Legislator Case Law & Legislation
1921/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on abuse of right and unjust enrichment regarding property disputes.

Case Number 1921/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals challenging a First Instance Court decision on property rights. The appellant argued the lower court erred in applying the principle of good faith and unjust enrichment to the appellant's claim for damages. The court found the lower court's reasoning sound, noting the appellant's prolonged inaction despite knowledge of the respondent's use of the property. Consequently, the appeals were rejected, and court costs were shared equally between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 281 of the Civil Code; The court held that a claim for damages is barred if the plaintiff's delay in asserting their right is attributable to their own negligence or inaction, constituting an abuse of the right under the principles of good faith and social utility.

Keywords

AI generated
abuse of right unjust enrichment good faith property dispute civil procedure delayed claim court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 246 and 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 paragraph 1 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 904 and 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1921 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1921/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος - Β. αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Ε., 2. Ε. Μ. του Γ. και 3. Ν. Μ. του Γ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτη Γρύλλη.

Α. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Γρύλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι α και β αναιρεσείοντες με τις από 1-4-2011 και 29-3-2011 δύο αιτήσεις τους, αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε τις από 25-1-2013 έκθεσή του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενης αιτήσεων.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 1-4-2011 και 29-3-2011 αιτήσεις αναιρέσεως. με αίτημα αμφοτέρων την αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και συνεκδίκασε τις από 28-1-2003 και 12-2-2003 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 267/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Με την απόφαση αυτή είχαν γίνει μερικώς δεκτές η από 17-2-1998 αγωγή του Γ. Ε. Μ. και των τέκνων του Ε.

και Ν., καθώς και η ανταγωγή που είχε ασκήσει με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ο Κ. Κ., και ενώ προηγουμένως είχαν εκδοθεί αρχικά η 62/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του Γ. Μ. με βάση τη διοίκηση αλλοτρίων και επικουρικά από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κατά λοιπά διατάχθηκαν αποδείξεις, και στη συνέχεια η 280/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί των ελαττωμάτων του ενδίκου έργου.

Επί των αντιθέτων εφέσεων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε αρχικά η 179/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία τις δέχθηκε και κατ' ουσίαν, και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα ορισμένα αγωγικά κονδύλια, πέραν των όσων είχαν απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος τόσο την αγωγή όσο και την ανταγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Κρήτης άσκησε αίτηση αναιρέσεως ο εναγόμενος Κ. Κ., η οποία και έγινε μερικώς δεκτή με την 383/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς ορισμένα κεφάλαια της αγωγής, ενώ απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούσαν στην ανταγωγή, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε αρχικά την 29/2008 απόφαση, με την οποία, συμμορφούμενο με την αναιρετική, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως ως προς τα τέκνα του αναιρεσίβλητου Γ. Μ., χωρίς να διαλάβει διάταξη στο διατακτικό, καθώς και την κύρια βάση από τη διοίκηση αλλοτρίων και διέταξε αποδείξεις ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την οποία δεν είχαν διεξαχθεί αποδείξεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 32/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά επί των εφέσεων, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να αποδείξει ο εναγόμενος Κ. Κ. το περιεχόμενο των ενστάσεών του περί συμβάσεως χρησιδανείου και καταχρήσεως δικαιώματος, που τις είχε απορρίψει ως μη νόμιμες η 29/2008 απόφαση, χωρίς πάντως να την ανακαλέσει. Τελικά εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ανακάλεσε την 29/2008 απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου - αναιρεσείοντος, δέχθηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την 267/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή με ρητή διάταξη ως προς τα τέκνα του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου Γ. Μ. και ως προς τον ίδιο για ορισμένα κεφάλαια, πέραν των όσων είχαν απορριφθεί με προηγούμενες αποφάσεις, και τη δέχθηκε κατά ένα μέρος και στην ουσία, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Κ. Κ. να του καταβάλει το ποσόν των 10.036,68 ευρώ νομιμοτόκως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 β' ΚΠολΔ: "Έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τo πιο πάνω ένδικο μέσο, ιδίως όταν οι αξιώσεις που υποβλήθηκαν, τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξάρτησης, δηλαδή η μία είναι παρεπόμενη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΑΠ 409/2009).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.3 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι με την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης, θεωρούνται ως συνεκκληθείσες και όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς κατ' αυτών. Αν όμως η προεκδοθείσα απόφαση περιέχει και οριστικές διατάξεις, όπως η απόρριψη αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, κυρίου ή παρεπομένου, δεν θεωρείται ως συνεκκληθείσα και η προεκδοθείσα εν μέρει οριστική απόφαση, εκτός αν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης και προβάλλονται λόγοι έφεσης που αφορούν τις οριστικές αυτής διατάξεις (ΑΠ 1823/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Η ρύθμιση της διατάξεως αυτής δικαιολογείται από το γεγονός ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής οριοθετείται από δύο, κατά βάση, διατάξεις:

