Supreme Court allows appeal against insurance judgment, ordering restitution of paid sums and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance insurance judgment, ruling that the lower court failed to apply mandatory legal provisions regarding interest and costs. The appellant had voluntarily paid the disputed amount and related fees to the respondent, which the court ordered to be returned with interest. Consequently, the case was remitted to the original court for a new trial to enforce the restitution order.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive legal rule was violated, and where a judgment is revoked, the court must order restitution of sums paid under its execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1920 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1920/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Δ. του Ν., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μάλλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-2-2014 και 6-6-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο …. και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 867/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2023/2020 του Μονομελούς Εφετείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …. αίτησή της, με τις δε από …. προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-5-2020, με αριθμό δικογραφίας 862/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο …..2727/290/25-5-2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ αριθμ. 2023/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ….., που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α επ.
ΚΠολΔ., όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 31-3-2020 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα επίδοση.
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020, AΠ 19/2020, AΠ 270/2018). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, AΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 10/2017, Ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 265/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 184/2021, AΠ 265/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 142/2019, AΠ 747/2017, βλ.
και ΑΠ 929/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου (ΑΠ 12/2020). Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η αξίωση από την προαναφερθείσα διάταξη επιδιώκεται όταν πλέον έχει παγιωθεί - αποσαφηνιστεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η επιδικαζομένη δε για την αιτία αυτή χρηματική παροχή αποτελεί αποκατάσταση παρούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1793/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο ….. με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.2023/2020 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681 Α' επ. ΚΠολΔ., όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2019, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Ο Κ.
Δ. την 31-1-2012 και περί ώρα 16: 50, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, που ανήκει κατά κυριότητα στην ενάγουσα, η οποία επέβαινε σ' αυτό ως συνοδηγός, εκινείτο στην περιοχή ... επί της οδού ... με κατεύθυνση προς την οδό ..., ενώ ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας κατά τον αυτό χρόνο, το υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητο, που ανήκει κατά κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία είχε αναλάβει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, έβαινε στην ίδια ως άνω περιοχή επί της οδού ...
με κατεύθυνση προς την οδό .... Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στη διασταύρωση των οδών ... και ... δεν ανέκοψε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και δεν ακινητοποίησε τούτο πριν από την υφισταμένη στο σημείο εκείνο ενδεικτική πινακίδα STOP, όπως είχε υποχρέωση κατά το νόμο, αλλ' αντίθετα εισήλθε με αυξημένη ταχύτητα στην οδό ...
με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του επί το εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου, στο οποίο, όπως προεκτίθεται, επέβαινε η ενάγουσα, καθήμενη στη θέση του συνοδηγού και να τραυματισθεί σοβαρά η τελευταία. Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται στην ανεπιτηδειότητα του πρώτου εναγομένου περί την οδήγηση, ο οποίος δεν ασκούσε επαρκή έλεγχο και εποπτεία του αυτοκινήτου του και δεν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή, που κάθε μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, αφού παραβίασε την προαναφερόμενη απαγορευτική ενδεικτική πινακίδα STOP, ως μη ακινητοποιήσας το αυτοκίνητό του πριν απ' αυτή για να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ...
και στη συνέχεια να εισέλθει στη διασταύρωση, αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι ήταν ελεύθερη κυκλοφορίας οχημάτων, συνεχίζοντας την πορεία του ανεμπόδιστα. Επίσης, ο ίδιος εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, ενόψει των επικρατουσών στο σημείο εκείνο ειδικών συνθηκών και περιστάσεων (κατοικημένη περιοχή, πυκνή κίνηση οχημάτων).
