Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of valid fish sale based on handwritten notes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment confirming a valid sale of fish. The lower court found the appellant, as the actual boat owner, had sold 1,137 kg of squid to the appellee for 9,000 drachmes per kilogram, supported by handwritten delivery notes. The court rejected the appeal arguments claiming these notes were insufficient or unverified, ruling that the appellate court correctly evaluated the evidence as corroborating testimony rather than direct proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(10), 559(13), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that handwritten notes used as corroborating evidence in a sales transaction do not constitute direct proof and that an appellate court's evaluation of such evidence is not subject to review on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1920 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1920/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ποσαντζή.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Γαγάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 8-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην από 28.9.2001 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος ... ιστορούσε ότι είχε πωλήσει (και παραδώσει) στον ήδη αναιρεσείοντα ... ποσότητες αστακών, που είχε αλιεύσει με το νηολογημένο στην ... αλιευτικό σκάφος "...". Ζητούσε δε να του επιδικασθεί (νομιμοτόκως) το συμφωνημένο τίμημα εκ 30.030,81 ευρώ. Το Εφετείο - εξαφανίζοντας την απορριπτική απόφαση του Πρωτοδικείου - έκρινε βάσιμη την αγωγή, δεχόμενο αφενός μεν ότι ο ενάγων ήταν ο ουσιαστικός πλοιοκτήτης του ως άνω σκάφους (παρόλο που αυτό φερόταν νηολογημένο υπό άλλο όνομα), αφετέρου δε ότι αυτός πώλησε (και παρέδωσε) στον εναγόμενο τα ένδικα αλιεύματα.
Κατά λέξιν το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "....... Αποδεικνύεται πλήρως ότι ουσιαστικός πλοιοκτήτης, εκμεταλλευτής και διαχειριστής του σκάφους ήταν ο ενάγων. Αυτός εργαζόταν στο πλοίο και ασκούσε όλα τα δικαιώματά του ως ουσιαστικός πλοιοκτήτης, αυτός διέθετε το αλίευμα σε διάφορες αγορές και μεταξύ αυτών στα νησιά της ...
και ... και αυτός συναλλάσσετο προσωπικά με τους αγοραστές και τους προμηθευτές. Η απόδοση δε του σκάφους ήτο πολύ μεγάλη με τους 283 κυρτούς τελευταίας τεχνολογίας που είχε φέρει από τη ... ο ενάγων. Περαιτέρω απεδείχθη ότι, κατόπιν μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας που έλαβε χώρα στη ... το καλοκαίρι του 2001, ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 14-7-2001 έως 29-7-2001 επώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο, ο οποίος είναι έμπορος με αντικείμενο την αγορά και μεταπώληση ιχθύων και κάθε είδους αλιευμάτων και διατηρεί προς τούτο κατάστημα στη ...
και το ..., 1137 κιλά αστακού αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 9.000 δραχμών το κιλό. Ειδικότερα ο εναγόμενος παρέλαβε 250 κιλά στις 14 Ιουλίου 2001, 180 κιλά στις 18 Ιουλίου 2001, 460 κιλά στις 23 Ιουλίου 2001 και 247 κιλά στις 29 Ιουλίου 2001 και συνολικώς 1137 κιλά αστακού, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 10.233.000 δρχ. (1137 Χ 9.000). Το τίμημα κατά την μεταξύ τους συμφωνία έπρεπε να καταβληθεί εντός δεκαπέντε το πολύ ημερών από της παραλαβής του κάθε φορτίου.
Πλην όμως ο εναγόμενος δεν κατέβαλε το ανωτέρω τίμημα των αστακών στον ενάγοντα. Ισχυρίζεται δε ο εναγόμενος ότι τα πρόχειρα σημειώματα, τα οποία προσκομίζει ο ενάγων για να αποδείξει ότι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες αστακών κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες δεν είναι γνήσια. Από τα ανωτέρω όμως αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι τα πρόχειρα σημειώματα που αφορούν την ένδικη συναλλαγή των διαδίκων και αναφέρουν τις πωληθείσες ποσότητες αστακών και τις ημερομηνίες παραλαβής τους και φέρουν και την υπογραφή του εναγομένου είναι γνήσια, όπως γνήσια είναι και η υπογραφή του, τα δε εναντία υπό του εναγομένου υποστηριζόμενα τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα.
Άλλωστε στις συναλλαγές αυτές, ως απεδείχθη, ο ειθισμένος τρόπος ενεργείας στην ... και την ... είναι με την έλευση του σκάφους στο λιμάνι τα αλιεύματα να ζυγίζονται παρουσία του πωλητού και του αγοραστού τμηματικά, όπως είναι τοποθετημένα στα ειδικά τελάρα, το άθροισμα προστίθεται και ο αγοραστής παραλαμβάνει την συνολική ποσότητα κιλών, υπογράφοντας για την παραλαβή σε πρόχειρα απλά χαρτιά συναλλαγής, αργότερα δε εκδίδονται τα σχετικά παραστατικά.
