Legislator Case Law & Legislation
1921/2009 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding child support, finding lower court lacked legal basis for dismissal.

Case Number 1921/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision dismissing a child support claim. The appellant argued the lower court erred by failing to assess her ability to work and earn income despite her age and childcare duties. The court found the appellate judgment legally flawed because it did not examine whether the mother could balance her employment with her responsibilities as a caregiver for her 11-year-old child.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 577, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it dismisses a child support claim without examining the mother's objective ability to work and earn income, considering her age and childcare obligations.

Keywords

AI generated
child support claim appeal admissibility legal basis requirement mother's earning capacity caregiver obligations partial annulment retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 paragraph 1 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Articles 1442, 1443, 1444 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1921 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1921/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικτσιρή, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουρδόγλου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29127/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1324/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση εν μέρει, κτά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση διατροφής σε χρήμα για την ίδια ατομικώς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης γενικώς αλλά και για κάθε λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον, τόσο κατά την άσκηση, όσο και κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αναίρεσης και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο, υπάρχει δε όταν εξ αιτίας της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης βλάπτονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ο μετά του οποίου γάμο τους έχει λυθεί αμετακλήτως, να της καταβάλει ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους..., του οποίου τη γονική μέριμνα έχει η ίδια και συμβιώνει μαζί του, το ποσό των 220 ευρώ, για το αναφερόμενο την αγωγή χρονικό διάστημα (διετία).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και κατεδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για την άνω αιτία το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως. Το Εφετείο, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή εξ ολοκλήρου και κατεδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 220 ευρώ μηνιαίως.

Με τον 5ο λόγο αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1493 ΑΚ, διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ασκούμενος χωρίς τη συνδρομή αμέσου ατομικού εννόμου συμφέροντος, του ενάγοντος ανηλίκου, εκπροσωπουμένου από τη μητέρα του, αφού η αγωγή του έγινε δεκτή εξ ολοκλήρου με την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 1442 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του Ν. 1329/83, "εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο 1) αν κατά την έκδοση του διαζυγίου.... βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκασθεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει από αυτό τη διατροφή του, 2) αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι' αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση καταλλήλου επαγγέλματος, 3) αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4) σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μεν βασική προϋπόθεση της αξιώσεως διατροφής, ήτοι η αδυναμία εξασφαλίσεως της διατροφής του πρώην συζύγου από τα εισοδήματα του ή την περιουσία του, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής διατροφής, η δε πρόσθετη προϋπόθεση της αδυναμίας ενάρξεως ή συνεχίσεως της ασκήσεως επαγγέλματος (1442 π. 1) ή της υπάρξεως λόγων επιείκειας για την παροχή διατροφής (1442 αρ. 4) πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο εκδόσεως του διαζυγίου.

Περαιτέρω, από την ίδια αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη και με το επόμενο άρθρο 1443 εδ. α' ΑΚ, όπως και αυτό ισχύει μετά το Ν. 1329/83, που ορίζει, ότι οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493 1494 και 1498 εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο, συνάγεται, ότι αξίωση διατροφής μετά το διαζύγιο παρέχεται μόνον όταν η διατροφή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, όταν δεν μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο συνθήκες της ζωής του.

Συνεπώς, βασικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου είναι αφενός η ευπορία του υπόχρεου (1487 σε συνδυασμό με το 1443 εδ. α' ΑΚ) και αφετέρου η απορία του δικαιούχου. Έτσι, είναι δυνατόν, ενόψει των όλων συνθηκών ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα διατροφής, όταν ο πρώτος, που στο πρόσωπό του συντρέχει μία των προαναφερθεισών πρόσθετων προϋποθέσεων (κατά τον χρόνο εκδόσεως του διαζυγίου αδυναμία ασκήσεως ή συνεχίσεως επαγγέλματος ή ύπαρξη λόγων επιείκειας), έχει περιουσία το προϊόν όμως ρευστοποιήσεως της οποίας μαζί με τα τυχόν υπάρχοντα περιορισμένα εισοδήματά του δεν επαρκούν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, για συνολική κάλυψη των βιοτικών αναγκών.

Περαιτέρω, με βάση τη διέπουσα το θεσμό αρχή της επιείκειας δεν δύναται να αξιωθεί η εκποίηση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου, οσάκις η διατήρησή του επιβάλλεται από λόγους πρόνοιας προς εξασφάλιση του ιδιοκτήτη, τέως συζύγου, στο μέλλον για αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης. Ως απορία του δικαιούχου, νοείται, η αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, ευπορία δε του υποχρέου δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο αυτού, αλλά τη δυνατότητά του να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια του κανόνα δικαίου ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα δικαίου. Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι κανόνες δικαίου στην εξειδίκευση των οποίων αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν η χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα.