Η ενάγουσα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν "δεμένη με ζώνη ασφαλείας, όπως είχε υποχρέωση κατά το νόμο, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε με σαφήνεια και ακρίβεια, αλλά και από ίδια αντίληψη, ο οδηγός του αυτοκινήτου της και αδελφός της Κ. Δ. καθώς η μάρτυρας αποδείξεως Μ. Κ.. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο πρώτος εναγόμενος τυγχάνει αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, τη δε ενάγουσα δεν βαρύνει οποιοδήποτε συντρέχον πταίσμα στην πρόκληση του τραυματισμού της, απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως της τρίτης εναγομένης, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, η ενάγουσα αμέσως μετά τον τραυματισμό της διακομίσθηκε στην ..., όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από κρανιοεγκεφαλική κάκωση - μεταδιασεισικό σύνδρομο, νοσηλευθείσα σ' αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 μέχρι 1-2-2012 (βλ. το υπ' αριθμ. ….. εξιτήριο της εν λόγω Κλινικής). Κατά την επανεξέτασή της την 21-2-2012 στο ... "ο ..." διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει διαταραχές από τις λειτουργίες, ήτοι τύπου υδροκεφάλου - εξωπυραμιδική συνδρομή - ακράτεια ούρων-διαταραχές μνήμης - μετωπιαίες διαταραχές (βλ.
την από 21-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του άνω Νοσοκομείου). Κατά την επανεξέτασή της τη 14-5-2013 στο ... ... διαπιστώθηκε ότι πάσχει από έτους και πλέον, κατόπιν Κ.Ε.Κ. - τροχαίου ατυχήματος, μεταδιασεισικού συνδρόμου, από ... - μετατραυματική διαταραχή ... με συνοδές καταθλιπτικές εκδηλώσεις ανορεκτικού τύπου (βλ. το υπ' αριθμ. ...
του εν λόγω Νοσοκομείου). Κατά δε την επανεξέταση της ενάγουσας την ... στο ... "ο ..." διαπιστώθηκε ότι πάσχει από 20μήνου και πλέον, κατόπιν τροχαίου ατυχήματος και της εξ αυτού προκληθείσης κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, από ... και υφίσταται απομόνωση, λειτουργική αδυναμία, επεισόδια θόλωσης της διάνοιας με συνοδό αποπραγματοποίησης, κεφαλαλγία (κατά καιρούς έντονη), ζάλη και αστάθεια βάδισης, τα δε επιμένοντα συμπτώματα έχουν προκαλέσει σ' αυτή αδυναμία να ασχοληθεί με βιοποριστικό επάγγελμα και επιβάλλουν ανελλιπή παρακολούθηση από ψυχίατρο, επιπλέον δε η νόσος αυτή είναι χρονίσασα και δυσίατη και την κατάσταση αυτή επιβαρύνει και καταθλιπτική συνδρομή με συνοδό αυτοκαταστροφικό, κατά καιρούς, ιδεασμό, ενώ πριν από το ανωτέρω ατύχημα δεν υφίστατο ιστορικό ψυχικής νόσου και όλη η συμπτωματολογία θεωρείται αποτέλεσμα του ατυχήματος (βλ.
το υπ' αριθμ. ... του ως άνω Νοσοκομείου, καθώς επίσης το από 14-11-2012 ιατρικό σημείωμα και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του ... Νοσοκομείου και την από 13-10-2014 ιατρική γνωμάτευση του ...". Προσέτι, η ενάγουσα, κατόπιν αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Κ.Ε.Π.Α., κρίθηκε ανάπηρη, κατά ποσοστό 67%, από 5-2-2013 μέχρι 28-2-2015, από το οποίο ποσοστό 65% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση (βλ.
