Legislator Case Law & Legislation
1920/2014 AI generated

1920/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1920/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ευγενία Προγάκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1920/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Keywords

AI generated
freedom to choose healthcare provider right to a decision euthanasia right to legal counsel conscience clause informed consent
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1920 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1920/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ευγενία Προγάκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Κ. του Ν., 2)Κ. Κ. του Ν., 3)Γ. Κ. του Ν., 4)Α. Κ. του Ν. και 5)E. Κ. του Ν., κατοίκων ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Ι. Κ. του Νικολάου. Οι 1η, 2η και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δήμου Φαρρών Αχαΐας, που εδρεύει στην Χαλανδρίτσα Αχαΐας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία δήλωσε ότι ο Δήμος Ερυμάνθου, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Φαρρών, συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2063/1986 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών λόγω αρμοδιότητας, 356/1987, 997/1988 μη οριστικές, 390/1997 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, 108/2002 μη οριστική και 410/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 25-6-2002 ανακοπή ερημοδικίας του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκαν οι 802/2004, 1114/2006 μη οριστικές και 1236/2007 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 26-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνέπεια της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1,2,104, και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, χωρίς αυτόν και δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητα του, την οποία ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος. Στην περίπτωση δε που ο αντίδικος του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.

Τέλος, κατά τα άρθρα 38 παρ.1 εδ.α' και 72 παρ.1 εδ. ιγ' και ιε' του ν.3.852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" που κατά το άρθρο 286 αυτού ισχύουν από 1/1/2011 "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα Δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή (άρθρο 58 παρ.1 εδ.α')"... "Η οικονομική επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες... αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας του σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 72 παρ.1 εδ.ιγ' και ιε')". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση της οικονομικής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη πληρεξούσιου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως για το διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς, πρέπει ο Δήμαρχος που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια να διορίσει το δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ.1,2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 517/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση η από 26/11/2010 αίτηση των 1) Α.

Κ., 2) Κ. Κ., 3) Γ. Κ., 4) Α. Κ. και 5) Ε. Κ. για αναίρεση της 1236/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία (αίτηση αναίρεσης) στρέφεται κατά του Δήμου Φαρρών Αχαΐας και του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (2/4/2014) εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, ενώ δεν εμφανίσθηκαν οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες, ενόψει του ότι αυτή γίνεται με επίσπευση των αναιρεσειόντων.

Επίσης, στην ίδια πιο πάνω δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο Φαρρών Αχαΐας, τον οποίο διαδέχθηκε ήδη ο Δήμος Ερυμάνθου, εκπροσώπησε η δικηγόρος Παναγιώτα Καρπουζάκη, η οποία για την πρόσληψη της προσκομίζει απόσπασμα της 27/2.4.2012 απόφασης της οικονομικής επιτροπής του ανωτέρω Δήμου.

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο Δήμαρχος Ερυμάνθου έδωσε στην παριστάμενη δικηγόρο ρητή πληρεξουσιότητα με τους συστατικούς τρόπους που προβλέπει ο ΚΠολΔ να εκπροσωπήσει στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και, συνεπώς, ο τελευταίος θεωρείται δικονομικώς απών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 6674Δ/24.1.2012 και 5856ΣΤ/18.3.2011 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Πατρών Δ. Α. και Αθηνών Σ. Ρ., αντίστοιχα, που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο της από 26/11/2010 αίτησης για αναίρεση της 1236/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4/4/2012, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τις 18/9/2013 και στη συνέχεια για την παρούσα δικάσιμο (2/4/2014) επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, στους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους συνεπώς θα προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί από το διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου.

Η πιο πάνω δε διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 302/2007,ΑΠ 141/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 802/2004 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του, αναφορικά με την από 25-6-2002 ανακοπή ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την εξαφάνιση της 410/2002 εφετειακής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε ερήμην του και δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη έφεση των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 390/1997 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η υπάλληλος του ανακόπτοντος Δήμου Α.