Αφενός μεν από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, και αφετέρου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Προϋπόθεση του σχετικού απαραδέκτου είναι ότι το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει σ' αυτό. Συντρέχει δε το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής με το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί η λύση που δόθηκε από την τελευταία απόφαση είναι εσφαλμένη.

Αντιθέτως, το απαράδεκτο δεν συντρέχει, αν το δικαστήριο της παραπομπής παρεξέκλινε από τη λύση που έδωσε ως προς το νομικό ζήτημα η απόφαση του Αρείου Πάγου.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 17-2-1998 αγωγή τους ο Γ. Μ. και τα τέκνα του Ε. και Ν., επικαλούμενοι σύμβαση έργου του πρώτου με τον αναιρεσείοντα, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την ανέγερση οικοδομής μέχρι το στάδιο του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο του πρώτου, ζητούσαν την αποκατάσταση ελαττωμάτων της οικοδομής στα κοινόχρηστα μέρη και στα διαμερίσματα που έλαβαν, την κατάπτωση ποινικής ρήτρας λόγω εκπρόθεσμης παραδόσεως του έργου, την άρση αυθαίρετης κατασκευής σε όμορο οικόπεδο του πρώτου και την υποχρέωση καταβολής ποσού 20.658.000 δρχ.

για την αυθαίρετη εκ μέρους του αναιρεσείοντος χρήση των διαμερισμάτων της οικοδομής πριν την παράδοση σ' αυτόν της νομής τους, κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, διαφορετικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την 62/2000 μερικώς οριστική και μερικώς παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνεκδικάσθηκε η αγωγή με την ανταγωγή, που είχε ασκήσει ο εναγόμενος - αναιρεσείων με τις προτάσεις, απορρίφθηκε η αξίωση καταβολής του ποσού των 20.658.000 δρχ.

κατά μεν την κύρια βάση της περί διοικήσεως αλλοτρίων ως μη νόμιμη, κατά δε την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως απαράδεκτη, ως προς δε τα λοιπά αιτήματα τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος των εναγόντων και του εναγομένου για τα ουσιώδη και αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής και της ανταγωγής, αντίστοιχα.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 280/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και τέλος η 267/2002 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν ορισμένα κονδύλια της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμα και κατά τα λοιπά έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και η ανταγωγή, κατά τις ειδικότερες σ' αυτήν διατάξεις.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος Γ. Μ. και τα τέκνα του άσκησαν έφεση, στο 10ο λόγο της οποίας αναφέρουν κατά λέξη: "η εκκαλουμένη εσφαλμένα και χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία απέρριψε σιγή το αίτημα του πρώτου από εμάς να του αποδώσει ο αντίδικος ό,τι απέκτησε από την παράνομη εκμίσθωση και ιδιοκατοίκηση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής για τα έτη 1996 και 1997, τα οποία συνεχίζει ως σήμερα να εκμισθώνει και να ιδιοκατοικεί".

Με την 179/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί της ως άνω εφέσεως, έγινε δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλην όμως με την 383/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως του εναγομένου - εφεσιβλήτου, αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση, επειδή, μεταξύ άλλων, είχε δεχθεί τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να έχουν διαταχθεί αποδείξεις.

Ειδικότερα, η απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα τούτο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Τοιουτοτρόπως κρίνασα η πληττομένη απόφαση, α) ..., β) ..., γ) εδέχθη το αίτημα εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού για το ποσόν των ευρώ 51.850, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη της αμφισβητηθείσης βάσεώς του, ήτοι του μεγέθους της ωφελείας, την οποία αδικαιολογήτως επορίσθη ο αναιρεσείων, διά της χρήσεως και εκμισθώσεως των μη εχουσών παραδοθεί σ' αυτόν κατά τον κρίσιμο χρόνο οριζοντίων ιδιοκτησιών της "αντιπαροχής" του (και μάλιστα χωρίς να έχει απορρίψει προηγουμένως την εκ της διοικήσεως αλλοτρίων κυρία βάση του αιτήματος αυτού, που είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο διά λόγου της σχετικής εφέσεως του πρώτου των εναγόντων - εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων).