την από 13-5-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Ι.Κ.Α). κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων συνάγεται ότι όλες οι προαναφερόμενες μεταγενέστερες συνέπειας της καταστάσεως της υγείας της ενάγουσας οφείλονται στον προκληθέντα, "συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, ως άνω τραυματισμό της (κρανιοεγκεφαλική κάκωση - μεταδιασεισικό σύνδρομο) και σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν προϋπήρχαν αυτού, υφισταμένης, συνεπώς, αιτιώδους συνάφειας των εν λόγω σωματικών βλαβών αυτής με το ένδικο ατύχημα, απορριπτομένου του αιτήματος της τρίτης εναγομένης περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν, αφού αποδείχθηκαν πλήρως όλα τα άνω διαλαμβανόμενα πραγματικά περιστατικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνεται πλέον αναγκαία η διεξαγωγή επ' αυτών πραγματογνωμοσύνης, ενόψει του ότι υφίσταται πλήρης ταύτιση διαγνώσεων και απόψεων από ιατρούς τριών Νοσοκομείων [σχ ΑΠ 361/2016ΤΝΠ,ΔΣΑ].
Περαιτέρω, η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 31- 1- 2012 μέχρι 31-1-2014, ήτοι επί είκοσι τέσσερις (24) μήνες συνολικά, δέχθηκε τις αναγκαίως αυξημένες υπηρεσίες και περιποιήσεις της οικογενειακής της φίλης Κ. Ρ. για την αποκατάσταση της υγείας της και ζημιώθηκε, συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε οικιακή βοηθό, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, δαπανώντας το ποσό των 12.000 ευρώ συνολικά, κατά το οποίο ζημιώθηκε, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η εν λόγω φίλη της δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις νοσοκόμου.
Προσέτι, η ενάγουσα τυγχάνει πτυχιούχος από 26-10-1994 του Οικονομικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 31-5-2011 μέχρι 11-1-2013, ετύγχανε εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", επιπλέον, απασχολείτο ατομικά με το εμπόριο συσκευών κινητής τηλεφωνίας υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας με ημερομηνία εισόδου την 27-4-1999 και ημερομηνία εξόδου την 4-2-2013 (βλ.
το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του ...). Τα Ιατρικά Πιστοποιητικά των Δημοσίων Νοσοκομείων αναφέρονται κατά τρόπο απολύτως σαφή και ορισμένο στην άμεση σύνδεση των συνεπειών των σωματικών βλαβών με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα.
Ειδικότερα :
α. Το υπ'αριθμόν ... Εξιτήριο της "..." μεταξύ άλλων αναφέρει [.. ] Τροχαίο ατύχημα κρανιοεγκεφαλική κάκωση- μεταδιασεισικό σύνδρομο [.. ] β. Το από 14-5-2013 και υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... Πιστοποιητικό του ...", μεταξύ άλλων αναφέρει [..] Η ανωτέρω ασθενής, πάσχει από έτους και πλέον (κατόπιν ΚΕΚ-μεταδεισιακό σύνδρομο), P.T.S.D- μετατραυματικές διαταραχές, ..., με συνοδές καταθλιπτικές εκδηλώσεις Γ..
I γ. Οι από 21-2-2012 Ιατρικές Οδηγίες του ... "..." (...), μεταξύ άλλων αναφέρουν [... ] Ασθενής. 47 ετών, με τροχαίο προ διημέρου, παρουσιάζει διαταραχές από τις ανώτερες λειτουργίες (τύπου υγροκεφάλου: εξωπυραμιδική συνδρομή- ακράτεια ούρων) [... ] δ. Η από ... και υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... Ιατρική Βεβαίωση του ... "..." (...), μεταξύ άλλων αναφέρει.
Σημειώνεται ότι προ του ατυχήματος δεν υφίστατο ιστορικό ψυχικής νόσου και η συμπτωματολογία θεωρείται αποτέλεσμα του ατυχήματος ε. Το από 14-11-2012 Ιατρικό Σημείωμα του ... (...), μεταξύ άλλων αναφέρει [..] Μετά το ανωτέρω συμβάν περιγράφεται από την ασθενή εμφάνιση διάχυτης κεφαλαλγίας ήπιας έντασης, επεισοδίων ζάλης ενίοτε περιστροφικού χαρακτήρα με συνοδό ναυτία, τα οποία προοδευτικά επιδεινώνονται και διαταραχών βάδισης με αστάθεια και παρέκκλιση κατά την ευθεία πορεία.