Γ. παρέλαβε την από 23-10-2000 κλήση του εκκαλούντος Ι. Κ., που αποβίωσε πριν την ανακοπή και στη θέση υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσείοντες, για τη συζήτηση της έφεσης του κατά της 390/1997 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 20-11-2001, η συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 10-1-2002.

Την κλήση αυτή ο Δήμαρχος, ως νόμιμος εκπρόσωπος του ανακόπτοντος, παρέδωσε στις 22-11-2001 στον Δ. Σ., Πρόεδρο του τοπικού συμβουλίου της πρώην Κοινότητας Λακκωμάτων, στα διοικητικά όρια της οποίας περιλαμβάνεται το επίδικο, προκειμένου να την παραδώσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο Δ. Σ. όμως την 3-12-2001 εισήχθη εκτάκτως στο ΓΠΠ Νοσοκομείο του Ρίου, όπου διαπιστώθηκε κύστη εχινόκοκκου στο δεξιό του πνεύμονα, υποβλήθηκε σε θωρακοτομή και παρέμεινε νοσηλευόμενος υπό καταστολή στην μονάδα εντατικής θεραπείας του ίδιου Νοσοκομείου, μέχρι την 8-2-2002, οπότε και αποβίωσε.

Ο τελευταίος δεν είχε παραδώσει την παραπάνω κλήση στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος, γεγονός το οποίο ο ίδιος αγνοούσε. Πιθανολογήθηκε, ότι δικαιολογημένα ο ανακόπτων πίστευε, ότι ο προαναφερόμενος Δ. Σ.ς θα είχε ενημερώσει το νομικό παραστάτη του και μάλιστα πριν από την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, καθόσον υπήρξε επιμελής και σε ότι αφορά σχετικές άλλες υποθέσεις.

Το αιφνίδιο δε γεγονός της ασθένειας του και η παραμονή του σε καταστολή στη μονάδα εντατικής θεραπείας, εμπόδιζε κάθε επικοινωνία μαζί του και έτσι ανυπαίτια ο ανακόπτων, που του παρέδωσε αμέσως την κλήση για τη συζήτηση της έφεσης, δεν παρέστη κατ' αυτήν". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν λόγους ανωτέρας βίας, και κατόπιν τούτου δέχτηκε την ανακοπή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, διέταξε την επιστροφή του παραβόλου στον ανακόπτοντα, εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση και προχώρησε στην έρευνα της ένδικης διαφοράς.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη απόφαση του δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας, διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, την οποία ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται; (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, (β) Στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) Στα αφιερωμένα σ' έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ). (δ) Στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα "νεκρά".

Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου "περί Ταπίων" της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα, στα οποία, όπως προαναφέρθηκε ανήκαν οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές και τα δάση, εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.

Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου.

Έτσι, κατά τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτηθεί από ιδιώτες, στους οποίους παραχωρούνταν προς τούτο οι γαίες αυτές, ενώ η περιοριζόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο κυριότητα, παρέμενε στο Τουρκικό Δημόσιο. Εξάλλου, από τα άρθρα 1648 και 1674 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα στα ακίνητα που υπάγονταν στη κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτών ιδιώτης με χρησικτησία, διότι δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της κυριότητας η χρησικτησία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας η άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτηση τους. Έτσι, κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39) 9 παρ. 1 (Βασ. 50.14), γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, αν νεμηθεί αυτό συνέχεια επί μία τριακονταετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται κατ" ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου (ν. 27, Πανδ. (18.1.), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 65 του ΕισΝΑΚ, από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ αρκεί η για μια εικοσαετία νομή με διάνοια κυρίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχΰσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, ν.2 παρ. 2, Πανδ. (41.4), ν. 5, Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (13.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), για το συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στον ίδιο αυτού χρόνο, προς συμπλήρωση του πιο πάνω χρόνου που ήταν αναγκαίος για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτούνταν νόμιμη αιτία, δηλαδή, ειδική ή καθολική διαδοχή.

Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1, Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1, Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20, Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. Πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3, Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει περαιτέρω, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.

