Legislator Case Law & Legislation
191/2026 AI generated

191/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 191/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 22-7-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 110/22-7-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 92/29-4-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 περίπτωση 3 α και 621 ΚΠολΔ) - επί της από 7-10-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68/10-10-2022 έφεσης που είχε ασκήσει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Legislator headnote

AI generated

191/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι η εναγομένη στις 2-8-2016 κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του και έκτοτε αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, τις οποίες προσφέρει σε αυτή. Ότι στις 9-7-2021 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, επειδή είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος και ότι, τέλος, η εναγομένη αρνείται να καταβάλει σε αυτόν την αποζημίωση που δικαιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδάφιο β ν. 3198/1955.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours redundancy unpaid work suspension of unemployment benefits cessation of gainful employment unemployment benefits of directors
AI generated
221/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
613/2018
Με την από 8.9.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1544/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 3642/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η από 13-8-2013 αγωγή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 33.620,37 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-12-2012 έως 17-10-2014.
1234/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
647/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1073/2020
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ.3 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2026 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Κ. του Β. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μυλωνά, η oποία ανακάλεσε την από 25-7-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΑΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΜΑΡΜΑΡΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "... S.A.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καμπάνταη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 543/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 22-7-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 110/22-7-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 92/29-4-2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 περίπτωση 3 α και 621 ΚΠολΔ) - επί της από 7-10-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 68/10-10-2022 έφεσης που είχε ασκήσει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΑΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΜΑΡΜΑΡΩΝ" και έδρα την Άσπρη Άμμο Καβάλας, κατά της υπ' αριθμό 543/2022 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - και ειδικότερα μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, επειδή η αναιρεσιβαλλομένη επιδόθηκε στις 16-7-2024, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας Σ.

Α. που προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 1, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Τ. Κ. του Β. , κάτοικος ... , στην από 2-8-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2021 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης - εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 16-9-2003 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως την εργασία του έναντι συγκεκριμένου μηνιαίου μισθού.

Ότι η εναγομένη στις 2-8-2016 κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του και έκτοτε αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, τις οποίες προσφέρει σε αυτή. Ότι στις 9-7-2021 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, επειδή είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος και ότι, τέλος, η εναγομένη αρνείται να καταβάλει σε αυτόν την αποζημίωση που δικαιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδάφιο β ν. 3198/1955.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να υποχρεωθεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν νομιμότοκα α) ποσό 11.245,12 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 4-11-2019 έως και 4-5-2020 και β) ποσό 7.871,58 Ευρώ ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Η εναγομένη αρνήθηκε αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής και, επικουρικά, επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων-εργαζόμενος είχε ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας καταχρηστικά και, ειδικότερα, επειδή κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της είχε παραμείνει εκούσια και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος για να αξιώνει από αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα την καταβολή μισθών υπερημερίας με συνέπεια η ίδια να μην ενέχεται έναντί του προς καταβολή μισθών υπερημερίας, όπως ειδικότερα είχε αναφέρει στις προτάσεις της και, επιπλέον, είχε εκθέσει προφορικά και συνοπτικά ενώπιον του ίδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Το Ειρηνοδικείο Καβάλας δίκασε τη υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμό 543/2022 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει η εναγομένη ότι ο ενάγων είχε ασκήσει καταχρηστικά τις αξιώσεις του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει νομιμότοκα στον ενάγοντα α) μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 11.245,12 Ευρώ για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα και β) αποζημίωση ποσού 7.871,58 ευρώ του άρθρου 8 εδάφιο β του ν. 3198/1955, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό με το εδάφιο γ στοιχείο 3 του αριθμού 2 της υποπαραγράφου ΙΑ 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Η εναγομένη άσκησε κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 7-10-2022 έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ο εφεσίβλητος-ενάγων εναντίον της.