Επομένως, πρέπει ... να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο πρέπει ... να λάβει υπόψη και την επιβεβλημένη σειρά εξετάσεως των προαναφερθεισών βάσεων του ανωτέρω υπό γ) αιτήματος του πρώτου των εναγόντων, κυρίας εκ της διοικήσεως αλλοτρίων και επιβοηθητικής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού".

Ήδη με την προσβαλλόμενη απόφαση η αξίωση αυτή του ενάγοντος έγινε μερικώς δεκτή, και συγκεκριμένα για ένα μόνο διαμέρισμα, το οποίο όφειλε ο εναγόμενος - αναιρεσείων να του μεταβιβάσει ως αντάλλαγμα για τις εργασίες αποπερατώσεως των άλλων δύο διαμερισμάτων της αντιπαροχής, τα οποία ο πρώτος ενάγων κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου μεταβίβασε στα τέκνα του Ε.

και Ν.. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, τίθενται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ζήτημα παραδεκτού της από 12-2-2003 εφέσεως του αναιρεσίβλητου και των τέκνων του ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο ως προς το εμπρόθεσμο αυτής όσο και ως προς το αν η 62/2000 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει τη βάση αυτή της αγωγής, συνεξεκλήθη με την οριστική απόφαση, που εκδόθηκε επί της αγωγής και της ανταγωγής, δεδομένου ότι η εν λόγω έφεση δεν στρεφόταν ρητά κατά της ως άνω αποφάσεως.

Κατόπιν τούτου και κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και σε συνδυασμό με τα όσα δέχθηκε η 383/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και συγκεκριμένα περί μεταβιβάσεως του αιτήματος αυτού στο Εφετείο με λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου και περί υποχρεώσεως του δικαστηρίου της παραπομπής να λάβει υπόψη και την επιβεβλημένη σειρά εξετάσεως των αγωγικών βάσεων, κυρίας εκ της διοικήσεως αλλοτρίων και επιβοηθητικής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Η 62/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ήταν εν μέρει οριστική ως προς τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, αφού πλην της οριστικής διατάξεως για την απόρριψη του αιτήματος για την καταβολή ποσού 20.658.000 δρχ. από την παράνομη εκμίσθωση και ιδιοκατοίκηση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής, τάχθηκαν σε βάρος του θέματα αποδείξεως σχετικά με τις λοιπές αξιώσεις του από τη σύμβαση έργου στο αυτό ακίνητο, και ως εκ τούτου η απόφαση δεν υπέκειτο σε έφεση, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση και ως προς τις αξιώσεις του αυτές.

Και αυτό ανεξαρτήτως του αν υφίσταται συνάφεια μεταξύ της αξιώσεώς του που κρίθηκε οριστικά και εκείνων για τις οποίες διατάχθηκαν αποδείξεις και παρέμειναν εκκρεμείς, εφόσον δεν περατώθηκε και ως προς αυτές η δίκη. Ακριβώς για το λόγο αυτό με την ως άνω απόφασή του ο Άρειος Πάγος εμμέσως πλην σαφώς δέχθηκε ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου Γ.

Μ. ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ήταν εμπρόθεσμη και ότι μεταβιβάσθηκε με αυτήν στο εφετείο η σχετική αξίωση, οι παραδοχές δε αυτές δέσμευαν το δικαστήριο της παραπομπής ως προς αμφότερα τα ζητήματα, το δικαστήριο δε εκείνο, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, έκρινε ότι η επίδοση στις 2-10-2000 της 62/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου στον αναιρεσίβλητο δεν αφετηρίασε την 30ήμερη προθεσμία της εφέσεως, ώστε να καταστεί η εν λόγω απόφαση τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση των 30 ημερών και να παραχθεί δεδικασμένο ως προς αυτή την αξίωσή του, και περαιτέρω ότι μεταβιβάσθηκε με την έφεση αυτή τόσο η κύρια όσο και η επικουρική βάση του κεφαλαίου αυτού της αγωγής, ανεξαρτήτως του ότι δεν μνημονευόταν σ' αυτήν (έφεση) ο αριθμός της ως άνω εκκαλουμένης αποφάσεως.

