Supreme Court dismisses appeal against final judgment on unjust enrichment claim against Greek State.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment ordering it to pay the plaintiff for unjust enrichment arising from an invalid public procurement contract. The court upheld the lower courts' finding that the contract was void due to procedural violations of the Public Procurement Law, creating an obligation to return the benefits received. The appeal was rejected because the State's arguments failed to demonstrate any legal error in the application of unjust enrichment principles to this specific situation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 905 of the Civil Code; When a contract is void due to violation of mandatory legal requirements, the recipient must return the benefits obtained, and the claim for unjust enrichment applies despite the lack of a valid legal cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1920 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1920/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Χατζούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." και τον διακριτικό τίτλο "…..", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσιέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3661/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και …./2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 28-4-2022 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. …/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-4-2022 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. …/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 26-12-2023 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-12-2023 κλήση της αναιρεσίβλητης νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 28-4-2022 αίτηση αναίρεσης μετά την έκδοση της υπ'αριθ. …./2023 μη οριστικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λόγω μη κλητεύσεως της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. …/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 5-11-2010 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής υπηρεσιών εμπορίου με την προώθηση και οργάνωση δημοσίων σχέσεων και την διοργάνωση εκθέσεων και συνεδρίων, εκθέτοντας ότι συνήψε με την Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού την από 12-05-2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία της ανατέθηκε απευθείας η οργάνωση της 3ης Διάσκεψης Υπουργών Πολιτισμού της Ευρωμεσογειακής Συνεργασίας, που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο στις 29 και 30.5.2008, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των 533.375,15 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του ΠΔ 166/2003, από την 1-8-2008, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως συμφωνηθείσα με την ανωτέρω σύμβαση αμοιβή, λόγω της προσήκουσας εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων.
Για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση λόγω μη τήρησης των διατάξεων του ν. 2362/1995, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. …/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της η αγωγή λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, δεδομένου ότι δεν είχε προηγηθεί τακτικός διαγωνισμός, έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση αυτής, ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 431.448,16 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής το Δημόσιο άσκησε την από 14-11-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 Ν.2362/1995 , όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο (ήδη καταργήθηκε με την παρ.1 του άρθ. 177 Ν. 4270/2014, ΦΕΚ Α 143/28.6.2014), για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και ΝΠΔΔ που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.
Από το ποσό αυτό και μέχρι τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δρχ. απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος) που θα διενεργείται από τριμελή επιτροπή. Άνω του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δρχ. απαιτείται σύναψη σύμβασης για προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού), βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
Με την ΑΥΟ 2024710/602/0026/1998, τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόστηκαν μέχρι το ποσό των 4.000.000 δρχ., μέχρι το ποσό των 8.000.000 δρχ. και άνω του ποσού των 8.000.000 δρχ., αντίστοιχα, στη συνέχεια δε, με την ΑΥΟ 2/45564/0026/2001 (Β' 1066), ισχύουσα από 1-1-2002 και κατά τον ένδικο χρόνο, αναπροσαρμόστηκαν τα άνω ποσά μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, μέχρι το ποσό των 45.000 ευρώ, και άνω του ποσού των 45.000 ευρώ, ενώ οι περιορισμοί των ως άνω ποσών αναφέρονται σε σχέση με το ύψος της εγγεγραμμένης ετήσιας πίστωσης κατά Ειδικό Φορέα και Κ.Α.Ε.
στον προϋπολογισμό κάθε φορέα και στα ποσά αυτά συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. Επιπλέον, με την παρ. 2 της ΥΑ Π1/7446/2002 (ΦΕΚ Β' 112/31-1-2002), για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 2 (παρ. 5, 12, 13 & 16) Ν.2286/1995, όπως αυτός ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 53 του Ν.4412/2016, πλην των παραγρ. 1 έως 11 του άρθρου 2 , οι οποίες παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που είχαν ενταχθεί στο Ενιαίο Πρόγραμμα Προμηθειών (ΕΠΠ) έτους 2014 και προηγούμενων ετών, προβλέφθηκε ότι η ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών κατά κωδικό αριθμό είδους αυτών (του αρχείου ειδών προγράμματος), α) για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρος διαγωνισμός), ορίζεται έως το ποσό των 45.000 ευρώ με Φ.Π.Α.