Και αυτό, γιατί μετά την αμέσως πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα δημόσια κτήματα, όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, κατά την οποία τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων δεν υπόκεινται σε καμιά παραγραφή στο μέλλον, ενώ, εξάλλου, αυτή που άρχισε, δεν έχει καμιά συνέπεια, αν μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών, κατά τους νόμους που ίσχυαν.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή, η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του νόμου αυτού δεν έχει έννομη συνέπεια, αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με εκείνη του άρθρου 53 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που προμνημονεύθηκαν, προκύπτει ότι μέχρι το χρόνο ισχύος του πιο πάνω ν.δ. του έτους 1926 τα επί ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονται μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 16.5.1926 έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του Δημοσίου και μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας.

Ενόψει, επομένως, του ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ήδη ανασταλεί από τα προγενέστερης ισχύος διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12.9.1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, ενώ η μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου σε ακίνητο του Δημοσίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας σε βάρος του, μέχρι μεν τις 15.6.1926, λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, έκτοτε δε, λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται της χρησικτησίας (Ολ.

ΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών χωρίς βλάβη των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, και β) το άρθρο 3 του ν.

ΨΗΖ71880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Αφετέρου, από τις διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ. δικαίου, των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ.1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.

δικαίου, εφόσον ο σχετικός χρόνος είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 (ΑΠ 730-731/2004). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά τα δάση. Περαιτέρω, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε, ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν.1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε τη κυριότητα του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψης τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Ειδικότερα, μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης περιήλθαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων".

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η επίδικη έκταση, εμβαδού 350 περίπου στρεμμάτων, βρίσκεται στις συνεχόμενες θέσεις "Δ." και "Τ." της ευρύτερης; ορεινής περιοχής με τη γενική ονομασία "Ω." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Λακκωμάτων Αχαΐας και συνορεύει ανατολικά με βοσκότοπο - φερόμενο- ως ιδιοκτησία Γ.

Γ., νοτιοανατολικά με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία Α. Κ., νότια με την κορυφή του Προφήτη Ηλία, δυτικά με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Κ. και νοτιοδυτικά με βοσκότοπο φερόμενο ως ιδιοκτησία Ζ. Ά., και βόρεια με βοσκότοπο, φερόμενο ως ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Κ.. Η ίδια έκταση ανήκει στην κατηγορία των λεγομένων υπαλπικών περιοχών, αφού βρίσκεται πάνω από τα όρια ανάπτυξης του ελατοδάσους, το οποίο στη συγκεκριμένη περιοχή φθάνει μέχρι το ύψος των 1.000 μ, έχει δε η επίδικη έκταση μέσο υψόμετρο 1.800 μ και διαφορετική μορφολογία εδάφους.

Ειδικότερα αποτελείται από χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις και ημιβραχώδεις περιοχές με μικρές και μεγάλες κλίσεις, που φθάνουν μέχρι και ποσοστό 70%. Η βλάστηση, η οποία αναπτύσσεται, είναι ορεινή, χορτολιβαδική, ποώδης και φρυγανώδης με χαρακτηριστικά φρύγανα της όλης περιοχής τα τετράγκαθα, δεν υπάρχει δε ούτε ίχνος ξυλώδους δασικής βλάστησης.

Η ίδια περιοχή προσφέρεται μόνο για τη βόσκηση ποιμνίων. Ουδέποτε καλλιεργήθηκε, επειδή δεν υπήρχε η σχετική δυνατότητα, τόσον λόγω της μορφολογίας του εδάφους, το οποίο στη συνολική του σχεδόν επιφάνεια, είναι πετρώδες, όσον και λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, που δεν ευνοούν οποιαδήποτε καλλιέργεια, αφού τους περισσότερους μήνες του χρόνου καλύπτεται από χιόνι.