Συνακόλουθα τούτων οι από το άρθρο 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς ουσιαστικά προσβάλλεται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την αναίρεση της αποφάσεως εξαφανίζεται αυτή και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής ή της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε. Η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει, κατά το αναιρεθέν μέρος της, κάθε ισχύ και θεωρείται άκυρη, με αποτέλεσμα να καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειές της, οι δε διάδικοι να επανέρχονται στην υφιστάμενη κατάσταση πριν την αναίρεση της αποφάσεως.

Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση. Επομένως, οι προτάσεις, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες αναιρέθηκε η απόφαση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το εφετείο.

Ο εναγόμενος, τέλος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της νέας, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της εφέσεως νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, προς αντίκρουση αυτής, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ (ΑΠ 778/2009, 434/2009, 352/2004).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων Κ. Κ. επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου Γ. Μ. από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από τη χρήση του Ι1 διαμερίσματος της οικοδομής, που αποτελούσε το εργολαβικό αντάλλαγμα αυτού για τις εργασίες αποπερατώσεως των άλλων δύο διαμερισμάτων που έλαβε ο αναιρεσίβλητος και μεταβίβασε στα δύο τέκνα του, αν και ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε παραδεκτά σε όλες τις συζητήσεις και με τους όρους που τίθενται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, και έτσι δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγμα", που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε δε έλαβε υπόψη την "παραχρήμα απόδειξη" που επικαλέσθηκε και προσκόμισε για το παραδεκτό του ισχυρισμού του αυτού, με αποτέλεσμα να υποπέσει αυτή στην από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την εν μέρει αναίρεση της 179/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης με την 383/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και τη νέα συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου από το δικαστήριο της ουσίας, ως το δικαστήριο της παραπομπής, ο αναιρεσείων πρόβαλε με τις από 27-2-2007 προτάσεις του τον αυτοτελή ισχυρισμό περί του ότι η αξίωση αυτή του αναιρεσίβλητου για την καταβολή ποσών τα οποία πορίσθηκε αδικαιολογήτως ο αναιρεσείων διά της χρήσεως και εκμισθώσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής, που δεν του είχαν παραδοθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, ασκείται καταχρηστικά, για τους λόγους που εξέθετε επαρκώς στις προτάσεις του.

Από την επισκόπηση των προτάσεων προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος αφορά αποκλειστικά και μόνο τις αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σ' αυτόν κατά το εργολαβικό προσύμφωνο ως αντάλλαγμα, δηλαδή τα υπό στοιχεία Α1 και Β1 διαμερίσματα της οικοδομής, ενώ σε σχέση με το υπό στοιχείο Ι1 διαμέρισμα, που προσυμφώνησε μεταγενέστερα, σε σχέση με το εργολαβικό προσύμφωνο, να του μεταβιβασθεί έναντι της εκτελέσεως εργασιών στα ως άνω διαμερίσματα της αντιπαροχής, πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό για πρώτη φορά στις δεύτερη και τρίτη μετ' αναίρεση συζητήσεις της υποθέσεως με αφορμή την έκδοση παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης και χωρίς να μπορεί ο ισχυρισμός αυτός να χαρακτηρισθεί ως οψιγενής, με την έννοια ότι προέκυψε μεταξύ της αρχικής και της επαναλαμβανόμενης συζητήσεως της υποθέσεως.

Ο περαιτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι ακόμη και αν δεν είχε προταθεί η ένσταση αυτή κατά την πρώτη μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως, παραδεκτώς προβλήθηκε κατά τη δεύτερη συζήτηση, αφού μετά την ανάκληση της 29/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, που είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, οπότε και διατάχθηκε απόδειξη επί των σχετικών περιστατικών, η συζήτηση αυτή ήταν ουσιαστικά πρώτη, δεν είναι βάσιμος, γιατί το παραδεκτό ή μη του ισχυρισμού κρίνεται από το χρόνο προβολής του και όχι από το αποτέλεσμα της δίκης στην οποία προβλήθηκε.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ότι σε κάθε περίπτωση παραδεκτώς προτάθηκε σε μεταγενέστερη συζήτηση η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, γιατί αποδεικνυόταν με έγγραφα ή ομολογίες του αντιδίκου του, επικαλούμενος προς τούτο: α) τις υπ' αριθμ. 305/2008 και 87/2006 αποφάσεις του Εφετείου Κρήτης και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, αντίστοιχα, με τις οποίες υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να του μεταβιβάσει και το Ι1 διαμέρισμα, πολύ πριν ζητηθεί η απόδοση της ωφέλειας από την εκμίσθωσή του σε τρίτο και β) τις ομολογίες του αναιρεσίβλητου Γ.

