Legislator Case Law & Legislation
1920/2017 AI generated

1920/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1920/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Legislator headnote

AI generated

1920/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1920 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1920/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κοσμά Κοτέα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χλωρό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2014 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ καθένας από τους συζυγούς μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως λόγος διαζυγίου, ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.

Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.

Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (Κ.Πολ.Δ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.

Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. (ΑΠ 1060/2014, 1481/2011). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου και κατ’ αποδοχή της αγωγής αυτής απαγγελθεί από το δικαστήριο της ουσίας με τελεσίδικη απόφαση η λύση του γάμου, για ισχυρό κλονισμό από λόγους συνδεόμενους με το πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων, είναι προφανές ότι ο διάδικος, του οποίου η αγωγή έγινε δεκτή, δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 556 παρ.2 και 578 ΚΠολΔ, να ασκήσει αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της, με σκοπό να εξαφανιστούν βλαπτικές γι’ αυτόν εσφαλμένες αιτιολογίες που αφορούν δική του συμπεριφορά κλονιστική, καθόσον η έννομη συνέπεια που επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει και ως εκ τούτου το υποβληθέν από τον ίδιο αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο (αντικειμενικό κλονισμό του γάμου), ενώ η ίδια απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την ύπαρξη κανενός από τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που κρίθηκε, ότι επέφεραν ή όχι τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων (ΑΠ 559/2015, 1055/2009, 1326/2008, 1084/2008).

Το γεγονός δε ότι η απόφαση περιέχει αιτιολογίες δυσμενείς και για το διάδικο αυτό, δηλαδή δέχεται ότι ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων, που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί οποιαδήποτε δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις συγκεκριμένες αιτιολογίες, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο, για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη (ΑΠ 1228/2015, 1514/2010, 170/2008, 1556/2006).

Τέλος, το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.1, 2 και 577 παρ.1 ΚΠολΔ, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναίρεσης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του, συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου, ως απαραδέκτου (ΑΠ 1570/2014, 1228/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2007 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, από λόγους (αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα), που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του τελευταίου.

Η αγωγή αυτή έγινε αρχικά δεκτή με την 29/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και μετά την άσκηση της από 1-3-2010έφεσης του τελευταίου κατ’ αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη 318/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού, οφειλόμενου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της, στη συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αμφότερους τους διαδίκους.

Ενόψει όμως των προεκτεθέντων και ιδίως του αιτήματος της ένδικης αγωγής διαζυγίου της αναιρεσείουσας, του αντικειμένου της σχετικής δίκης και του δεδικασμένου που παράγεται από την εκδοθείσα ως άνω 318/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η υπό κρίση αίτηση της ενάγουσας, για αναίρεση της απόφασης αυτής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατ’ επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 68, 73 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.10.2014 αίτηση της Μ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 318/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