και β) για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση), ορίζεται έως το ποσό των 15.000 ευρώ με Φ.Π.Α.. Η σύμβαση προμήθειας με απευθείας ανάθεση επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 197/2022, ΑΠ 493/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 85 εδ. α' Ν.2362/1995 "η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Έτσι, οι συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρ. 79 - 84 δεν παράγουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 327/2018, ΑΠ 1260/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".
Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία.
Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρ. 361 ΑΚ ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο (ΟλΑΠ 4/2021). Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία (παροχή αχρεώστητη) και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρ. 216 παρ. 1α` ΚΠολΔ τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 831/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 501/2016).
Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθ. 219 ΚΠολΔ), αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή, έστω και έμμεση επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1705/2014), χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγόμενου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.
Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 61/2022, ΑΠ 1157/2017).
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η παροχή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως αναζητείται, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις περιπτώσεις των άρθ. 905 και 906 ΑΚ . Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος".
Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή γι` άλλη νόμιμη αιτία. Για την εφαρμογή αυτής απαιτείται όπως η γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής, είναι θετική και πραγματική.
Προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται η έστω από βαρεία αμέλεια άγνοια, ούτε η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και ως εκ τούτου η εκ μέρους του καταβαλόντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 450/2020, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 1242/1984), ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεώστητου (ΑΠ 2064/2022).
Αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη, δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου 174, 180 ΑΚ ) και συνεπώς, η παραπάνω διάταξη δεν εφαρµόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω µη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συµβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας (ΑΠ 621/2012, ΑΠ 257/2012).
Η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 29/2002). Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 565/2016) ή προκύπτουν γενικότερα από την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς (ΑΠ 1777/2011), ενώ ο αποκλεισμός της ένστασης ότι η καταβολή δεν ήταν ελεύθερη αλλά ήταν προϊόν εξαναγκασμού λειτουργεί ως αντένσταση (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016, ΑΠ 775/2004).
Τέλος, ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρ. 904 επ. ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 212/2023).
Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 3/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Το σφάλμα που ιδρύει τον παρόντα λόγο, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 724/2016).
Προϋπόθεση συνεπώς του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 135/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1α του άρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 904,905,281 ΑΚ και 26 και 82 του ν.2362/1995 αναφορικά με την αποδοχή της επικουρικής βάσεως της αγωγής δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ως προς την αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθ. 281 ΑΚ, ο λόγος ελέγχεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 14-11-2018 εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, όπως άλλωστε αυτός παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο, δεν έγινε επίκληση της ένστασης εκ του άρθ. 281 ΑΚ, για την παράβαση της οποίας, μεταξύ άλλων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς ο λόγος με τον οποίο πλήττεται αυτή για παραβίαση της εν λόγω διατάξεως είναι απαράδεκτος, καθόσον η κατάχρηση δικαιώματος δεν αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως υπόκειται στις προϋποθέσεις νόμιμης επίκλησης κατ' άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 295/2010).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί καλόπιστης εκτέλεσης των υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση καθώς και περί αγνοίας της ακυρότητός της, ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "...η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την από 12-5-2008 σύμβαση που κατάρτισε με το εναγόμενο τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού (Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης), ανέλαβε την υποχρέωση να οργανώσει την 3η Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της Ευρωμεσογειακής Συνεργασίας που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα , στο Ζάππειο Μέγαρο στις 29-30/5/2008 και ειδικότερα να καλύψει το κόστος διαμονής , διατροφής μετακίνησης των αντιπροσωπειών, το κόστος εγκατάστασης και τεχνικής υποστήριξης του Ζαππείου καθώς και το κόστος ενοικίασης του χώρου του Ζαππείου, όπως αναλυτικά προβλέπονται στον όρο με αρ. 2 , υπό στοιχεία Α ως ΣΤ της συμβάσεως, έναντι αμοιβής ίσης με το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000 Ευρώ), συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ αξίας 19%, όπως στον όρο 4 της συμβάσεως αναφέρεται.
Το κείμενο της συναφθείσας συμβάσεως ενσωματώθηκε στην αγωγή, όπου αναφέρεται επίσης ότι δεν διενεργήθηκε ανοικτός διαγωνισμός, αλλά απευθείας ανάθεση, καθώς και το είδος των υπηρεσιών που θα παρείχε η ενάγουσα, χωρίς όμως εξειδίκευση των επιμέρους αμοιβών για την κάθε υπηρεσία. Το σύνολο των εργασιών και υπηρεσιών της ανατέθηκε έναντι συνολικής συμφωνηθείσας αμοιβής πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ ποσοστού 19%.
