδικαστική διαδρομή που διήνυσε, παραδεκτώς συμπληρώθηκε ως προς τις δικονομικές προϋποθέσεις του άρθρου 73 παρ. 2 και 3 του ΕσΝ ΚΠολΔ (αναφορά και επισύναψη αποδεικτικών μέσων και ειδικού πληρεξουσίου) με την από 22-7-2013 κλήση της αναιρεσίβλητης με την οποία εισήχθη στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο τελεσιδίκως ως αγωγή κακοδικίας παραπέμφθηκε, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, ούτε έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα.
Τούτο δε, διότι η ανωτέρω συμπλήρωση δεν αντίκειται στο σκοπό θεσπίσεως των αντιστοίχων δικονομικών προϋποθέσεων, που είναι, κατά τα προλεχθέντα, η ανάγκη περιορισμού, κατά το δυνατόν, αλλά και επισπεύσεως των κατά των δικηγόρων δικαστικών διώξεων, ώστε αυτοί να επιδίδονται απερίσπαστοι στην άσκηση των καθηκόντων τους ως αμίσθων δημοσίων λειτουργών, απαποφεύγοντες την εμπλοκή σε άσκοπους και μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες.
Επομένως οι περί αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (II, III και IV) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβλλομένη απόφαση αντιστοίχως αιτιάσεις από τους αριθμούς 14, 11 και 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι αβάσιμοι.
Από την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 73 παρ.5 του ΕισΝ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων, προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν τάσσεται αποσβεστική προθεσμία , όπως νοείται στα άρθρα 279, 280 του Α.Κ., και όχι παραγραφή της αξιώσεως.
Όταν ορίζεται δε για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, της οποίας η παραμέληση συνεπάγεται την απώλεια αυτού, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία αυτή, συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος, με τη συνέπεια ότι, εκπληρουμένου του σκοπού για τον οποίο τέθηκε η εν λόγω προθεσμία και ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας που προκλήθηκε με την προσβολή του δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία, ενόψει και του άρθρου 279 του ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 261 εδ.
β’ του αυτού Κώδικος, κατά την οποία η παραγραφή της αξιώσεως που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ. 194/2012, 1325/2011, 1307/2006, 1217/2004). Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση (χωρίς να προσάπτει συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια, αλλ’ υπονοώντας προφανώς την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
τοιαύτη), διότι, δεν κήρυξε αυτεπαγγέλτως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 261 εδ. β’ Α.Κ. αποσβεσθείσα την αξίωση της αναιρεσίβλητης, μολονότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, μεταξύ διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων, μεσολάβησε χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των έξι μηνών, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο τελευταίος, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση του Α. Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 722/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης και του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως αποχωρησάντων από την υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