Μ. στην αγωγή, τις προτάσεις και σε διάφορα εξώδικα έγγραφα, ότι γνώριζε για την εκμίσθωση του Ι1 διαμερίσματος ήδη από το 1996 και ότι αναγνώριζε αυτό και τα λοιπά διαμερίσματα ως ιδιοκτησία του (αναιρεσείοντος). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με τα επικαλούμενα εκ μέρους του αναιρεσείοντος έγγραφα και ομολογίες αποδεικνύεται άμεσα η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου να αξιώσει ποσά, τα οποία πορίσθηκε αδικαιολογήτως ο αναιρεσείων διά της χρήσεως και εκμισθώσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής.

Κατόπιν όλων αυτών ο λόγος αυτός τη αιτήσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων Κ. Κ. επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε πως υπήρξε άτυπη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μετά την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος Γ. Μ. του παρέδωσε τη νομή των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ούτε ρητή ή σιωπηρή σύμβαση χρησιδανείου με αντικείμενο τη χρήση και κάρπωση όλων αυτών των ιδιοκτησιών, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη, και σε κάθε περίπτωση δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε για την απόδειξη της άτυπης συμβάσεως για παράδοση της νομής και επικουρικά τη σύμβαση περί χρησιδανείου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τις ενστάσεις αυτές του αναιρεσείοντος περί άτυπης παραδόσεως της νομής και περί συμβάσεως χρησιδανείου, τα ακόλουθα: "Ειδικότερα δεν υπήρξε καμιά άτυπη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που να έγινε αμέσως μετά την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής και τη συστατική πράξη των οριζοντίων ιδιοκτησιών, ούτε και έγινε καμία μεταβίβαση και παράδοση από τον πρώτο ενάγοντα στον εναγόμενο, της νομής των με στοιχεία Υ1, Υ2, Υ3, Υ4, Υ5, Υ6, Υ7, Υ8, 12, Α2, Β2, Γ1 και Γ2 διηρημένων ιδιοκτησιών, που κατά το εργολαβικό προσύμφωνο θα περιέρχονταν σ' αυτόν ως αμοιβή του, καθώς και της αντίστοιχης συννομής του οικοπέδου, καθώς τέτοια συμφωνία και παράδοση δεν προκύπτουν, με συγκεκριμένο τρόπο, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που ο εναγόμενος προσκομίζει, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Και ναι μεν στη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση υπήρχε ρήτρα (ο παραπάνω αναφερόμενος 14ος όρος) περί υποχρεώσεως του ενάγοντος οικοπεδούχου να μεταβιβάσει στον εναγόμενο εργολάβο το εργολαβικό αντάλλαγμα "άμα τη εκδόσει της οικοδομικής αδείας" (η οποία εκδόθηκε - με αριθμό .../1991 του Πολεοδομικού Γραφείου Σητείας - στις 13-1-92), όμως αυτό δεν είχε ως λογικό και αναγκαίο επακόλουθο, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος, ειδική μεταξύ τους συμφωνία να παραδοθεί ουσιαστικά άμεσα η νομή και μόνον η τυπική εμπράγματη δικαιοπραξία να γίνει αργότερα (όποτε το επέβαλε το οικονομικό συμφέρον του εναγομένου).

Ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε η σύναψη, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, μεταξύ των διαδίκων σύμβασης χρησιδανείου, με βάση την οποία ο εναγόμενος εργολάβος εδικαιούτο στη χρήση και κάρπωση των παραπάνω διηρημένων ιδιοκτησιών. Η δε αναφερόμενη από τον εναγόμενο δέσμευση του ενάγοντος να του μεταβιβάσει τα διαμερίσματα από της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας δεν αρκεί για την κατάφαση της ύπαρξης μιας τέτοιας συμφωνίας, καθώς αυτή δεν προκύπτει με συγκεκριμένο τρόπο ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις που ο εναγόμενος προσκομίζει, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο".

Κατόπιν τούτων ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από τη βεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, αφού διεξοδικώς αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους.