Η ενάγουσα εταιρία εκπλήρωσε προσηκόντως και εμπροθέσμως όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις που ανέλαβε με την ως άνω σύμβαση για την οργάνωση της Διάσκεψης και στη συνέχεια εξέδωσε και απέστειλε στην Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού το επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού πεντακοσίων τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (533.375,15) τα οποία η ανωτέρω Διεύθυνση παρέλαβε ανεπιφύλακτα και διαβίβασε αυτά στην υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του ΥΠΠΟ προκειμένου να εκδοθούν τα χρηματικά εντάλματα στο όνομα της ενάγουσας εταιρίας, προς εξόφληση των τιμολογίων , πλην όμως με το με αριθμό πρωτ.
…2010 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης, Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων, η ως άνω υπηρεσία απάντησε ότι η εν λόγω δαπάνη δεν ενταλματοποιήθηκε επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Ν.2362/95, ήτοι η διενέργεια Ανοικτού Τακτικού Διαγωνισμού. Επικαλούμενη όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ενσωμάτωσε στην αγωγή της η ενάγουσα ζητούσε την αμοιβή της από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στα ανωτέρω έγγραφα, (σύμβαση και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών) βάσει της συμβάσεως.
Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η ανωτέρω σύμβαση δεν ήταν έγκυρη γιατί το έργο δεν ακολούθησε τη διαδικασία του ανοικτού διαγωνισμού, όπως ήδη έκρινε η αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων, ζήτησε την καταβολή του ίδιου ως άνω ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της, έχοντας περισώσει ισόποση δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν για να καταβάλει ως αμοιβή σε άλλον, ο οποίος θα εκτελούσε τις περιγραφόμενες στην σύμβαση υπηρεσίες , κατόπιν τηρήσεως των νομίμων τύπων και διαδικασιών και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις (...).Στην αγωγή της η ενάγουσα σαφώς επικαλείται ότι συμβλήθηκε με την αρμόδια επιτροπή, τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού, εγγράφως, στην από 12-5-2008 με αρ.
πρωτ. …2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, την οποία και παραθέτει, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2362/1995, διότι η πραγματοποίηση συνεδρίου επρόκειτο να λάβει χώρα και πραγματοποιήθηκε τελικά στις 29 και 30-5-2008 και συνεπώς με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που απέμενε μέχρι την πραγματοποίηση της Διάσκεψης ήταν αδύνατον να διενεργηθεί διαγωνισμός αφού η οργάνωση και διενέργεια της Διάσκεψης των Υπουργών Πολιτισμού των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ν./Α Μεσογείου απαιτούσε έγκαιρη εξασφάλιση της μεταφοράς και μετακίνησης των αντιπροσωπειών με πολυτελή αυτοκίνητα, προσωπικό φύλαξης , εξασφάλιση δωματίων σε πολυτελή ξενοδοχεία, προγραμματισμό κάλυψης αναγκών διαμονής και διατροφής των συμμετεχόντων με γεύματα σε πολυτελή εστιατόρια, εξασφάλιση μετακινήσεων αναψυχής και επισκέψεων σε πολιτιστικά μνημεία της Αττικής, αλλά και την πλήρη τεχνική και γραμματειακή υποστήριξη, διερμηνεία κ.λ.π.
τα οποία αναφέρονται στην σύμβαση επιγραμματικά και χωρίς επιμέρους τιμολόγηση και αναλυτική κατ' είδος εξειδίκευση, και επαφίεται στην ενάγουσα εταιρία να καλύψει ολοκληρωτικά με το ποσό στων 500.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (19%) που συμφωνήθηκε ρητά ως αμοιβή της στην σύμβαση. Στην περιλαμβανόμενη στην αγωγή και προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως σύμβαση γίνεται περιγραφή των υποχρεώσεων της εναγομένης και της αμοιβής που συμφωνήθηκε, αλλά ενσωματώνονται στην αγωγή και τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών όπου αναφέρεται η αμοιβή για κάθε επιμέρους υπηρεσία, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο, καθώς και το γεγονός ότι αποδέχθηκε τις παρεχόμενες υπηρεσίες και δεν κατέβαλε την συμφωνηθείσα αμοιβή στην ενάγουσα, επωφελούμενο έτσι της δαπάνης που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε άλλον για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών (...).
