Legislator Case Law & Legislation
1920/2008 AI generated

1920/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1920/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/1995 μη οριστική και 177/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 264/2000, 676/2001 και 932/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1920/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Ένας τέτοιος κανόνας περιλαμβάνεται και στο άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ήτοι τη γενόμενη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements economic take-off economic cooperation offer to contract public takeover bid commercial association
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1920 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1920/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΒΑ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νίμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Αγγελόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας Περιωρισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ".... ΕΠΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παπαχρήστο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/1995 μη οριστική και 177/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 264/2000, 676/2001 και 932/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 7 Δεκεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, δεν περιέχει δηλαδή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής αυτού λόγου είναι ο περί αοριστίας ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Και τούτο, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη ούτε υπάγεται σε κάποια από τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. εξάλλου, όταν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός πρέπει, με κύρωση το απαράδεκτο του αναιρετικού αυτού λόγου, να έχει προταθεί με το εφετήριο ως λόγος εφέσεως και όχι με τις προτάσεις του. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για παράνομη μη απόρριψη ως αόριστης της από 3-12-1993 αγωγή της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η ίδια (αναιρεσείουσα) έχει προτείνει τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της και όχι με το δικόγραφο της εφέσεώς της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιωδούς συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Ένας τέτοιος κανόνας περιλαμβάνεται και στο άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ήτοι τη γενόμενη κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του συμβαλλομένου γενόμενη, κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών αυτών ορίων, άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας διαρκούς συμβάσεως δημιουργεί υποχρέωση αυτού προς αποζημίωση του αντισυμβαλλομένου, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, όπως είναι κυρίως η ύπαρξη υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) στο πρόσωπο του πρώτου, οπότε, με τη συνδρομή και του στοιχείου της ζημίας, θα είναι δυνατή η καταφυγή του δευτέρου στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Ωστόσο, η άσκηση του εν λόγω διαπλαστικού δικαιώματος του συμβαλλομένου δεν είναι καταχρηστική, όταν η επερχόμενη με αυτή λύση της διαρκούς συμβάσεως συνδέεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχειρήσεώς του και μπορούσε αντικειμενικώς να προβλεφθεί από τον αντισυμβαλλόμενο. Επίσης, η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία, ενόψει και του ότι η συμπεριφορά αυτή ανταποκρίνεται στην καθιερούμενη με το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκπληρώσεως της ενοχής (Ολ ΑΠ 12 και 13/2004).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η αναιρεσείουσα είναι από μακρού χρόνου γενική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αυτοκινητοβιομηχανίας Renault Γαλλίας με πλήρες δίκτυο εμπορικών αντιπροσώπων στις διάφορες πόλεις της χώρας, τέτοιος δε εμπορικός αντιπρόσωπός της στην πόλη του ...

ήταν, κατόπιν συμβάσεως με αυτήν, ο Χ από το έτος 1977 και, εν συνεχεία, από το έτος 1985, η αναιρεσίβλητη, της οποίας εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο ανωτέρω Χ, αναλαμβάνοντας με δική τους επιχείρηση και έναντι αμοιβής να πωλούν για λογαριασμό της πρώτης τα εμπορεύματα που αυτή διέθετε (αυτοκίνητα και ανταλλακτικά αυτοκινήτων) και να παρέχουν τεχνική υποστήριξη στους πελάτες τους με το συνεργείο ελέγχου και επισκευής αυτοκινήτων που διατηρούσαν.