Τέλος, κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι, όμως, και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως ζητήματα, των οποίων ή μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπον ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο το έτος 1991 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, τον ..., ηλικίας, κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, έντεκα ετών. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε το έτος 1992 και εν συνεχεία ο γάμος τους λύθηκε με διαζύγιο, με την υπ' αριθμ. 28.881/1998 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η δε γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους ανατέθηκε αποκλειστικά στην ήδη αναιρεσείουσα μητέρα του, η οποία συμβιώνει με αυτό μαζί και με ενήλικο τέκνο που είχε αποκτήσει εκτός γάμου από τις σχέσεις της με τον ....

Προ του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, η ενάγουσα, που τότε ήταν ηλικίας 32 ετών και είχε αποκτήσει το άνω τέκνο εκτός γάμου εργάζετο περιστασιακά σε δικηγορικό γραφείο ως υπάλληλος. Μετά τον γάμο της έπαυσε να εργάζεται και ασχολείτο αποκλειστικά με την ανατροφή των δύο τέκνων της, με τα οποία διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ άλλα εισοδήματα ή περιουσία που να της αποδίδει εισοδήματα για την αντιμετώπιση των δαπανών διατροφής της ιδίας δεν έχει.

Ο εναγόμενος είναι ανθυπαστυνόμος και υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα ... οι δε καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, μετά της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, ανέρχονται στο ποσό των 1.420 ευρώ. Διαμένει στο εν λόγω αστυνομικό τμήμα και δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, ενώ βαρύνεται με τη συμβολή του στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους.

Άλλα εισοδήματα δεν έχει, η δε περιουσία του από κληρονομία του πατέρα του, που αποτελείται α) από το 1/8 εξ αδιαιρέτου ισογείου καταστήματος εμβαδού 80 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ..., β) από το 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 322 τ.μ. που βρίσκεται στο ... γ) από το 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 9.500 τ.μ.

που βρίσκεται στο ... και δ) από το 1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 300 τ.μ. που βρίσκεται στα ..., είναι απρόσοδη. Η ενάγουσα, που κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ηλικίας 45 ετών και υγιής, εν όψει δε και του γεγονότος ότι ο υιός της ... είναι ενήλικος και ο υιός των διαδίκων, ήταν ηλικίας 11 ετών και φοιτούσε στο δημοτικό σχολείο, ενώ παρακολουθούσε μαθήματα ξένης γλώσσας, έχει την αντικειμενική δυνατότητα να εργασθεί ως τηλεφωνήτρια ή υπάλληλος γραφείου ή πωλήτρια κλπ και να αποκομίζει από την εργασία της αυτή το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, με το οποίο μπορεί να αντιμετωπίζει τις ατομικές της διατροφικές ανάγκες.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο επιδικάστηκε στην ενάγουσα, ατομικά, μηνιαία διατροφή εξ 140 ευρώ, απέρριψε την αγωγή της τελευταίας ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη μη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1442, 1443, 1444 ΑΚ, και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν δηλαδή η ενάγουσα έχει ή όχι, εν όψει της άνω ηλικίας της σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ασκεί τη γονική μέριμνα του ηλικίας 11 ετών τέκνου, την αντικειμενική δυνατότητα να εργασθεί και να αποκερδαίνει τα αναγκαία για τη διατροφή της.

Και τούτο διότι: α) ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα ασκεί τη γονική μέριμνα του ηλικίας 11 ετών τέκνου, με το οποίο συμβιώνει, και επομένως απαιτείται η παροχή των φροντίδων και υπηρεσιών της, τόσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του οίκου της (παρασκευή τροφής, πλύσιμο, καθάρισμα) όσο και για την παρακολούθηση και υποβοήθηση των εκπαιδευτικών αναγκών του ανηλίκου, δεν διευκρινίζει, αν, εν όψει των εν λόγω υποχρεώσεών της, είναι δυνατή η άσκηση από αυτή των άνω επαγγελμάτων κατά τρόπο που να μη παραμελεί τις υποχρεώσεις της αυτές και β) δεν αποσαφηνίζει αν η ίδια, εν όψει της ηλικίας της (45 ετών) σε συνδυασμό με τις κρατούσες δυσμενείς συνθήκες στην αγορά εργασίας, είναι σε θέση με βάση και τα (μη προσδιοριζόμενα επίσης) προσόντα εμπειρίας ή μόρφωσής της, να ανεύρει κάποια από τις ειρημένες εργασίες.

Επομένως ο 4ος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση διατροφής στην ίδια ατομικώς, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί εξ ολοκλήρου μετ' ανάλογη, προς την έκταση της εκατέρωθεν νίκης και ήττας, κατανομή (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ.1324/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κ α ι Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