Ωστόσο το γεγονός ότι η ενάγουσα επικαλείται επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση, ενώ η ακυρότητα έχει ήδη κριθεί με το με αρ. πρωτ. …….από 12-7-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στο τέλος Ιουλίου του 2010, καταδεικνύει την μέχρι τότε καλόπιστη εκτέλεση των υποχρεώσεών της από την σύμβαση και την άγνοια της ακυρότητας αυτής.
Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε πολυετή εμπειρία στην διοργάνωση διεθνών συνεδρίων, οργανωμένο νομικό τμήμα και συμμετοχή σε πλήθος δημοσίων συμβάσεων. Αντιθέτως προέβη στην σύναψη της επίδικης συμβάσεως καλόπιστα βασιζόμενη στο γεγονός ότι με την με αρ. πρωτ. …από 8-5-2008 απόφαση του τότε Υπουργού Πολιτισμού εγκρίθηκε η πραγματοποίηση της Διάσκεψης Υπουργών Πολιτισμού Ευρω-Μεσογειακής Συνεργασίας στην Αθήνα το έτος 2008, το πρόγραμμα διεξαγωγής της Διάσκεψης και η διάθεση πίστωσης ποσού 500.000 ευρώ σε βάρος του Τακτικού Προϋπολογισμού του ΥΠΠΟ 2008-Φορέας …για την αντιμετώπιση των δαπανών οργάνωσης και διεξαγωγής αυτής και συγκροτήθηκε 7μελής Επιτροπή Οργάνωσης.
Η ενάγουσα εταιρία συμβλήθηκε με το αρμόδιο όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού, εγγράφως, στην από 12-5-2008 με αρ. πρωτ. ….2008 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, για την πραγματοποίηση συνεδρίου στις 29 και 30-5-2008 και συνεπώς με τη διαδικασία του κατεπείγοντος αφού το συνέδριο πραγματοποιήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Την ευθύνη της επιλογής της απ' ευθείας ανάθεσης του έργου αντί της πραγματοποίησης ανοικτού διαγωνισμού φέρει προεχόντως το αρμόδιο όργανο του Ελληνικού Δημοσίου και κατά δεύτερο λόγο η ενάγουσα εταιρία, η οποία παρείχε πίστη στην εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου και εκτέλεσε στο έπακρο τις υποχρεώσεις της από την σύμβαση, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια που απέστειλε στην αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία, αποδεχόμενη την εγκυρότητα της εκτελεσθείσας συμβάσεως, με το από 15-7-2008 πρακτικό της οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου προέβη στον έλεγχο των εκδοθέντων τιμολογίων και με τα με αρ.
πρωτ. …. και …… έγγραφά της προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του ΥΠΠΟ διαβίβασε τα ανωτέρω τιμολόγια προκειμένου να εκδοθούν τα χρηματικά εντάλματα στο όνομα της ενάγουσας προς εξόφληση των τιμολογίων.
Συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις της αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσεως αφού αποδείχθηκε ότι: α) υπήρχε σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό, β) προβλέφθηκε από σχετική υπουργική απόφαση και γ) τηρήθηκε η προβλεπόμενη για την πραγματοποίησή της διαδικασία εγκρίσεως από το αρμόδιο όργανο. Μέχρι την άρνηση της ενταλματοποίησης των ανωτέρω τιμολογίων, που πληροφορήθηκε η ενάγουσα τον Ιούλιο του έτους 2010, η ενάγουσα είναι βέβαιο πως δεν γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης και εκτέλεσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της από αυτή, επιπλέον δε υποχρεώθηκε να αποδώσει στο Δημόσιο, ως όφειλε, το αναγραφόμενο στα προαναφερθέντα τιμολόγια φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ)...".