Η σύμβαση αυτή ήταν αορίστου χρόνου και διήρκεσε δε μέχρι την 1.2.1993, οπότε και την κατήγγειλε η αναιρεσείουσα με την υπό την αυτή ημερομηνία επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη διακόπτοντας έκτοτε τη συνεργασία της με αυτή. Από το έτος 1989 η αναιρεσείουσα είχε εκδηλώσει δυσφορία για μη καλή απόδοση της αντιπροσωπείας της στο ..., την οποία απέδιδε στην αδυναμία της αναιρεσίβλητης να διαθέσει για την επιχείρηση σύγχρονες και άνετες εγκαταστάσεις για την έκθεση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και για το συνεργείο επισκευής, με προτροπές δε και υπενθυμίσεις προς την ίδια υποδείκνυε προς αυτήν την ανάγκη βελτιώσεως των παρεχόμενων υπηρεσιών, κυρίως ως προς την εμφάνιση της εκθέσεως και την αποδοτικότητα του συνεργείου, ώστε να αυξηθούν οι πωλήσεις της στην περιοχή ...., όπου υστερούσαν εν σχέσει με τον μέσο πανελλαδικώς όρο πωλήσεων της αναιρεσείουσας.

Την ανάγκη αυτή των βελτιώσεων αναγνώρισε και η αναιρεσίβλητη και, συμμορφούμενη κατά το μετρό των οικονομικών της δυνατοτήτων προς τις υποδείξεις της αναιρεσείουσας, προέβη κατά τα έτη 1989 - 1990 σε εργασίες ανακαινίσεως, εξωραϊσμού και εξοπλισμού του καταστήματός της (....) δαπανώντας για τον σκοπό αυτό το συνολικό ποσό των 5.595.174 δραχμών, ήτοι 1.566.637 δραχμές για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό του καταστήματος και του συνεργείου και 4.028.537 δραχμές για τον εξοπλισμό τους.

Σημειώνεται ότι στο ανωτέρω κατάστημα είχε μεταστεγάσει την επιχείρηση (αντιπροσωπεία) ο Χ κατά το έτος 1983 από την οδό ...., όπου αρχικώς λειτουργούσε, τούτο δε (μεταστέγαση) είχε γίνει καθ' υπόδειξη της αναιρεσείουσας για την καλλίτερη προώθηση των προϊόντων της. Με τις ανωτέρω δαπάνες, επήλθε κατά τα έτη 1989, 1990 και 1991 βελτίωση στην απόδοση της αναιρεσίβλητης η οποία κατέλαβε ποσοστό πωλήσεων 3,3%, 3,9% και 4,6% καθ' έκαστον από τα έτη αυτά, αντίστοιχα, επί του συνόλου των εν γένει πωλήσεων αυτοκινήτων στην περιοχή της, ακολουθώντας την ανοδική τάση των πωλήσεων της αναιρεσείουσας που κατά τα ίδια έτη κατέλαβε πανελληνίως ποσοστό 4,9%, 5,1% και 6,4%, αντίστοιχα, του συνόλου των πωλήσεων αυτοκινήτων στη χώρα (βλ.

το από 17.6.1994 έγγραφο της αναιρεσείουσας). Κατά το τελευταίο προ της καταγγελίας έτος 1992 το ποσοστό πωλήσεων της αναιρεσίβλητης ανήλθε σε 2,4%, ακολουθώντας την πτωτική τάση των εν γενεί πωλήσεων της αναιρεσείουσας, που ανήλθαν σε ποσοστό 5,1%, η μείωση δε αυτή των πωλήσεων οφείλεται εν πολλοίς στην καθυστέρηση παραδόσεως αυτοκίνητων εκ μέρους της τελευταίας, συνδεόμενη με τις χρονοβόρες διαδικασίες της απόσυρσης των αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας (βλ.