Ο αναιρεσείων της δεύτερης αιτήσεως Γ. Μ., τόσο αυτός όσο και οι λοιποί ομόδικοί του παραιτήθηκαν με ρητή δήλωσή τους που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου από τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως προς όλα τα σκέλη του, ενώ με το δεύτερο λόγο επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ειδικότερα, επικαλείται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, δέχθηκε λιγότερα πράγματα από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή του, αφού αρκέσθηκε σε ένα αμελητέο χρονικό διάστημα αδράνειας μέχρι την άσκηση της αγωγής για να θεωρήσει ότι υπήρξε αποδυνάμωση του δικαιώματός του να ζητήσει την καταβολή της ωφέλειας, την οποία αδικαιολογήτως πορίσθηκε ο αναιρεσίβλητος διά της χρήσεως και εκμισθώσεως των μη εχουσών παραδοθεί σ' αυτόν κατά τον κρίσιμο χρόνο οριζοντίων ιδιοκτησιών της "αντιπαροχής" του, και έτσι με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του και απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής του.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς την ένσταση αυτή του αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "ο ενάγων (ενν. o εναγόμενος) από το έτος 1992 άρχισε να κατασκευάζει τα επίδικα διαμερίσματα και τα αποπεράτωσε υποβληθείς προς τούτο σε σημαντικές δαπάνες, για τις οποίες βέβαια δεν προσκομίζει έγγραφες αποδείξεις, είναι όμως σημαντικές, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του αριθμού των διαμερισμάτων και της έκτασής τους, ..., καθώς και ενόψει της κατάθεσης του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταθέτει ότι υπολογίζει πως το κάθε διαμέρισμα των 100 τ.μ.

στοίχισε 200.000 ευρώ τελειωμένο. Οι εργασίες και δαπάνες αυτές γίνονταν υπό τα όμματα του ενάγοντος οικοπεδούχου, που παρά τη μη παράδοση της νομής, δεν αντέδρασε. Πέρα όμως από αυτό, και κυρίως, ο εναγόμενος, από το 1996 εκμεταλλεύεται τα επίδικα διαμερίσματα, ... (εκμισθώνοντας και χρησιμοποιώντας ο ίδιος αλλά και οι γονείς του, αυτά) υπό τα όμματα πάντοτε του ενάγοντος οικοπεδούχου, ο οποίος, μολονότι εγνώριζε τόσο την εκμίσθωση όσο και την ιδιόχρηση που γινόταν εκ μέρους του εναγομένου (και των γονέων του), αφού ο ενάγων επισκεπτόταν συχνά τα επίδικα (για μια περίοδο κατέβαινε 1 - 2 φορές το μήνα στη ... ...) και έβλεπε και τα ενοικιαστήρια που είχε τοιχοκολλήσει ο εναγόμενος στην οικοδομή, καθώς και τους μισθωτές των διαμερισμάτων, ουδέποτε πριν την άσκηση της αγωγής του, που έγινε το Φεβρουάριο του 1998 διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό προς τον εναγόμενο.

Λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς και της αδράνειας του ενάγοντος ο εναγόμενος πίστεψε ότι αυτός δεν πρόκειται ποτέ να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του προς απόδοση των ωφελημάτων".

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η αξίωση του ενάγοντος υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, και κατόπιν αυτού δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου Κ. Κ. και απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως προς τα διαμερίσματα του αρχικού ανταλλάγματος, όχι όμως και για το υπό στοιχ.

Ι1 διαμέρισμα, για το οποίο δεν προβλήθηκε παραδεκτά η σχετική ένσταση. Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος Γ. Μ. με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που εφάρμοσε των άρθρων 904 και 281 ΑΚ, και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τρία έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, και συγκεκριμένα τρεις φορολογικές δηλώσεις μισθωτών στα διαμερίσματα αυτά, και από τα οποία έγγραφα αποδεικνυόταν το δυσχερές συγκεντρώσεως των στοιχείων αυτών, γεγονός που δικαιολογούσε την όποια καθυστέρηση στην άσκηση της αγωγής του, είναι επίσης αβάσιμος, αφού από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν και οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως, να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 1-4-2011 και 29-3-2011 αιτήσεις για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Απορρίπτει τις από 1-4-2011 και 29-3-2011 αιτήσεις αναιρέσεως των Κ. Κ. και Γ. Μ. κ.λ.π., αντίστοιχα, για αναίρεση της 58/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