Από τον Μάρτιο αναφέρονται επίσης, επιτακτικές ουρήσεις έως σημείου ακράτειας, τρόμος άκρων χειρών, υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας και υποκειμενικό αίσθημα διαταραχής της πρόσφατης μνήμης. Γ.,.Ί στ. Η από 13-10-2014 Ιατρική Γνωμάτευση του ..." μεταξύ άλλων αναφέρει [.. ] πάσχουσα από τριετίας περίπου εκ P.T.S.D.
μετατραυματικής διαταραχής, ..., με καταθλιπτικές συνιστώσες και σωματική μείωση της ουσιαστικής της δραστηριότητας ως και λειτουργική έκπτωση/ τροχαίο ατύχημα με συνοδό κρανιοεγκεφαλική κάκωση [διάσειση) [... ] ζ. Το από 29-10-2014 και υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ... Ιατρικό Πιστοποιητικό του ... (Α' ...), μεταξύ άλλων αναφέρει η νόσος εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 μετά από τροχαίο ατύχημα για το οποίο νοσηλεύθηκε στην ...
και εξήλθε με διάγνωση "κρανιοεγκεφακλική κάκωση- μεταδιασεισικό σύνδρομο η. Ο από ... Εισηγητικός Φάκελος Παροχών Αναπηρίας, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ή νόσος εκδηλώθηκε το Φεβρουάριο του 2012 μετά από τροχαίο ατύχημα για το οποίο νοσηλεύθηκε στην ... και εξήλθε με διάγνωση "κρανιοεγκεφακλική κάκωση -μεταδιασεισικό σύνδρομο θ.
Η από 7-12-2017 Ιατρική Βεβαίωση-Γνωμάτευση του ... "..." (...), η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει [.. ] συμπτωματολογία που άρχισε κατόπιν τροπαίου ατυχήματος με συνοδό ΚΕΚ το 2012 χωρίς προηγούμενο ψυχιατρικό ιστορικό. Νόσος δυσίατος, άμεση συνδεόμενη με το ατύχημα. Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι η συναισθηματική αστάθεια της ενάγουσας έχει αρνητικές επιπτώσεις στις συναναστροφές της με τον κοινωνικό και επαγγελματικό της περίγυρο και ότι οι συνέπειες στην επαγγελματική ανέλιξη δεν είναι ευνοϊκές, ενώ πάσχουσα από τριετίας περίπου εκ P.T.S.D.
μετατραυματικής διαταραχής, ..., με καταθλιπτικές συνιστώσες και σωματική μείωση της ουσιαστικής της δραστηριότητας ως και λειτουργική έκπτωση και ανάπηρη ως προαναφέρθηκε, κατά ποσοστό 67%, από 5-2-2013 μέχρι 28-2- 2015, από το οποίο ποσοστό 65% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση (βλ. την από 13-5-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Ι.Κ.Α).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του ότι για την επιδίκαση αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, αρκεί το αντικειμενικό γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως αυτοτελές έννομο αγαθό, που χρήζει προστασίας, χωρίς την ανάγκη ειδικού προσδιορισμού συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, η οποία, άλλωστε, δεν δύναται να προσδιορισθεί, πρέπει αφού η ως άνω μόνιμη αναπηρία κατά 67% δυσχεραίνει σε πολύ σοβαρό βαθμό όχι μόνο την προσωπική της ζωή, τις κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές της, αλλά αποτελεί αρνητικό στοιχείο και για την κοινωνική και επαγγελματική της ανέλιξη, αφού είναι δεδομένη, στα πλαίσια του επαγγελματικού ανταγωνισμού και όσων ανωτέρω ειδικότερα αναφέρονται, η εξ αυτής δυσμενής, στον τομέα αυτό, επίδραση.