και από 23.2.1993 επιστολή και από 21.7.1993 εξώδικη απάντηση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, οπού αναφέρεται η καθυστέρηση αυτή). Παρά τη βελτίωση αυτή, κατόπιν και των ως άνω δαπανών, στην απόδοση της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ικανοποιημένη και με νεώτερες οχλήσεις προς αυτήν ζητούσε από την ίδια να ανεύρει συνέταιρο-χρηματοδότη για τη ματαστέγαση της επιχείρησης και τη δημιουργία "καλά οργανωμένου και στελεχωμένου συγκροτήματος" πωλήσεως αυτοκινήτων, "σέρβις" και ανταλλακτικών, τέτοιον όμως χρηματοδότη δεν μπόρεσε να ανεύρει η αναιρεσίβλητη, η οποία και δεν μπορούσε εξ ιδίων να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες δαπάνες, ανερχόμενες στο ποσό των 30.000.000 δραχμών περίπου, γεγονός που κατ' επανάληψη είχε κάνει γνωστό στην αναιρεσείουσα με αποτέλεσμα (της αδυναμίας της αναιρεσίβλητης να ικανοποιήσει τις νέες, ως άνω, απαιτήσεις της αναιρεσείουσας) να καταγγείλει η τελευταία την ένδικη σύμβαση αντιπροσωπείας, κατά τα προεκτεθέντα, και να διακόψει έκτοτε τη συνεργασία της με αυτήν (αναιρεσίβλητη).

Σημειωτέον ότι μετά τη διακοπή της συνεργασία τους η αναιρεσείουσα αναζήτησε νέον αντιπρόσωπο στην περιοχή του ..., τον οποίο όμως δεν ανεύρε, και τελικά αναγκάστηκε να δημιουργήσει με δικές της δαπάνες επιχείρηση αντιπροσωπείας στο ...., την οποία αργότερα μεταβίβασε σε τρίτον αντί τιμήματος 100.000.000 δραχμών.

Από τα ανωτέρω προκύπτει, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης αντιπροσωπείας δεν έγινε για την επικαλούμενη μη αποδοτικότητα της αναιρεσίβλητης και το εντεύθεν επιζήμιο της αντιπροσωπείας αυτής για την αναιρεσείουσα, αφού η απόδοση της πρώτης έβαινε σταδιακώς βελτιούμενη, μετά και τις ειρημένες δαπάνες ανακαίνισης κ.λ.π., κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η δεύτερη δεν παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά (πωλήσεις αυτοκινήτων και λοιπές εργασίες στην περιοχή ....) από τα οποία να προκύπτει η μετά την καταγγελία απόδοση της αντιπροσωπείας της και η εντεύθεν τυχόν διαφορά εις βάρος της αναιρεσίβλητης που να δικαιολογεί τη θεώρηση της συνεργασίας τους ως επιζήμιας.

Η προαναφερθείσα υστέρηση της αναιρεσίβλητης στο ποσοστό πωλήσεων εν σχέσει με τον πανελλαδικώς μέσον όρο πωλήσεων της αναιρεσείουσας δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού πρόσφορο μέτρο συγκρίσεως δεν είναι το τελευταίο (πανελλαδικό) ποσοστό πωλήσεων, όπου περιλαμβάνονται και οι πωλήσεις αυτοκινήτων σε μη ομοειδείς περιοχές με εκείνην του ....

και ιδίως οι πωλήσεις στις περιοχές ...., .... και λοιπών μεγάλων πόλεων της χώρας, αλλά η απόδοση της αντιπροσωπείας στο .... εν σχέσει με τις όμορες περιοχές καθώς και η απόδοση της ίδιας αυτής αντιπροσωπείας πριν και μετά την καταγγελία. Η ένδικη καταγγελία οφείλεται, τουναντίον, στην επιθυμία και απαίτηση της αναιρεσείουσας για αντιπροσώπευσή της στο ...

