Legislator Case Law & Legislation
1921/2010 AI generated

Appeal dismissed; conviction for drug trafficking upheld as completed sale and recidivism established.

Case Number 1921/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the five-member Court of Appeal's conviction for drug trafficking. The court found that the sale was completed through delivery and that the appellant was a recidivist due to a prior conviction within the last decade. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 20(1)(b) and (z) of Law 3459/2006 on Drugs; Article 23 of the same Law; Article 513 of the Civil Code; Article 42 of the Penal Code; Article 6(1)(a) of the ECHR; Article 510(1)(D) and (E) of the Criminal Procedure Code; Article 583(1) of the Criminal Procedure Code: The court held that drug sale is completed upon delivery and that recidivism applies to prior convictions within the specified timeframes, rejecting claims that police conduct constituted a violation of fair trial rights.

Keywords

AI generated
drug trafficking conviction recidivism definition sale completion delivery fair trial rights police undercover operation criminal appeal dismissal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 20(1)(b) and (z) of Law 3459/2006 on Drugs
Article 23 of Law 3459/2006 on Drugs
Article 513 of the Civil Code
Article 42 of the Penal Code
Article 6(1)(a) of the European Convention on Human Rights
Article 510(1)(D) and (E) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1921 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1921/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση

του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό, για αναίρεση της υπ'αριθ.234-235/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 παρ.1 εδάφια β'και γ' του ν.3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά" με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος....β)πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει....σε τρίτους με οποιονδήποτε τρόπο,...ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές. ζ)κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη...

Κατά το άρθρο 23 του ιδίου ως άνω νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20,21 και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ'επάγγελμα...

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων η πώληση ή αγορά ναρκωτικών ουσιών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ηρωϊνη, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ουσιών αυτών και την για το σκοπό αυτό παράδοσή των από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε, εκδ ή κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει κατά τη βούλησή του. Ως υπότροπος, εξάλλου, θεωρείται όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Π.Κ. όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη.

Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής εφ'οσον όμως είναι σαφείς και ορισμένοι και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε το δικαστήριο όπως και στην περίπτωση κατά την οποία οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Εξάλλου ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνων που πραγματικά έχει και σε περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής τέτοιας διατάξεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου υπάρχει και όταν η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υπηρεσία διώξεως ναρκωτικών περιήλθε η πληροφορία ότι κάποιος ...

πωλεί ναρκωτικά στις περιοχές ... και .... Κατόπιν ερευνών εντοπίσθηκε ο παρών κατηγορούμενος, ο οποίος, ενδιαφερόμενος για την πώληση προς τρίτους ναρκωτικών και δη ποσότητας ηρωϊνης, περίπου 1/2 κιλού (500 γραμ.), ήλθε σε επικοινωνία με αστυνομικά όργανα που έπαιζαν το ρόλο αγοραστών ναρκωτικών, κατόπιν συνδυασμένων ενεργειών της υπηρεσίας διώξεως ναρκωτικών ..., προς πώληση της ως άνω ποσότητος, αντί του τιμήματος των 6.500 ευρώ.

Έτσι, κατόπιν συνεννοήσεως βρέθηκε ο κατηγορούμενος με αστυνομικά όργανα, έχοντα τον ως άνω ρόλο στα ... και συνέχισαν προς .... Στην ακτή ..., νυκτερινές ώρες, στο δεξιό της προς ... επαρχιακής οδού, κοντά σ'ένα εκκλησάκι, κάτω από μία πέτρα βρισκόταν η παραπάνω ποσότης και δόθηκε το συμφωνηθέν ως άνω τίμημα, τα χαρτονομίσματα του οποίου ήταν προσημειωμένα και τότε συνελήφθη ο κατηγορούμενος.