Η επίδικη έκταση ως ορεινός βοσκότοπος, που βρισκόταν στην περιφέρεια της Ελλάδας, που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού, με βάση τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9-7-1932 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Εξάλλου κατά την έναρξη της ισχύος του ΒΔ/τος της 3/15-12-1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον κατέχει τούτο και το εξουσιάζει με τη θέληση να είναι κύριος αυτού από το 1950, με την προσμέτρηση στη νομή του, της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, που αρχίζει πριν από το 1880.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο παραχώρησε σ' αυτόν ατύπως ο πατέρας του Ν. Κ., ο οποίος νεμηθηκε τούτο με καλή πίστη κατά τα 305 στρέμματα ως κληρονόμος του δικού του πατέρα Π. και παππού του ενάγοντα, που πέθανε το 1910, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμίχθηκε και κατά ποσοστό 1/3 των υπολοίπων 45 στρεμμάτων με βάση το .../1942 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Κ.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού Κ. Κ. και κατά τα 2/3 από άτυπη αγορά το 1930 από τον αληθή συγκύριο αυτού, πωλητή, Ι. Κ.. Δηλαδή ό πατέρας του ενάγοντος Ν. Κ. νεμήθηκε καλόπιστα το επίδικο ακίνητο από το 1910 μέχρι το 1950 που το μεταβίβασε άτυπα σ' αυτόν. Ότι ο παππούς του ενάγοντος Π.

Κ. νεμηθηκε καλόπιστα το επίδικο ακίνητο κατά τα 250 στρέμματα ως κληρονόμος του δικού του πατέρα Χ. Κ., που πέθανε το 1880, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμίχθηκε, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπολοίπων 50 στρεμμάτων, με βάση το …/1884 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Φαρρών Δ.

Διάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού Χρ. Παυλόπουλο και κατά το υπόλοιπο 1/2 από άτυπη αγορά από τον προηγούμενο αληθή συγκύριο αυτού Μ. Κ. το 1900. Δηλαδή ότι ο παππούς του ενάγοντος Π. Κ. νεμήθηκε καλόπιστα το επίδικο από το 1880 μέχρι το 1910. Τέλος ότι πριν από το 1880 και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας νεμήθηκαν καλόπιστα το επίδικο κατά τα 300 περίπου στρέμματα αυτού οι προαναφερόμενοι πωλητές και προπάππους του ενάγοντος Χ.

Κ.. Τα περιστατικά αυτά δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-9-1915. Είναι αληθές ότι στην επίδικη έκταση οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, έχουν κατασκευάσει μετά το 1945 δύο πλινθόκτιστες οικίες, ποιμνιοστάσια και δυο τυροκομεία και κάθε χρόνο από το μήνα Μάϊο μέχρι και τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο, που το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες ανήρχοντο με τα ποίμνια τους στο επίδικο και εγκαθίσταντο σ' αυτό, έβοσκαν τα ποίμνια τους, χρησιμοποιούσαν το ποιμνιοστάσιο για το σταυλισμό των ζώων τους και τα τυροκομεία για την παρασκευή γαλακτομικών προϊόντων.

Τέτοιου είδους πρόχειρες κατασκευές, που χρησιμοποιούνται όπως παραπάνω, υπάρχουν σε όλες τις παρόμοιες περιοχές των ορέων της χώρας και γίνονται με τη σιωπηρή συγκατάθεση του Ελληνικού Δημοσίου για την εξυπηρέτηση των κτηνοτρόφων, στην περίπτωση που οι μόνιμες κατοικίες τους βρίσκονται χιλιόμετρα μακρυά από τους ορεινούς βοσκότοπους και δεν είναι δυνατή η καθημερινή μετακίνηση τους.

Στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο, και στους συνεχόμενους εκατέρωθεν αυτού βοσκότοπους, που διεκδικούνται από κατοίκους της εναγομένης Κοινότητας ή ομόρων Κοινοτήτων, υπάρχουν παρόμοιες εγκαταστάσεις, που κατασκευάσθηκαν και χρησιμοποιούνται από άλλους ποιμένες, οι οποίοι μεταξύ τους διαχώριζαν τις εκτάσεις, που θα χρησιμοποιούσε ο καθένας για τη βόσκηση του ποιμνίου του, για να μη δημιουργούνται προβλήματα από την ανάμιξη των ζώων τους και σχετικά με την αναγνώριση τους.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η κατασκευή ποιμενικών εγκαταστάσεων με τη μορφή, που ήδη έχει περιγραφεί στην επίδικη περιοχή πριν από το 1945. Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ήταν κτηνοτρόφοι και βοσκούσαν τα ποίμνια τους στην ίδια περιοχή, θα υπήρχαν οπωσδήποτε σχετικά καταλύματα, που κατασκεύαζαν από κλαδιά δένδρων και ξύλα ή πέτρες για όσο παρέμεναν, τα οποία λόγω των υλικών που χρησιμοποιούσαν, καταστρέφονταν από τα χιόνια, που κάλυπταν τους περισσότερους μήνες του έτους την περιοχή και δεν είχαν σταθερή θέση.