Συνακολούθως και δεδομένου ότι η δυσμενής αυτή επίδραση του τραυματισμού της παθούσας ενάγουσας στο κοινωνικό και οικονομικό της μέλλον δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., νόμιμη, με βάση τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτιθέμενα, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ αυτής ευλόγου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το φύλο και την ηλικία του, τη φύση της επαγγελματικής της δραστηριότητος, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας της, της καλής προ του τραυματισμού της, φυσικής του καταστάσεως και της ανυπαρξίας ευθύνης της στην επέλευση του ένδικου τροχαίου συμβάντος και του εξ αυτού τραυματισμού της, απότοκοις του οποίου υπήρξε ή κατάσταση αναπηρίας στην οποία τελεί, κρίνεται ότι πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 75.000 ευρώ [βλ ΑΠ. 1207/2017ΤΝΠ.ΔΣΑ] Τέλος, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της αδικοπραξίας, τις συνθήκες τελέσεώς της, το έντονο ψυχικό άλγος, που προκλήθηκε στην ενάγουσα ένεκα της τελέσεώς αυτής, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα, την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, τον σοβαρό ως άνω τραυματισμό της ενάγουσας και τις σοβαρότατες συνέπειες αυτού, την έκταση της βλάβης της, τα λοιπά λεπτομερώς αναφερόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εξαιρουμένης εκείνης της τρίτης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και την προσωπικότητα εκάστου διαδίκου, κρίνει ότι το απαιτούμενο ποσό για τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος της ως άνω αδικοπραξία, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο και σύμφωνο με την δικαστηριακή πρακτική [βλ AΠ 361/201 ΘΤΝΠ,ΔΣΑ].
Το δε μονομελές Πρωτοδικείο (ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων) υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχερείας, αφού το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μεγαλύτερο εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις και με την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας δεκτού γενομένου του τέταρτου λόγου έφεσης της εναγόμενης.
Εξάλλου κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, ο "τόκος" "επιδικίας" (του άρθρου 346 ΑΚ) αφορά προδήλως, του νόμου μη διακρίνοντος, σε κάθε αγομένη δι' αγωγής ενώπιον του δικαστηρίου και εντόκως επιδικαζόμενη χρηματική απαίτηση, είτε ζητείται η καταψήφιση της είτε η αναγνώριση της οφειλής της χωρίς άλλωστε να υπάρχει "εύλογη" αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.
δ' και ε' του ΑΚ.[ΑΠ1207/2017ΤΝΠ,ΔΣΑ], Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες: α) η έφεση της ενάγουσας και β) η έφεση της εναγομένης και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 867/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 τον ΚΠολΔ) να ερευνηθεί, και να γίνει εν μέρει δεκτή η από 1-2-2014 και υπ' αριθμόν καταθέσεως δικογράφου 785/2014 αγωγή και η από 6-6-2014 και υπ' αριθμόν καταθέσεως δικογράφου 2915/2014 αγωγή της ενάγουσας κατά τα προαναφερόμενα.
Κατόπιν όλων των προεκτιθεμένων, πρέπει η από 1-2-2014 αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αφ' ενός μεν να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ, αφ' ετέρου δε να αναγνωρισθεί ότι η τρίτη εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.000 ευρώ για την από 1- 2-2014 αγωγή και 75.000 ευρώ αναφορικά με την από 6-6-2014 αγωγή αμφότερα δε τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως εκάστης αγωγής μέχρι;
εξοφλήσεως, όπως ακριβώς αιτείται η τελευταία με τις ένδικες αγωγές της....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τόσον την έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) όσο και την αντίθετη έφεση τη εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 867/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) ως προς το κεφάλαιο κατά το οποίο είχε απορρίψει ως αόριστη την ερειδόμενη στο άρθρο 931 Α.Κ.