Ο τελευταίος απολογούμενος δεχόμενος την "περιπέτεια" του με τα ναρκωτικά ισχυρίζεται ότι εναντίον του "συνωμότισαν" ο πατριώτης του ... με όνομα Δ και η ως άνω υπηρεσία, ισχυρισμός όμως που δεν είναι βάσιμος, εφόσον εκ των σαφών με λεπτομέρειες περιγραφές καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, ιδιαίτερα του ..., αποδεικνύεται, εκτός πάσης αμφιβολίας είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατείχε, έχοντας εξουσία διαθέσεως, την ως άνω ποσότητα ηρωϊνης και έμελλε να πωλήσει αυτήν προς τους αγοραστές αυτής αστυνομικούς.

Ο ίδιος κατηγορούμενος συνομολογεί ότι το έτος 2004 εισήλθε, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στην Ελλάδα και έκτοτε διαβιοί λάθρα στη χώρα. Ο ίδιος μάλιστα, καταδικασθείς με την αναγνωσθείσα 522-523/2002 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη για παρόμοια αδικήματα του περί ναρκωτικών νόμου (εισαγωγή, κατοχή, πώληση και παράνομη είσοδο στη χώρα), βρίσκεται σε υποτροπή, ενισχύοντας έτσι την εκδικαζόμενη παράνομη συμπεριφορά του και έτσι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω πράξεων μόνο με την ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 εδαφ.ε Π.Κ.

και με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής". Ακολούθως το δικάσαν Εφετείο στο διατακτικό της αποφάσεώς του απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης του περί μετατροπής της κατηγορίας σε απόπειρα από τετελεσμένη όσον αφορά την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών και περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ.2 εδαφ.δ Π.Κ.

και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, χωρίς να είναι τοξικομανής Α)πώλησε σε τρίτους απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες οι οποίες δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση και ειδικότερα στα ... στις 3-1-2007 και ώρες απογευματινές πώλησε σε αστυνομικό του Τμήματος Ασφαλείας ..., ηρωϊνη μικτού βάρος 527 γραμμαρίων και καθαρού βάρους 502 γραμμαρίων, την οποία παρέλαβε άλλος αστυνομικός του Τμήματος Ασφάλειας ...

σε ερημική τοποθεσία που του υπέδειξε στην ακτή ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 6500 ευρώ, που του κατέβαλε ο αστυνομικός στα ... και τα οποία προηγουμένως είχαν προσημειωθεί από την υπηρεσία τους Β)κατείχε με πρόθεση απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας με την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά ....και συγκεκριμένα καταλήφθηκε από άνδρες του Αστυνομικού Τμήματος ...

στις 3-1-2006 και ώρες απογευματινές, στην ακτή ... να κατέχει την ανωτέρω υπό στοιχείο Α ναρκωτική ουσία η οποία κατασχέθηκε από τους αστυνομικούς κατά τη σύλληψή του και Γ)εισήλθε με πρόθεση τον Οκτώβριο του 2004, ως αλλοδαπός παράνομα στη χώρα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ενώ αυτό απαγορεύεται από το νόμο και συγκεκριμένα, εισήλθε, με πρόθεση ως αλλοδαπός, από αδιευκρίνιστη ακόμη στην ανάκριση ακριβή διάβαση, παράνομα στη χώρα.

Περαιτέρω, το δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι τις πράξεις αυτές τέλεσε καθ'υποτροπή καθόσον έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγουμένης δεκαετίας και συγκεκριμένα έχει καταδικασθεί με την υπ'αριθμ.522-523/28-5-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών και για παράνομη είσοδο στη χώρα και αφού δέχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλώς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του καταδίκασε τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία σε ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για την πράξη της πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών καθ'υποτροπή και ομόφωνης σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για την πράξη της παράνομης εισόδου στη χώρα και καθόρισε μία συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και δύο (2) μηνών.

Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις πράξεις τις πωλήσεως και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας ηρωϊνη, (δεν πλήττεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομου εισόδου αυτού στη χώρα) διέλαβε το Εφετείο στην ως άνω απόφασή του, την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ.