με νέο, πληρέστερο και σύγχρονο συγκρότημα πωλήσεως αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και συνεργείο επισκευής, το οποίο και ζήτησε από την αναιρεσίβλητη. Τούτο είναι βεβαίως κατ αρχήν θεμιτό. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση η αναιρεσίβλητη, που διέθετε αναβαθμισμένο ήδη, μετά και τις προειρημένες δαπάνες, κατάστημα πωλήσεων και συνεργείο επισκευής, δεν είχε από τη σύμβαση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υποχρέωση να δημιουργήσει τέτοιο συγκρότημα καταβάλλοντος εξ ιδίων την απαιτούμενη ως άνω δαπάνη των 30.000.000 δραχμών και με δεδομένη, γνωστή δε στην αναιρεσείουσα, την οικονομική της αδυναμία προς τούτο αφ' ενός και τη βελτίωση του καταστήματος και της αποδοτικότητάς της, κατά τα ανωτέρω, αφ' ετέρου.

Με βάση τα εκτεθέντα περιστατικά το εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, διαρκείας ήδη 15 ετών, εκ μέρους της αναιρεσείουσας παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (αρθρ. 281 του ΑΚ), η καταχρηστική δε αυτή καταγγελία, ως παράνομη και υπαίτια, συνιστά, αδικοπραξία (αρθρ. 914 του ΑΚ), που παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης για τις εντεύθεν (αιτιώδης συνάφεια) ζημίες της τελευταίας (αρθρ. 297, 298, 299, 914,932 του ΑΚ).

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και επεδίκασε σ' αυτή τα ποσά των δραχμών 44.980.306 για αποθετική ζημία και 5.000.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, υπό τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της ειρημένης συμβάσεως, δεν είναι καταχρηστική, δεν ενέχει δηλαδή προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και άρα δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, δεν καθιστά καταχρηστική την κρίσιμη καταγγελία η προηγηθείσα αυτής επωφελής για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, ήτοι η αναβάθμιση του καταστήματος πωλήσεων και του συνεργείου επισκευής, αφού προς τούτο συμφώνησε η τελευταία (αναιρεσίβλητη) με σκοπό την αποδοτικότερη λειτουργία της εμπορικής συνεργασίας της με την πρώτη (αναιρεσείουσα), η συμπεριφορά δε αυτή, συνδυαζόμενη με την εκ μέρους αυτής (αναιρεσίβλητης) ανάληψη των δαπανών της άνω αναβαθμίσεως και με τη βελτίωση της επιχειρηματικής αποδόσεώς της, εντάσσεται στο πλαίσιο της καλόπιστης εκτελέσεως της συμβάσεως.

Αλλ' ούτε η εκτεθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (υποδείξεις προς την αναιρεσίβλητη για τη μεταστέγαση του καταστήματος και για την ανάγκη βελτιώσεως των εγκαταστάσεων και αυξήσεως των πωλήσεων, οχλήσεις προς αυτή για την ανεύρεση συνεταίρου-χρηματοδότη, για την εκ νέου μεταστέγαση της επιχειρήσεως και για τη δημιουργία ενός καλώς οργανωμένου και στελεχωμένου συγκροτήματος, αναζήτηση νέου αντιπροσώπου στο ....

μετά την επίμαχη καταγγελία της συμβάσεως, δημιουργία, εν συνεχεία, με δικές της δαπάνες, επιχειρήσεως αντιπροσωπείας στο ...., την οποία αργότερο μετεβίβασε σε τρίτο αντί τιμήματος 100.000.000 δραχμών) καταφάσκει πρόδηλη αντίθεση της καταγγελίας στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. και τούτο, γιατί η εν λόγω συμπεριφορά, κατά τα κρατούντα στις σχετικές εμπορικές συναλλαγές, ανταποκρίνετο στο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της αναιρεσείουσας να χρησιμοποιεί δικά της κριτήρια καταλληλότητας των ως άνω εγκαταστάσεων και να αναπτύσσει ιδιαίτερη επιχειρηματική πρωτοβουλία για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων και προωθήσεως των πωλήσεων.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο λόγος αυτός και ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμοι, διότι η κρίση του εφετείου, στηριχθείσα στις ως άνω παραδοχές, δεν καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά ενέχει φανερή παραβίαση τούτων.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον προαναφερθέντα βάσιμο λόγο της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 932/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