Έτσι η διατήρηση πρόχειρων κατασκευών μόνο για τους θερινούς μήνες από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος σε επιφάνεια ελάχιστων τμ δεν αποτελεί διαρκή φυσική εξουσίαση από τους τελευταίους του μείζονος ακινήτου. Αλλά ούτε και η βόσκηση των ποιμνίων τους, τους ίδιους μήνες, που δεν απαγορευόταν από το Ελληνικό Δημόσιο, στην επίδικη έκταση, έστω και μόνον από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του μέχρι και το 1915, μπορεί να θεωρηθεί ως διακατοχική πράξη, που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε η καλή πίστη των τελευταίων.

Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό, ενόψει και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το 1915 βοσκούσαν σ' αυτό τα ποίμνια τους μόνον οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και όχι και ρι άλλοι κάτοικοι της εναγομένης Κοινότητας.

Εξάλλου από το έτος 1938 και μεταγενέστερα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε, η βοσκή και στα λειβάδια και χορτολιβαδικά εδάφη δε θεωρείται πράξη νομής. Σε σχέση με την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και ειδικότερα των απώτατων, που φέρεται ότι κατείχαν το επίδικο ακίνητο μέχρι και την 11-9-1915 πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Σύμφωνα με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο …/1894 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Φαρρών Δ. Διάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάσθηκε στον παππού του ενάγοντος λόγω πωλήσεως, Π. Κ. και στον επίσης δικαιοπάροχο του Μ. Κ. ακίνητο επιφάνειας 50 στρεμμάτων, ενώ στην αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι περιήλθε σ' αυτόν από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του ακίνητο 250 στρεμμάτων.

Σ' αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο, του οποίου, ας σημειωθεί, δεν προσκομίζεται το πρωτότυπο, ώστε να είναι δυνατή και η έρευνα της γνησιότητας του, δε συμβάλλεται το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα του, ως δημόσια γη, που ανήκε στην κυριότητα του Τουρκικού Κράτους και περιήλθε σ' αυτό, ως διάδοχο του τελευταίου δικαιώματι πολέμου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ούτε άλλωστε αναφέρεται σ' αυτό και ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα ο μεταβιβάζων αυτήν, πωλητής.

Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη νομή. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη νομή των 200 στρεμμάτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον παραπάνω τίτλο. Ο τρόπος αυτός φυσικής εξουσίασης με βοσκή από τους κτηνοτρόφους; απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, δεν ενείχε χρησιδεσποτεία στην ένδικη βοσκήσιμη δημόσια γη, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε απωλεσθεί η κυριότητα σε μεγάλο τμήμα των δημοσίων ακινήτων.

Εξάλλου, η πεποίθηση τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα τους, ενισχύεται και από το γεγονός ότι τούτο απείχε πολλά χιλιόμετρα από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους και των επαγγελματικών ενασχολήσεων τους, αφού παράλληλα στον τελευταίο αυτό τόπο (της μόνιμης κατοικίας) καλλιεργούσαν όλο το χρόνο και αγρούς, αποτελούσε δε τη βάση των δραστηριοτήτων τους, σε αντίθεση με το επίδικο, που λόγω της εδαφικής του διαμόρφωσης και της χλωρίδας, προσφερόταν για την κάλυψη των αναγκών βόσκησης των ποιμνίων τους μόνον τους θερινούς μήνες.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη Κοινότητα κατ' εφαρμογήν των άρθρων 103 του ΝΔ/τος 86/1969 και 3 του ΑΝ 875/1937 επέβαλε δικαιώματα βοσκής σε όσους έκαναν χρήση των βοσκοτόπων της επίδικης έκτασης, απαγόρευσε τη βόσκηση για ορισμένα χρονικά διαστήματα και καθόριζε την ημερομηνία έναρξης της βοσκής, συνέταξε χρηματικό κατάλογο για την πληρωμή κοινοτικού φόρου δικαιώματος βοσκής για το έτος 1968.

