1920/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1920 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1920/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1920 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1920 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1920/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3122/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 5395/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 2-11-2000 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1328/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1086/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 10-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 3, 4, 9, και 10 της από 22-12-1988 Ειδικής ΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", που συνήφθη με την πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ), κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο (πράξη καταθ. Ειρ. Αθηνών 18/18-1-1989) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 Α.Υ.Ε. (ΦΕΚ Β' 741) στις διατάξεις της οποίας υπάγονται οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953 (όπως το αναιρεσίβλητο), επεκτείνονται στο σύνολο τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 "αναδιοργάνωση μισθολογίου προσωπικού δημόσιας διοίκησης κ.λ.π.", όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσης (αρθρ. 3). Οι διαφορές αποδοχών που θα προκύψουν από την εφαρμογή της συμβάσεως πέρα από τις αποδοχές που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι κατά την έναρξη της ισχύος της, θα καταβληθούν σταδιακά (αρθρ. 4). Τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με την παρούσα συλλογική σύμβαση διατηρούνται (αρθρ. 9). Η ισχύς της παρούσας ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας αρχίζει από 1 Ιουλίου 1988. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από της ισχύος της ως άνω Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως οι εργαζόμενοι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953 λαμβάνουν τις αποδοχές της ειδικής αυτής συλλογικής συμβάσεως, εκτός εάν οι μέχρι τότε καταβαλλόμενες, βάσει των διατάξεων που ίσχυσαν προηγουμένως, είναι ανώτερες από τις καθοριζόμενες με την ως άνω ειδική συλλογική σύμβαση (της ΠΟΕΔΗΝ), οπότε εξακολουθούν να καταβάλλονται οι ανώτερες, οι προβλεπόμενες από τις προϊσχύσασες διατάξεις. Η δε τελευταία διάταξη (αρθρ. 9) έχει την έννοια της διατηρήσεως των ανωτέρω αποδοχών και όχι του μέχρι τότε ισχύοντος συστήματος προσδιορισμού τους. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 9.12.1998 αγωγή της, επικαλούμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νοσοκομείο (ΝΠΔΔ), ζήτησε να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει διαφορές αποδοχών από 1.1.1996 - 31.12.1997, που προκύπτουν από τη μη εφαρμοσθείσα ευνοϊκότερη γι' αυτή από 2.4.1996 ΕΓ.ΣΣΕ. Για τον υπολογισμό των αποδοχών της έλαβε ως βάση το κατώτερο ημερομίσθιο του εργατοτεχνίτη της ως άνω ΕΓΣΣΕ, το οποίο προσαύξησε με τα αναφερόμενα στην αγωγή επιδόματα. Με την 5395/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε, ότι από τις προηγούμενες 9114/1990, 373/1997 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου και την 2640/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, απορρέει δεδικασμένο, ότι οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης, ρυθμίζονται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, σε συνδυασμό με την από 2.4.1996 ΕΓΣΣΕ και δεν είχε εφαρμογή γι' αυτές η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ που ίσχυσε από 1.7.1988. Έτσι απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την από 9.12.1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ' αυτή διαφορές αποδοχών από 1.1.1996 - 31.12.1997 το ποσό των 11.512.836 δρχ. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1328/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου για το λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ και κρίθηκε με αυτή ότι εκ των ανωτέρω τελεσιδίκων αποφάσεων δεν απορρέει δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, διότι κατά το επίδικο διάστημα (1.1.1996 - 31.12.1997) ίσχυσε διάφορο νομικό καθεστώς επί του οποίου οι ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις θεμελίωσαν τις επιδικασθείσες στην αναιρεσίβλητη απαιτήσεις. Με την αναιρετική απόφαση παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, δέχθηκε, ότι εκ των ανωτέρω τελεσιδίκων αποφάσεων δεν απορρέει δεδικασμένο για την κρινόμενη υπόθεση. Περαιτέρω δέχθηκε ότι το μισθολογικό καθεστώς της αναιρεσίβλητης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν ρυθμίζονταν από την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από την από 2.4.1996 ΕΓΣΣΕ, η οποία είχε εφαρμογή ως ευμενέστερη. Ακολούθως αντικατέστησε την περί δεδικασμένου αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση αυτή ως προς τις υπόλοιπες διατάξεις της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο συμμορφώθηκε προς την 1328/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ και ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ομως το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, τις οποίες δεν εφήρμοσε για να κρίνει τη νομιμότητα των αγωγικών αξιώσεων που ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα από 1.1.1996 - 31.12.1997. Επομένως ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά από τον εισηγητή και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφού ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου είχε προταθεί στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο της εφέσεως και πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4, η οποία, κατά την αιτιολογική έκθεση του ΚΠολΔ, εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικώς απόφαση εκ του ότι δεν προτάθηκε ο προσήκων λόγος αναιρέσεως, δεν αντίκειται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 επί ΕΣΔΑ, αφού δεν αναιρεί το διασφαλιζόμενο με αυτές δικαίωμα κάθε προσώπου να δικάζεται δίκαια από αμερόληπτο δικαστήριο που θα αποφασίζει, εκτός των άλλων, και για τις αμφισβητήσεις επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως των διαδίκων. Η εν λόγω δικονομική διάταξη δεν θίγει, αλλ' αντιθέτως ενισχύει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και την ορθή διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντιδίκων μερών, ενόψει του γεγονότος ότι ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως μόνο τις νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας και δεν κρίνει την υπόθεση, ούτε αποφασίζει επί των αμφισβητουμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος από το δικαστήριο τούτο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 1086/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