αξίωση της ενάγουσας, β) ως προς το επιδικασθέν στην ενάγουσα κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας, διακράτησε την υπόθεση, συνεκδίκασε την από 1-2-2014 και με αρ. κατάθ. δικογρ. 785/2014 αγωγή της τώρα αναιρεσίβλητης και την από 6-6-2014 αγωγή της αυτής τώρα αναιρεσίβλητης, θεώρησε ότι αυτές δεν ασκήθηκαν ως προς τους πρώτο και δεύτερο εναγόμενους αυτών, και στην συνέχεια, Α) δικάζοντας επί της από 1-2-2014 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την τρίτη εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα αφενός το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που οφειλόταν στην (μη αμφισβητούμενη στην προκείμενη αναιρετική δίκη) αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, αφετέρου αναγνώρισε την υποχρέωση της τρίτης εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στην ενάγουσα (τώρα αναιρεσίβλητη) το ποσό των 12.000 ευρώ για αποζημίωσή της, αμφότερα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Β) δικάζοντας επί της από 6-6-2014 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της τρίτης εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στην ενάγουσα (τώρα αναιρεσίβλητη) για εύλογη κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ.
αποζημίωσή της από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το ποσό των 75.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας από της επιδόσεως της εν λόγω αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις επικαλούμενη τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι αφενός 1α) τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 931 Α.Κ., για την επιδίκαση της κατά το άρθρο αυτό πρόσθετης αποζημίωσης, την οποία (διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ.) παραβίασε ευθέως, εφαρμόζοντας αυτή, ενώ, με βάση τις αναλυτικά εκτιθέμενες στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον δεν συνέτρεχε μόνιμη και διαρκής αναπηρία στο πρόσωπο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφετέρου 1β) παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης και διαρκούς αναπηρίας της ενάγουσας, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 931 Α.Κ..
Περαιτέρω με τον ίδιο πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, καθώς και με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις που συνίστανται στο ότι το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 Α.Κ., 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες παραβίασε ευθέως, επιδικάζοντας στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη ως εύλογη πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 75.000 ευρώ και ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα το ποσό των 60.000 ευρώ, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το ως άνω 1β σκέλος αυτού, με το οποίο βάλλει κατά της προσβαλλόμενης αιτιώμενος αυτή για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, καθόσον τα αναλυτικά ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης στην ενάγουσα εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ και τείνουν στη θεμελίωση του ως άνω επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 Α.Κ..
Συγκεκριμένα το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ταυτόχρονα αφενός ότι η ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη κρίθηκε ανάπηρη για συγκεκριμένο, πρόσκαιρο χρονικό διάστημα, και δη από 5-2-2013 μέχρι 28-2-2015 (βλ. σελίδα 12 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου το Δικαστήριο δέχεται κατά την ανέλεγκτη κρίση του πως η ενάγουσα "...
κρίθηκε ανάπηρη, κατά ποσοστό 67% από 5-2-2013 μέχρι 28-2-2015, από το οποίο ποσοστό 65% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση..."), αφετέρου ότι η ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη πάσχει από μόνιμη (δηλαδή όχι από πρόσκαιρη) αναπηρία (βλ. σελίδα 18 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου το Δικαστήριο δέχεται κατά την ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με την ενάγουσα, πως "...
η ως άνω μόνιμη αναπηρία κατά 67% δυσχεραίνει σε πολύ σοβαρό βαθμό όχι μόνο την προσωπική της ζωή, τις κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές της,..."). Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται στην προσβαλλόμενη και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το κρίσιμο ζήτημα της μονιμότητας ή μη της οφειλόμενης στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αναπηρίας της ενάγουσας, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση της επιδίκου αξίωσης της ενάγουσας για εύλογη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης της ενάγουσας στο πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 Α.Κ.