και εκείνες των άρθρων 1 παρ.1,2 πίνακας Α αριθμ.5μ 20 παρ.1 περ.β', ζ', 2, 23 Ν.3459/2006 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με την παραδοχή δηλαδή αντιφατικών, ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση του δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις παραδοχές της εκτίθενται τα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας με τη μνεία των στοιχείων του εμφανισθέντος ως αγοραστή αστυνομικού και του ήδη αναιρεσείοντος ως πωλητού και τη συμφωνία για την πώληση στον πρώτο, ως ενδιαφερόμενο να την αποκτήσει, από τον δεύτερο ηρωϊνης βάρους μισού χιλιογράμμου αντί του συμφωνηθέντος να καταβληθεί τιμήματος από 6500 ευρώ.

Η πώληση που δεν προϋποθέτει την κατοχή των ναρκωτικών και κατά το άρθρο 20 του ν.3459/2006 προβλέπεται και τιμωρείται ως αυτοτελής και διακρινόμενη από την κατοχή τέτοιων ουσιών, είναι δυνατό να συντελεσθεί με τη διάθεση του ναρκωτικού και τη συμφωνία για το αντάλλαγμα χωρίς να απαιτείται και η πραγματική καταβολή του τιμήματος.

Επίσης εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατοχή της ως άνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με την από αυτόν ως δράστη φυσική εξουσίαση της ως άνω ποσότητας ηρωϊνης κατά τρόπο ώστε να μπορεί ανα πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και κατά την ίδια βούλησή του να διαθέτει αυτήν πραγματικώς, προϋπόθεση που υπάρχει και όταν η ναρκωτική ουσία είναι επιμελώς κρυμμένη από εκείνον σε προσιτό γι'αυτόν χώρο, όπως δέχεται το Πενταμελές Εφετείο ότι συνέβαινε και στην προκειμένη περίπτωση δέχεται το Δικαστήριο με όσα αναφέρει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του ότι βρισκόταν η παραπάνω ποσότητα ηρωϊνης κατά από μία πέτρα κοντά σε ένα ναύδριο στην ακτή ...

δεξιά της επαρχιακής οδού προς ... και ότι είχε στην κατοχή του αυτήν την ναρκωτική ουσία με την εξουσία διαθέσεως της κατά την βούληση του. Προς υποδήλωση δε του γεγονότος αυτού κάνει λόγο περαιτέρω το δικαστήριο στην απόφασή του ότι έμελλε ο αναιρεσείων να πωλήσει αυτή προς τους αγοραστές της ηρωϊνης, αν και εκ περισσού, αφού δεν αποτελεί στοιχείο της υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών η προς περαιτέρω διάθεση κατοχή αυτών ούτε απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον υπαίτιο αυτής η αναφορά ότι προόριζε τα ναρκωτικά προς διάθεση ή πώληση σε τρίτους.

Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των άνω εγκλημάτων δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός του τόπου και του χρόνου τελέσεως των άνω πράξεων εφ'οσον δεν τίθεται ζήτημα ταυτότητας κάθε πράξεως ή ζήτημα κατά τόπο αρμοδιότητας του επιλαμβανομένου της εκδικάσεως του δικαστηρίου ή θέμα ενάρξεως και υπολογισμού του χρόνου παραγραφής αυτών.

Ως χρόνος τελέσεως των παραπάνω πράξεων από τον ήδη αναιρεσείοντα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τις παραδοχές του σκεπτικού, όπως συμπληρώνονται με αυτές του διατακτικού της η 3-1-2007. Η αναφορά στο διατακτικό ότι απογευματινές ώρες της άνω ημέρας τελέσθηκαν οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις της πωλήσεως και κατοχής της αυτής ναρκωτικής ουσίας δεν τελεί σε αντίφαση με τη μνεία στο σκεπτικό ότι στην ακτή ...