Ως γνωστόν, η έκδοση τιμολογίων εξυπηρετεί φορολογικούς σκοπούς η δε παράλειψη εκδόσεώς τους δεν καθιστά την πώληση άκυρη, αλλά επισύρει διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Για την συγκεκριμένη πώληση ο ενάγων δεν εξέδωσε τιμολόγια στο όνομά του. Τούτο όμως δεν ήτο δυνατόν διότι ως κύριος του σκάφους, στο όνομα του οποίου εκδίδοντο τιμολόγια, φαινόταν ο ....
Ως εκ των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του εναγομένου περί επιδείξεως από τον ενάγοντα των εγγράφων που αναφέρονται στην αγωγή, της δηλώσεως ενάρξεως επαγγέλματος στη ΔΟΥ, του συμφωνητικού με το οποίο ο ενάγων έχει την διαχείριση του σκάφους <...> και του ημερολογίου του εν λόγω σκάφους για τις καταχωρήσεις του Ιουλίου 2001, αφού όσον αφορά τα τέσσερα σημειώματα παραλαβής που αναφέρονται στην αγωγή, αυτά του επεδείχθησαν στο ακροατήριο ως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αμφισβητηθέντα απεδείχθησαν γνήσια, για δε τα υπόλοιπα έγγραφα, για τα οποία άλλωστε δεν ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι ο ενάγων τα κατέχει, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, διότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι αναγκαία για την απόδειξη της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως.
Ο εναγόμενος συνεπώς οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν του τιμήματος της πωλήσεως ύψους 10.233.000 δραχμών και ήδη 30.030,81 ευρώ". Ενόψει των παραδοχών αυτών του ουσιαστικού δικαστηρίου: (α) Προβάλλεται αλυσιτελώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι ουσιαστικός πλοιοκτήτης του ως άνω αλιευτικού σκάφους ήταν ο ενάγων - αναιρεσίβλητος.
Τούτο δε, διότι το ζήτημα αυτό δεν ήταν αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης, η σχετική δε αναφορά έγινε από το Εφετείο διηγηματικώς και ως εκ περισσού, αφού η ιδιότητα του ενάγοντος ως πωλητού του αλιεύματος αρκεί για την νομική θεμελίωση του αιτήματός του για καταβολή του τιμήματος και δεν συνδέεται αναγκαίως με την ιδιότητα αυτού ως πλοιοκτήτου του σκάφους με το οποίο έγινε η αλίευση. (β) Είναι σαφής, επαρκής και δεν ενέχει αντιφάσεις η αιτιολόγηση: 1) σχετικώς με την γνησιότητα των "πρόχειρων σημειωμάτων" που χρησιμοποιούσαν οι διάδικοι κατά τις επί μέρους παραδόσεις - παραλαβές αλιευμάτων και 2) σχετικώς με την απόρριψη του αιτήματος που είχε υποβάλει ο αναιρεσείων για καθυποχρέωση του αναιρεσιβλήτου σε επίδειξη εγγράφων.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και όγδοος αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο. (γ) Είναι αβάσιμος ο τρίτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι τα ρηθέντα "πρόχειρα σημειώματα" ήσαν γνήσια.
Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στην σχετική κρίση με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία (κατ' είδος) και ανέφερε. (δ) Προβάλλονται απαραδέκτως οι τέταρτος και ένατος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους καταλογίζεται, αντιστοίχως, στο Εφετείο ότι παρέβη τις διατάξεις περί του βάρους της αποδείξεως, σχετικώς με το ζήτημα της γνησιότητας ή μη των αυτών ως άνω "προχείρων σημειωμάτων", και ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι είναι συνηθισμένη η χρήση "πρόχειρων σημειωμάτων" σε συναλλαγές μεταξύ αλιέων και εμπόρων.
Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 και 10 ΚΠολΔ για την θεμελίωσή τους, στην πραγματικότητα οι λόγοι αυτοί συνιστούν αμφισβήτηση της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του ουσιαστικού δικαστηρίου περί της συνάψεως της ένδικης αγοραπωλητήριας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. (ε) Είναι αβάσιμοι οι πέμπτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ), με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο ότι ανεπιτρέπτως έλαβε υπόψιν εκείνα εκ των "προχείρων σημειωμάτων", τα οποία δεν έφεραν καθόλου υπογραφή.
Τούτο δε, διότι τα "σημειώματα" αυτά δεν εκτιμήθηκαν ως έγγραφα άμεσης απόδειξης εις βάρος του αναιρεσείοντος (αγοραστού), αλλά ως απλά τεκμήρια και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις. (στ) Είναι αβάσιμοι οι έβδομος και δέκατος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ) αναιρετικοί λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί.
Τούτο δε, διότι από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπόψιν τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις ένορκες βεβαιώσεις και "όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων και φέρονται αγνοηθέντα.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.1.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 239/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