Παρέλκει συνεπώς η εξέταση του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το ίδιο ως άνω 1α σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο ίδιο αναιρούμενο κεφάλαιο. Περαιτέρω ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης, αιτιώμενη αυτήν για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 931, 932 Α.Κ., 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, και τούτο διότι, κρίνοντας το Εφετείο όπως ανωτέρω παρατέθηκε, δηλαδή με το να καθορίσει αφενός την καταβλητέα στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη υπό της τρίτης εναγομένης (τώρα αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας εύλογη αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ από τον προαναφερόμενο τραυματισμό της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα στο ποσό των 75.000 ευρώ, αφετέρου την καταβλητέα στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτή υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, στο ποσό των 60.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερβαίνουν καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ Επομένως κατά παραδοχή των προαναφερόμενων πρώτου και δεύτερου των λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της η προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις επικαλούμενη τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της πλασματικής δαπάνης της ενάγουσας, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε πως η ενάγουσα "κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 μέχρι 31-1-2014, ήτοι επί είκοσι τέσσερις (24) μήνες συνολικά, δέχθηκε τις αναγκαίως αυξημένες υπηρεσίες και περιποιήσεις της οικογενειακής της φίλης Κ.
Ρ. για την αποκατάσταση της υγείας της και ζημιώθηκε, συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε οικιακή βοηθό, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, δαπανώντας το ποσό των 12.000 ευρώ συνολικά, κατά το οποίο ζημιώθηκε, εν όψει μάλιστα του γεγονότος ότι η εν λόγω φίλη της δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις νοσοκόμου....", ταυτόχρονα και όλως αντιφατικά δέχθηκε (το Εφετείο) πως η ενάγουσα εργαζόταν κατά ένα μεγάλο μέρος του ως άνω χρονικού διαστήματος για το οποίο της επιδικάστηκε η προαναφερθείσα πλασματική δαπάνη ποσού 12.000 ευρώ, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 (ένδικο τροχαίο ατύχημα) μέχρι και 11-1-2013 συνέχισε να εργάζεται αφενός ως εταίρος και διαχειρίστρια της αναφερόμενης στην προσβαλλόμενη ΕΠΕ, αφετέρου ως εμπορευόμενη συσκευές κινητής τηλεφωνίας, με ημερομηνία εξόδου από το εν λόγω εμπόριο την 4-2-2013.
Ότι επίσης το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το προαναφερόμενο και επιδικασθέν στην ενάγουσα κονδύλιο πλασματικής δαπάνης, καθόσον δεν προσδιόρισε στο σκεπτικό της τις συγκεκριμένες υπηρεσίες που είχε ανάγκη η ενάγουσα συνεπεία του (οφειλόμενου στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου) τραυματισμού της, δεν διασαφηνίζει αν είχε ανάγκη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμας ή απλής οικιακής βοηθού, ούτε διασαφηνίζει πόσες ώρες ημερησίως είχε ανάγκη η ενάγουσα των αυξημένων υπηρεσιών τρίτου προσώπου και ποιες συγκεκριμένες ώρες το εν λόγω τρίτο πρόσωπο προσέφερε στην ενάγουσα τις αυξημένες υπηρεσίες που είχε ανάγκη, καθώς και εάν η εν λόγω φίλη της διανυκτέρευε ή όχι στο σπίτι της ενάγουσας.
Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος καθόσον τα αναλυτικά ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης στην ενάγουσα πλασματικής δαπάνης συνεπεία του ένδικου και οφειλόμενου στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, που οδηγούσε το ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα - Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο τραυματισμού της, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την επιδίκαση της εν λόγω πλασματικής δαπάνης. Συγκεκριμένα το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ταυτόχρονα αφενός τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα : "Περαιτέρω, η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 μέχρι 31-1-2014, ήτοι επί είκοσι τέσσερις (24) μήνες συνολικά, δέχθηκε τις αναγκαίως αυξημένες υπηρεσίες και περιποιήσεις της οικογενειακής της φίλης Κ.