νυκτερινές ώρες στο αναφερόμενο ως άνω συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν η παραπάνω ποσότητα ηρωϊνης και δόθηκε το συμφωνηθέν ως άνω τίμημα με προσημειωμένα χαρτονομίσματα και τότε έγινε η σύλληψη του κατηγορούμενου. Κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο διευκρινίζεται ότι μετά τη συμφωνία για την πώληση της ηρωϊνης που έγινε στα ..., υπέδειξε ο αναιρεσείων που ακριβώς σε άλλο σημείο στην ακτή ...

που απείχε από το ... βρισκόταν η ποσότητα ηρωϊνης που ήταν αντικείμενο της πωλήσεως και μετέβη άλλος αστυνομικός που συνεργαζόταν με τον εμφανισθέντα αγοραστή και την βρήκε και την πήρε κατά τα διευκρινιζόμενα περαιτέρω στο διατακτικό και ότι, μετά από την κατά τρόπο αυτόν παραλαβή της πωληθείσης ποσότητας ηρωϊνης δόθηκαν τα προσημειωμένα χρήματα στον αναιρεσείοντα και επενέβησαν οι άλλοι αστυνομικοί και τον συνέλαβαν στα ...

ούτε ασάφεια δημιουργείται ως προς τον τρόπο και χρόνο τελέσεως των πράξεων κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας για τις οποίες καταδικάσθηκε αφού από το σύνολο παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προσδιορίζεται επαρκώς ο τόπος τελέσεως της μεν πωλήσεως της ηρωϊνης στα ... και εκείνος της κατοχής της ίδιας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας στην ακτή ...

δεξιά του δρόμου προς ... και ο χρόνος τελέσεως αμφοτέρων στις 3-1-2007, οφείλεται δε προφανώς σε παραδρομή η αναφορά εσφαλμένης στο διατακτικό της αποφάσεως του 2006 αντί του 2007 ως έτους στην ημεροχρονολογία τελέσεως της πράξεως της κατοχής των ναρκωτικών. Δεν δημιουργείται εξάλλου από τις άνω διαφοροποιήσεις ελλείψει ταυτότητας των πράξεων ούτε ανακύπτει ζήτημα παραγραφής των αφού είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και δεν έχει παρέλθει η προθεσμία παραγραφής των.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως πραγματώθηκε εξ ολοκλήρου στην περίπτωση του αναιρεσείοντος η εκ μέρους του πώληση ναρκωτικής ουσίας και ειδικότερα ηρωϊνης βάρους 1/2 χιλιογράμμου με την περιέλευση της ποσότητας που αφορούσε η συμφωνία περί πωλήσεως τους στον αγοραστή μέσω της αλλαγής της κατοχής του ναρκωτικού που γίνεται δεκτό ότι εχώρησε με την ανεύρεση του και την παραλαβή του από τον άλλο αστυνομικό που ήταν συνεργάτης του εμφανισθέντος ως αγοραστή, μετά την υπόδειξη από τον αναιρεσείοντα του σημείου όπου ακριβώς την είχε κρύψει και μετά την ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας για την πώληση αυτής της ποσότητας ηρωϊνης γνωστοποιήθηκε από τους αστυνομικούς η ιδιότητα των στο ήδη αναιρεσείοντα και έγινε η σύλληψη του τελευταίου για να οδηγηθεί στην υπηρεσία τους.