Μετά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την επικουρική της βάση ήταν ορισμένη και νόμιμη και την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Ετσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον δεύτερο λόγο έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές δεχθέν ότι :1) η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την από 12-5-2008 σύμβαση που κατάρτισε με τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού (Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης), ανέλαβε την υποχρέωση να οργανώσει την 3η Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της Ευρωμεσογειακής Συνεργασίας που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα , στο Ζάππειο Μέγαρο στις 29-30/5/2008 και ειδικότερα να καλύψει το κόστος διαμονής , διατροφής μετακίνησης των αντιπροσωπειών, το κόστος εγκατάστασης και τεχνικής υποστήριξης του Ζαππείου καθώς και το κόστος ενοικίασης του χώρου του Ζαππείου, έναντι αμοιβής ίσης με το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000 Ευρώ), συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ αξίας 19%, 2) η ενάγουσα εταιρία εκπλήρωσε προσηκόντως και εμπροθέσμως όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις που ανέλαβε με την ως άνω σύμβαση και στη συνέχεια εξέδωσε και απέστειλε στην Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού το επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 533.375,15 ευρώ, τα οποία η ανωτέρω Διεύθυνση παρέλαβε ανεπιφύλακτα και διαβίβασε αυτά στην υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του ΥΠΠΟ προκειμένου να εκδοθούν τα χρηματικά εντάλματα στο όνομα της ενάγουσας εταιρίας, προς εξόφληση των τιμολογίων, 3) η ενάγουσα προέβη στην σύναψη της επίδικης συμβάσεως καλόπιστα, βασιζόμενη στο γεγονός ότι με την με αρ.
πρωτ. ….από 8-5-2008 απόφαση του τότε Υπουργού Πολιτισμού εγκρίθηκε η πραγματοποίηση της εν λόγω Διάσκεψης Υπουργών Πολιτισμού Ευρω-Μεσογειακής Συνεργασίας στην Αθήνα το έτος 2008 και συμβλήθηκε με το αρμόδιο όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, τη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Πολιτισμού, εγγράφως, στην από 12-5-2008 με αρ.
πρωτ. …. σύμβαση παροχής υπηρεσιών, για την πραγματοποίηση συνεδρίου στις 29 και 30-5-2008 και συνεπώς με τη διαδικασία του κατεπείγοντος ήτοι χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός αφού το συνέδριο πραγματοποιήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και ενώ α) υπήρχε σχετική πίστωση στον προϋπολογισμό, β) προβλέφθηκε από σχετική υπουργική απόφαση και γ) τηρήθηκε η προβλεπόμενη για την πραγματοποίησή της διαδικασία εγκρίσεως από το αρμόδιο όργανο, 4)το εναγόμενο (αναιρεσείον) μη καταβάλλοντας το ποσό των 474.628,35 ευρώ, που τελικά έγινε δεκτό πρωτοδίκως ότι αντιστοιχούσε στις υποβληθείσες δαπάνες και παρασχεθείσες υπηρεσίες, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά το ποσό αυτό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν το Ελλ.Δημόσιο εάν προέβαινε στην ανάθεση των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση και το οποίο τελικώς μειώθηκε κατά το ποσό των κρατήσεων ύψους 12.252,60 ευρώ και της παρακράτησης φόρου ύψους 30.927, 59 ευρώ κατά τα οποία μειώθηκε το αναγνωρισθέν ποσό το οποίο ανήλθε σε 431.448,16 ευρώ με το νόμιμο τόκο και επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Εγινε δηλ. δεκτό ότι η σύμβαση με την οποία ανατέθηκαν οι υπηρεσίες στην ενάγουσα ήταν άκυρη διότι συνήφθη κατά παράβαση των διατάξεων των άρθ.78 έως 84 του ν.2362/1995 με κύρωση την κατ'άρθ. 85 εδ. α' Ν.2362/1995 απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως αξιώσεων με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, οι οποίες απορρέουν από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας και έχουν εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, ενώ ορθά δεν εφαρμόστηκε επειδή δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθ. 905 ΑΚ, καθόσον στην ένδικη περίπτωση επρόκειτο για επίδοση από παράνομη (άκυρη) αιτία, στην οποία δεν εφαρμόζεται, όπως προεκτέθηκε, η ΑΚ 905, εφόσον ελλείπει τέτοια εκούσια βούληση ελευθεριότητας, η δε αναιρεσίβλητη είχε συγκεκριμένη αιτιώδη βούληση με ανταλλακτική κατεύθυνση, συνδεόμενη με το ληφθέν τίμημα.
Περαιτέρω, η παρατιθέμενη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως , έστω και συνοπτική, είναι πλήρης και σαφής καθισταμένου ούτω εφικτού του αναιρετικού ελέγχου περί της ορθής υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ και της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 905 παρ.1 ΑΚ, με την παραδοχή ότι η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω µη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συµβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας, απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμων.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους πιο πάνω λόγους αναίρεσης , σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την πληττόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη με αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελλ.Δημόσιο λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημα που περιέχεται στο κατατεθέν υπόμνημά της (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθ… /2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