Τότε κάτοικοι της εναγομένης Κοινότητας μεταξύ των οποίων και ο ενάγων προσέφυγαν κατά της τελευταίας ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών και ζήτησαν να αναγνωρισθούν προσωρινά κάτοχοι της επίδικης έκτασης. Η αίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή, αλλά ακολούθως απορρίφθηκε μετά την άσκηση ανακοπής ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών και με σχετική απόφαση αυτού.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω αίτηση του ο ενάγων ισχυριζόταν ότι η επίδικη έκταση έχει επιφάνεια 500 στρεμμάτων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το Δασαρχείο Πατρών με το 4679/1949 έγγραφο του προς την εναγομένη Κοινότητα ανέφερε μεταξύ άλλων "...άπαντα τα δάση της περιοχής Λακκωμάτων είναι δημόσια και ως τοιαύτα διαχειρίζονται υπό της καθ' ημάς δασικής υπηρεσίας.

Το δικαίωμα βοσκής των δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και μη πεδινών χορτολειβαδιων, εφ' όσον δεν τυγχάνουν απαγορευμένα υπό της δημόσιας δασικής υπηρεσίας και της τυχόν εκμισθώσεως της βοσκής πρόσοδοι περιήλθαν εις τας Κοινότητας δυνάμει του υπ' αριθμ 3 παρ 1 του ΑΝ 875/1937. Κατόπιν των ανωτέρω οι εν τω 89/1949 εγγράφω σας αναφερόμενοι, Ζ.

Ά. (όμορος του επιδίκου) .... ουδέν απολύτως δικαίωμα έχουν επί των δασωδών και γυμνών Θερινώνχορτολειβαδίων, αλλά μόνον επί των καλλιεργούμενων και εν αγρανσπαύσει αγρών των". Έτσι αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι διαχειριζόταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στον ενάγοντα.

Είναι σαφές ενόψει και του γεγονότος ότι ο ενάγων προσδίδει διαφορετική επιφάνεια κάθε φορά στο επίδικο ακίνητο, 350 στρέμματα με την αγωγή, 700 στρέμματα με την παραπάνω αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ότι οποιοσδήποτε προσδιορισμός της επίδικης έκτασης από τον τελευταίο ως προς τα όρια και την επιφάνεια αυτή είναι αυθαίρετος.

Ούτε η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, που διατάχθηκε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου, μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή κρίση για την επιφάνεια και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, παρά τις διευκρινήσεις του τελευταίου κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

Και τούτο επειδή ήταν αδύνατη η εφαρμογή επί του εδάφους των παραπάνω τίτλων του ενάγοντος αφού δεν υπήρχαν σταθερά όρια, ώστε να αποτελέσουν τη βάση για την εφαρμογή αυτή, αλλά οποιαδήποτε όρια υποδείχθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον τελευταίο. Εξάλλου δεν αιτιολογεί ο ίδιος πως η έκταση των 95 στρεμμάτων, που αναφέρεται στα παραπάνω συμβόλαια, σχεδόν τετραπλασιάσθηκε με βάση τους ίδιους τίτλους και συνεπώς το συμπέρασμα του, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, είναι ατεκμηρίωτο ως επιστημονική γνώση και δεν παρέχει τη δυνατότητα εξαγωγής οποιασδήποτε απόδειξης για το θέμα που διατάχθηκε.

Σε διαφορετική κρίση ως προς την έλλειψη καλόπιστης νομής από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος επί τριάντα συνεχή χρόνια πριν από την 11-9-1915 δεν μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον τελευταίο αποφάσεις Δευτεροβάθμιας Φορολογικής Επιτροπής Περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πατρών, με τις οποίες ακυρώθηκαν αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής μετά την άσκηση εφέσεων από κατοίκους της Κοινότητας Λακκωμάτων, που αφορούσαν στην εγγραφή τους σε βεβαιωτικούς καταλόγους αυτής για τη χρήση βοσκοτόπων της επίδικης περιοχής.

Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι η παραπάνω επιτροπή με μια τυπική αιτιολογία έκρινε αν οι εκκαλούντες βόσκησαν τα ποίμνια τους δε δικούς: τους βοσκότοπους ή της Κοινότητας, χωρίς να προκύπτει αν πρόκειται σ' ότι αφορά τους δικούς της βοσκότοπους (ιδιόκτητους), περί των ομόρων του επιδίκου ή επρόκειτο για ακίνητα που βρίσκονται σε άλλη περιοχή και δεν αμφισβητείται η κυριότητα τους.

Περαιτέρω δεν μπορεί να συναχθεί δικαστικό τεκμήριο για την καλόπιστη νομή των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους από τον τελευταίο, που αναφέρονται σε αγοραπωλησίες στην επίδικη περιοχή και κατά κύριο λόγο πριν από το 1915 που έχει έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση, καθ' όσον βρίσκονται μακριά από το επίδικο, σε χαμηλότερο υψόμετρο από αυτό και έχουν καταρτισθεί μεταξύ ιδιωτών, χωρίς να συμβάλλεται σ' αυτά το Ελληνικό Δημόσιο, στην κυριότητα του οποίου, όπως ήδη έχει αναφερθεί ανήκε η ευρύτερη περιοχή και συνεπώς από τις μεταβιβαστικές αυτές της κυριότητας πράξεις δεν μπορεί να γίνει λόγος για καλόπιστη άσκηση νομής σ' αυτές και άρα και του επιδίκου με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά και αφού δεν αποδείχθηκε συνεχής καλόπιστη νομή των απωτάτων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο επί τριάντα χρόνια μέχρι και την 11-9-1915 και δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων, αλλά και η ύπαρξη κάποιων Τίτλων δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέστη κύριος του επιδίκου ο ενάγων, με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο, με την προσμέτρηση στη νομή του της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη έκταση ως ορεινός βοσκότοπος στην περιφέρεια της Ελλάδας, που τελούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, αποτελούσε δημόσια γη, στην οποία δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με χρησικτησία, από δε τις 15-12-1833 αποτελούσε βοσκότοπο για την επικαρπία του οποίου δεν υπάρχει έγγραφο (ταπίον), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας, ότι δεν αποδείχτηκε φυσική εξουσίαση του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αρχικού ενάγοντος Ι.

Κ., μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως κληρονόμοι του οι ήδη αναιρεσείοντες, που συνεχίζουν τη δίκη, ότι οι δικαιοπάροχοι τους αυτοί μόνο μετά το 1945 διατηρούσαν πρόχειρες κατασκευές σε σχέση με τη βόσκηση των ποιμνίων τους μόνο για τους θερινούς μήνες, χωρίς όμως να αποδειχθεί η καλή πίστη των τελευταίων, ότι δηλαδή αγνοούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο και ότι είχαν την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου σ' αυτό και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Δήμος και Ελληνικό Δημόσιο, αντίστοιχα, διαχειρίζονταν την επίδικη έκταση και δεν αναγνώρισαν δικαιώματα κυριότητας στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" και του άρθρου 1 του με ημερομηνία 3/15-12-1833 Β.Δ/τος "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε επί Τουρκοκρατίας ως βοσκότοπος δημόσια γη, περιήλθε δικαιώματι πολέμου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχοι/του Τουρκικού Κράτους, ότι δεν αποδείχθηκε συνεχής νομή με καλή πίστη από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων επί τριάντα χρόνια μέχρι την 11-9-1915 και ότι έτσι δεν καταλύθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι η βοσκή των ποιμνίων τους, η κατασκευή πρόχειρων ποιμενικών εγκαταστάσεων, αλλά και η ύπαρξη κάποιων τίτλων δεν ενεργοποίησε υπέρ των κατόχων τους το θεσμό της κτητικής χρησικτησίας και ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοι τους δεν απέκτησαν την κυριότητα επ' αυτού.

Επομένως, οι συναφείς τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26/11/2010 αίτηση των Α. Κ. κλπ για αναίρεση της 1236/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την1 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