Κατά συνέπεια δεν στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας την κρίση του περί ενοχής του αναιρεσείοντος όσον αφορά την πράξη της πωλήσεως της ναρκωτικής ουσίας σε περιστατικά δηλωτικά πράξεων νομικώς αδιαφόρων όπως οι απλές προπαρασκευαστικές πράξεις που να αποκλείεται να οδηγήσουν στην πραγμάτωση τους αντικειμενικής υποστάσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως η σε γεγονότα δηλωτικά συμπεριφοράς του δράστη που να υποδηλώνει μόνον αρχή εκτελέσεως, όπως η ενοχική απλώς συμφωνία για την πώληση ηρωϊνης σε συναλλαγή με μυστικό αστυνομικό, άνευ οποιασδήποτε πράξεως παραδόσεως του ναρκωτικού για να θεωρηθεί μόνον ως απόπειρα πωλήσεως της ηρωϊνης η πράξη του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το Εφετείο ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την απολογία του ότι ενεπλάκη στη συγκεκριμένη υπόθεση από τους αστυνομικούς που είχαν την πρωτοβουλία να επικοινωνήσουν μαζί του ως ενδιαφερόμενοι για την αγορά ναρκωτικών και από κάποιον τρίτον ομοεθνή του που συνεννοήθηκε με τον προϊστάμενο των αστυνομικών με συνέπεια να εμφανισθεί ως φίλος του κατονομαζομένου με τα στοιχεία Δ Αλβανού το έτερο άτομο που ήταν στο αυτοκίνητο με τον εμφανισθέντα ως αγοραστή.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων ενδιαφερόταν να πωλήσει σε τρίτους ναρκωτική ουσία όπως η ηρωϊνη που κατείχε και ότι συναντήθηκε κατόπιν συνεννοήσεως με τους εμφανισθέντες ως αγοραστές τους αστυνομικούς και έγινε κατόπιν όσων δέχεται ότι αποδείχθηκαν η πώληση της ως άνω ποσότητας ηρωϊνης.

Δεν συνιστά αντίφαση προς τα ανωτέρω ούτε δημιουργεί ασάφεια αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι τα αστυνομικά όργανα που εμφανίσθηκαν στον αναιρεσείοντα υποδύονταν τους αγοραστές ναρκωτικών και ότι υπήρξαν στην υπόθεση συνδυασμένες ενέργειες της υπηρεσίας διώξεως ναρκωτικών ... αφού δεν αναιρείται από τις παραδοχές αυτές ο σκοπός του ήδη αναιρεσείοντος να πωλήσει σ'αυτούς απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και η πραγματοποίηση της εκ μέρουςτου πωλήσεως αυτών των ναρκωτικών.

Ούτε υποδηλώνουν τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά παρότρυνση των αστυνομικών, ενεργούντων καθ'υπέρβαση των ορίων της επιτρεπομένης συγκαλυμμένης δράσεως των, προς τον αναιρεσείοντα να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη που δεν θα είχε διαπραχθεί αν δε είχαν επέμβει οι αστυνομικοί αυτοί για να δύναται να θεωρηθεί ότι συντρέχει παραβίαση δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, που θεμελιώνεται στο άρθρο 6 παρ.1 εδαφ.α της κυρωθείσης με το άρθρο 1 του ν.δ.53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Τέλος αιτιολογείται η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών κατά το άρθρο 23 ν.3459/2006 αφού εμπίπτει αυτός στην έννοια του υπότροπου, όπως προσδιορίζεται από την ως άνω διάταξη, λόγω καταδίκης του αμετακλήτως εντός της προηγουμένης δεκαετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο.

Κατ'ακολουθίαν είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τον τόπο και το χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων που συνιστούν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών και ότι ως προς την πράξη της πωλήσεως ναρκωτικών οι παραδοχές της αποφάσεως δεν δικαιολογούσαν καταδίκη του για τετελεσμένη πράξη καθώς και ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ.1 περ.β'του Κώδικα Νόμων Ναρκωτικών υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και την ιδιότητα των εμφανισθέντων ως αγοραστών αστυνομικών ολοκληρώθηκε πλήρως η εκποιητική δικαιοπραξία για την πώληση των ναρκωτικών αντί να δεχθεί ότι μόνον αρχή εκτελέσεως της πωλήσεως ναρκωτικών συνιστούσε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και μπορούσε μόνον ως απόπειρα αυτής να τιμωρηθεί.

Όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αντίθετα από όσα προέκυψαν από τις μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων έγινε δεκτό ότι ο ίδιος είχε την πρωτοβουλία επικοινωνίας για την πώληση της απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας ως τετελεσμένης πράξεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπο την επίφαση ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε από την εκτίμηση και αξιολόγηση ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει μετά ταύτα να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 234-235/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