Ρ. για την αποκατάσταση της υγείας της και ζημιώθηκε, συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε οικιακή βοηθό, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, δαπανώντας το ποσό των 12.000 ευρώ συνολικά, κατά το οποίο ζημιώθηκε, εν όψει μάλιστα του γεγονότος ότι η εν λόγω φίλη της δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις νοσοκόμου.", αφετέρου και όλως αντιφατικά δέχθηκε (το Εφετείο) τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Προσέτι, η ενάγουσα τυγχάνει πτυχιούχος από 26-10-1994 του Οικονομικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ, κατά το χρονικό διάστημα από 31-5-2011 μέχρι 11-1-2013, ετύγχανε εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", επιπλέον, απασχολείτο ατομικά με το εμπόριο συσκευών κινητής τηλεφωνίας υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας με ημερομηνία εισόδου την 27-4-1999 και ημερομηνία εξόδου την 4-2-2013...", δηλαδή, ενώ δέχθηκε (το Εφετείο) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 (ένδικο τροχαίο ατύχημα) μέχρι και 11- 1-2013 η ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται αφενός ως εταίρος και διαχειρίστρια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ",αφετέρου ως εμπορευόμενη συσκευές κινητής τηλεφωνίας και υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, εντούτοις, όλως αντιφατικά επιδικάζει για το ως άνω χρονικό διάστημα από 31-1-2012 (οπότε έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα) μέχρι και 11-1-2013, αλλά και για το μεταγενέστερο τούτου χρονικό διάστημα από 11-1-2013 μέχρι 31-1-2014 την προαναφερόμενη πλασματική δαπάνη 500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά από 31-1-2012 μέχρι 31-1-2014 επιδικάζει για την ανωτέρω αιτία 12.000 ευρώ.
Επομένως πρέπει ο ως άνω τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης της εξέτασής του κατά το μέρος που αποδίδει στην πληττόμενη ανεπαρκείς αιτιολογίες, και να αναιρεθεί, και κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο επιδικάστηκε στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσίβλητη πλασματική δαπάνη ανερχόμενη στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 31-1-2012 μέχρι 31-1-2014 ανερχόμενη στο ποσό των 12.000 ευρώ.
Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των, κατά τα ανωτέρω, γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, καθ' όλα τα πληττόμενα και επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση κεφάλαια, ήτοι κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης ποσού 60.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας - τώρα αναιρεσίβλητης, κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας σε αυτήν πλασματικής αποζημίωσης ποσού 12.000 ευρώ και κατά το κεφάλαιο της επιδικασθείσας σε αυτήν πρόσθετης αποζημίωσης κατ'άρθρο 931 Α.Κ., ποσού 75.000 ευρώ, πρέπει συνακόλουθα, με τις σκέψεις αυτές, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Μετά ταύτα αποβαίνει περιττή η έρευνα του τέταρτου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε σχέση με την (παρεπόμενη ως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης), επιδίκαση τόκων επιδικίας στα ως άνω επιδικασθέντα και αναιρεθέντα δια της παρούσης κεφάλαια.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 περ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις κατατεθείσες στις 17-11-2021 προτάσεις της, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 216.353,46 ευρώ, το οποίο κατέβαλε, εκουσίως, προς την αναιρεσίβλητη διαδοχικά στις 8-6-2016, στις 27-5-2020 και στις 27-5-2020, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, εκ των οποίων ποσό 147.000 ευρώ για το συνολικά επιδικασθέν κεφάλαιο, ποσό 62.003,46 ευρώ για τους επ' αυτού δικονομικούς τόκους και ποσό 7.350 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη.
Η καταβολή προαποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από 8-6-2016, 27-5-2020 και 27-5-2020 ισόποσες έγγραφες ιδιωτικές αποδείξεις, που είναι υπογεγραμμένες (αντιστοίχως) οι μεν δύο πρώτες ιδιωτικές αποδείξεις από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, η δε τελευταία ιδιωτική απόδειξη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, γεγονός που άλλωστε δεν αμφισβητεί η αναιρεσίβλητη.
Μετά την κατά τα προαναφερθέντα αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, πρέπει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2023/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των διακοσίων δεκαέξι χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τριών ευρώ και σαρανταέξι λεπτών (216.353,46 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