Η εκκαλούσα-εναγομένη μάλιστα με την έφεσή της προσέβαλε ειδικά την εκκαλουμένη για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 92/2024 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση μόνον ως προς τη διάταξη της εκκαλουμένης, με την οποία είχε υποχρεωθεί η εκκαλούσα-εναγομένη να καταβάλει στον εφεσίβλητο-ενάγοντα μισθούς υπερημερίας.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση - την οποία είχε προβάλει η εκκαλούσα-εναγομένη τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας και για το λόγο αυτό απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς το κεφάλαιό της να επιδικασθούν στον εφεσίβλητο-ενάγοντα μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ειδικότερα κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της (άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), τα εξής: "[...] Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων θα μπορούσε ευχερώς να εξεύρει εργασία στο αντικείμενό του και δη με την ιδιότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων σε κάποια από τις ομοειδείς επιχειρήσεις της περιοχής (αλλά και στην περιοχή της Δράμας που βρίσκεται πλησίον της κατοικίας του), με το ίδιο ωράριο και τις ίδιες αποδοχές, δεδομένου, ότι στον οικείο κλάδο εργασίας υφίσταται μηδενική ανεργία, πλην όμως, απέφυγε κακόβουλα να πράξει τούτο προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση τυγχάνει παραδεκτή, αφού για το ορισμένο αυτής αρκεί να αναφέρονται α) η εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) οι λόγοι για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) η ωφέλεια που θα αποκόμιζε [...].

Περαιτέρω, είναι και ουσιαστικά βάσιμη καθώς, όπως αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ. Γ. , Προϊσταμένου της εναγομένης εταιρείας, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση, δοθείσα στο πλαίσιο έτερης πολιτικής δίκης, του μάρτυρα Α. Μ. , Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Μαρμάρου ΑΕ", που τυγχάνει ομοειδής επιχείρηση με την εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιούμενη στην περιοχή της Καβάλας, στον κλάδο εργασίας που απασχολείτο ο ενάγων δεν υφίσταται ανεργία και μάλιστα η ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων είναι περιζήτητη, κατά το επίδικο δε, χρονικό διάστημα, ήτοι από 5-11-2019 έως 4-5-2020 τόσο ομοειδείς και ανταγωνιστικές με την εναγομένη επιχειρήσεις, όσο και εταιρείες με διαφορετικό μεν αντικείμενο, που απασχολούν ωστόσο χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων, όπως λχ αποθήκες, υπεραγορές τροφίμων (super market), αναζητούσαν εργατικό προσωπικό στον εν λόγω τομέα εργασίας.

Μάλιστα, ο μεν μάρτυρας Γ. Γ. ενόρκως κατέθεσε, ότι σε σχετική αναζήτησή του στη ΔΥΠΑ [...] για χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων ουδέποτε εμφανίστηκε το όνομα του ενάγοντος [...], ο δε μάρτυρας Α. Μ. ενόρκως βεβαίωσε ότι ουδέποτε στην επιχείρηση με την επωνυμία "Γενική Μαρμάρου ΑΕ" αναζήτησε εργασία ο ενάγων [...].

Τα ανωτέρω, ουδόλως αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ. Μ. ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού αυτή αφενός μεν ουδόλως ενισχύεται από έτερα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου δε, ανατρέπεται αποδεικτικά από τις προμνησθείσες μαρτυρίες, οι οποίες επιρρωνύονται περαιτέρω από τις εκτυπώσεις της ηλεκτρονικής σελίδας αναζήτησης θέσεων εργασίας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως εκ μέρους της εναγομένης, από τις οποίες προκύπτει, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρουσιάστηκαν ευκαιρίες ανεύρεσης εργασίας, ανάλογης προς την ειδικότητα και τις ικανότητες του ενάγοντας, έστω και ορισμένου χρόνου, χωρίς οι εν λόγω θέσεις εργασίας να υπολείπονται εκείνης που παρείχε προηγουμένως στην εναγομένη ή να συνοδεύονται από δυσμενέστερες συνθήκες, γεγονός που δεν δικαιολογεί την κατάφαση απλώς αμέλειας στο πρόσωπο του ενάγοντας αναφορικά με την προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας εκ μέρους του [...] αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων δεν κατέβαλε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανεύρεση άλλης εργασίας, αλλά αντιθέτως απέφυγε δόλια και κακόβουλα την απασχόλησή του σε εργασία αντίστοιχη αυτής που παρείχε στην εναγομένη, προκειμένου να εισπράττει ακαταπόνητα μισθούς υπερημερίας.

Υπέρ του εν λόγω [...] πορίσματος συνηγορεί και το γεγονός, ότι ο ενάγων παρέμεινε ηθελημένα, από οκνηρία και κακοβουλία ά(ν)εργος διεκδικώντας μισθούς υπερημερίας, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (4 ετών), αναμένοντας προδήλως τη συνταξιοδότησή του, αν και γνώριζε αφενός μεν τις αντικειμενικές συνθήκες και δη τη δυνατότητά του να απασχοληθεί σε όμοια ή ανάλογη εργασία, αφετέρου δε, ότι με τη συμπεριφορά του αυτήν ζημιώνει την εναγομένη [...] αφού τυχόν ικανοποίηση της αξίωσής του, συνεπάγεται για την εργοδότρια εταιρεία, η οποία βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες.

Επομένως, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος του ενάγοντος για απόληψη μισθών υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 5-11-2019 έως 4-5-2020 ελέγχεται ως καταχρηστική, διότι υπερβαίνει καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος [...]". Το άρθρο 656 εδάφιο α ΑΚ ορίζει: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει [...] το μισθό για το χρονικό διάστημα που δεν απασχολήθηκε [...]".

Το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζει: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.". Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει από τον εργοδότη μισθούς υπερημερίας απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, παραμένει ηθελημένα άνεργος, δηλαδή, όταν αποφεύγει αδικαιολόγητα και κακόβουλα - και όχι από αμέλεια - να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει σε άλλον εργοδότη με σκοπό να εισπράττει για μεγάλο χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας από τον εργοδότη του, χωρίς όμως να παρέχει σε αυτόν εργασία.

Η ένσταση που προβάλλει ο εργοδότης σε περίπτωση που ενάγεται από τον εργαζόμενο προς καταβολή μισθών υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 656 παράγραφος 1 εδάφιο α ΑΚ, ευδοκιμεί, όταν ο ενιστάμενος-εργοδότης επικαλείται και αποδεικνύει α) ότι ο εργαζόμενος μπορούσε να παράσχει συγκεκριμένη εργασία σε άλλον εργοδότη, τον οποίο δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζει β) τους λόγους για τους οποίους ο εργαζόμενος αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε άλλον εργοδότη και γ) την ωφέλεια, την οποία θα αποκόμιζε ο εργαζόμενος από την παροχή εργασίας του σε άλλον εργοδότη, δηλαδή τις αποδοχές που θα λάμβανε από την παροχή της εργασίας του αυτής.

Η ωφέλεια, ειδικότερα, αρκεί να είναι ανάλογη με τις αποδοχές που λάμβανε ο εργαζόμενος από την παροχή εργασίας στον εργοδότη του. Η μεγάλη μόνο διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας δεν καθιστά την άσκηση της αξίωσης του εργαζομένου καταχρηστική, αν παράλληλα ο εργαζόμενος δεν απέφυγε την εύρεση νέας εργασίας από δόλο και από κακοβουλία.

Η δικαστική απόφαση, εξάλλου, η οποία δέχεται ως βάσιμη την ένσταση αυτή του εργοδότη, έχει νόμιμη βάση, αν διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ουσιαστικές παραδοχές για όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 777/2024, ΑΠ 287/2024, ΑΠ 1072/2023).

Περαιτέρω, το άρθρο 216 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ορίζει: "Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.".

Η αγωγή επομένως πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμοί 8 και 14 και 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ποιοτική αοριστία της αγωγής, ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, επειδή έλαβε υπόψη γεγονότα, τα οποία όμως δεν περιέχονταν σε αυτή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι περιέχονταν στην αγωγή, ενώ η ποσοτική αοριστία ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αν η απόφαση κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή ή ανεπαρκή τα γεγονότα που περιέχονταν στην αγωγή για να θεμελιωθεί η ιστορική της βάση.

Η αγωγή περαιτέρω είναι ποιοτικά αόριστη, όταν ο ενάγων εκθέτει σε αυτή μόνον τα στοιχεία του νόμου, χωρίς να επικαλείται γεγονότα, ενώ ποσοτικά αόριστη, όταν ο ενάγων δεν εξειδικεύει πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την ιστορική της βάση (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 1366/2018). Τα ίδια ισχύουν και ως προς τις ενστάσεις, τις οποίες προβάλλει ο εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 262 παράγραφος 1 ΚΠολΔ για να απαντήσει στην αγωγή.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, όταν είχε κατατεθεί στις 22-7-2024 η ένδικη αίτηση αναίρεσης και πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024 (Φ.Ε.Κ. Α 146/11-9-2024), όριζε ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Η διάταξη, επομένως, που προαναφέρθηκε δεν προβλέπει λόγο αναίρεσης αντίστοιχο με αυτόν του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για το λόγο αυτό δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης σε περίπτωση που προσβάλλεται με αναίρεση απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επειδή κατά την έρευνα της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε ή απέρριψε λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών είχε προσβάλει την εκκαλουμένη απόφαση για το ότι κατά παράβαση του νόμου είχε θεωρήσει επαρκή ή ανεπαρκή τα γεγονότα που περιέχονταν στην αγωγή για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής (ΑΠ 1413/2024, ΑΠ 881/2024, ΑΠ 274/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά παράβαση του νόμου και, συγκεκριμένα, των διατάξεων των άρθρων 216 παράγραφος 1 α και 591 παράγραφος 1 ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 656 εδάφιο α και 281 ΑΚ - δεν κήρυξε απαράδεκτο με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, α) ότι η αναιρεσίβλητη-εργοδότρια είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση ότι είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό και, συγκεκριμένα, από 4-11-2019 έως και 4-5-2020, επειδή κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχε παραμείνει ηθελημένα και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος με σκοπό να αξιώσει από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας, χωρίς όμως να παρέχει σε αυτή την εργασία του, β) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένστασή της αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και μετά από αυτό δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη- εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν για το επίδικο χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 11.245,12 Ευρώ νομιμότοκα, γ) ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, την οποία προσέβαλε ειδικά και για την απόρριψη της ένστασής της ως ουσιαστικά αβάσιμης, δ) ότι προέβαλε ως εφεσίβλητος ενάγων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το δικονομικό ισχυρισμό ότι η ένσταση που προαναφέρθηκε έπασχε από αοριστία, διότι η εκκαλούσα-εναγομένη δεν είχε εξειδικεύσει πλήρως σε αυτή τα γεγονότα που συγκροτούσαν την ιστορική της βάση και, ειδικότερα, δεν επικαλεσθεί στην ένστασή της, πρώτον, ότι θα μπορούσε να παράσχει εργασία με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους ή και ευνοϊκότερους, μισθολογικούς και λοιπούς, όρους σε άλλον εργοδότη και, δεύτερον, τους λόγους για τους οποίους αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε τρίτο πρόσωπο και ε) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης απέρριψε το δικονομικό του αυτό ισχυρισμό, δέχθηκε το λόγο έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε επαναφέρει τη ίδια ένσταση και στην έκκλητη δίκη, εξαφάνισε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής δέχθηκε την ένταση που προαναφέρθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε για το λόγο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ως προς το κεφάλαιό της για καταβολή μισθών υπερημερίας.

Ο αναιρεσείων επικαλείται τέλος ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν το δικονομικό του ισχυρισμό ότι η ένσταση, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη στην κατ' έφεση δίκη, ήταν αόριστη θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη με περαιτέρω συνέπεια να απορρίψει την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ως παραδεκτή και βάσιμη την αγωγή του στο σύνολό της, ως αβάσιμη.

Ο αναιρεσείων, ωστόσο, με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια ότι έκρινε παραδεκτή την ένσταση από τα άρθρα 656 εδάφιο α και 281 ΑΚ - την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη για να απαντήσει στην αγωγή του αναιρεσείοντος εναντίον της και είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης (άρθρα 591 παράγραφος 1, 240, 262 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) - ότι είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, από 4-11-2019 έως και 4-5-2020, επειδή κατά η διάρκεια του διαστήματος αυτού είχε παραμείνει ηθελημένα και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος με σκοπό να αξιώσει από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας, χωρίς όμως να παρέχει σε αυτή την εργασία του, μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξειδικεύσει πλήρως στην ένστασή της αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελίωναν την ιστορική βάση της.

Ο αναιρεσείων, επομένως, επικαλείται ότι η ένσταση αυτή ήταν ποσοτικά αόριστη και ότι επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να την είχε απορρίψει ως απαράδεκτη. Η πλημμέλεια όμως αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να είχε εκθέσει στην ένστασή της και τα περιστατικά που αναφέρει στο λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, μόνον στη νομική και όχι στην ποσοτική αοριστία της αγωγής.

Ο λόγος αναίρεσης, επομένως, που προαναφέρθηκε πρέπει στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο και, συγκεκριμένα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 216 παράγραφος 1 α και 591 παράγραφος 1 ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 656 εδάφιο α και 281 του ΑΚ - έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη έκρινε παραδεκτή την ένσταση από τα άρθρα 656 εδάφιο α και 281 ΑΚ - την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να απαντήσει στην αγωγή του εναντίον της και είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης - ότι είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα και, συγκεκριμένα, από 4-11-2019 έως και 4-5-2020, επειδή κατά τη διάρκεια του διαστήματος αυτού είχε παραμείνει ηθελημένα και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος με σκοπό να αξιώσει από αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, χωρίς όμως να παρέχει σε αυτή εργασία, μολονότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξειδικεύσει πλήρως στην ένστασή της αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούσαν τις προϋποθέσεις για να εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ο αναιρεσείων επικαλείται, ειδικότερα, ότι η ένσταση που προαναφέρθηκε ήταν αόριστη και επομένως απαράδεκτη, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξειδικεύσει πλήρως σε αυτή τα γεγονότα που συγκροτούσαν την ιστορική της βάση και, ειδικότερα, δεν είχε επικαλεσθεί στην ένστασή της, πρώτον, ότι θα μπορούσε να παράσχει εργασία με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους ή και ευνοϊκότερους, μισθολογικούς και λοιπούς, όρους σε άλλον εργοδότη και, δεύτερον, τους λόγους για τους οποίους αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε τρίτο πρόσωπο.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι παρά το γεγονός ότι η ένσταση που προαναφέρθηκε ήταν απαράδεκτη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την έκρινε παραδεκτή και περαιτέρω νομικά και ουσιαστικά βάσιμη με συνέπεια να δεχθεί την έφεση ως βάσιμη, να εξαφανίσει για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής να την απορρίψει ως προς το κεφάλαιό της για καταβολή μισθών υπερημερίας ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της ένστασης, την οποία είχε προβάλει η εργοδότρια.

Ο αναιρεσείων επικαλείται τέλος ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάμβανε υπόψη τον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό, θα απέρριπτε ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο αντίθετα είχε δεχθεί ως παραδεκτή και βάσιμη την αγωγή του στο σύνολό της.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη είχε αρνηθεί αιτιολογημένα την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος εναντίον της, όπως το περιεχόμενό της εκτίθεται στην αριθμό 2 της παρούσας και, επικουρικά, είχε προβάλει νομότυπα την ένσταση ότι ο ενάγων-εργαζόμενος και ήδη αναιρεσείων είχε ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας καταχρηστικά και, ειδικότερα, επειδή κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της είχε παραμείνει ηθελημένα και, συγκεκριμένα, αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος για να αξιώσει από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας με συνέπεια να μην ενέχεται συμβατικά έναντί του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε επί της αγωγής αυτής την υπ' αριθμό 543/2022 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε την ένσταση που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 7-10-2022 έφεση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε επί της εφέσεως την αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία απέρριψε το δικονομικό ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει ο αναιρεσείων ως εφεσίβλητος- ενάγων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η ένσταση - που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ως εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε επαναφέρει παραδεκτά με ειδικό λόγο έφεσης ως εκκαλούσα και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - έπασχε από αοριστία, διότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξειδικεύσει πλήρως σε αυτή τα γεγονότα που συγκροτούσαν την ιστορική της βάση και, ειδικότερα, δεν είχε επικαλεσθεί στην ένστασή της, πρώτον, ότι ο αναιρεσείων θα μπορούσε να παράσχει εργασία με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους ή και ευνοϊκότερους, μισθολογικούς και λοιπούς, όρους σε άλλον εργοδότη και, δεύτερον, τους λόγους για τους οποίους ο αναιρεσείων αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε τρίτο πρόσωπο.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στη συνέχεια, δέχθηκε το λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη είχε επαναφέρει τη ίδια ένσταση και στην έκκλητη δίκη, εξαφάνισε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και - κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής - την απέρριψε κατά παραδοχή της ένστασης ως προς το κεφάλαιό της για καταβολή μισθών υπερημερίας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αναιρεσίβλητη είχε ειδικότερα επικαλεσθεί τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου με τις προτάσεις της, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την έφεσή της, τα εξής: "[...] Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος από 4/11/2019 έως 4/5/2020, ήτοι για την ακρίβεια 40 μήνες μετά την "άκυρη" καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι απορριπτέα ως κατάφωρα, προφανώς και προπετώς καταχρηστική . [...] Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα [...] έγγραφα του ΟΑΕΔ, ο αντίδικος αμέσως -σχεδόν- μετά την αποχώρησή του από την εργασία του στην επιχείρησή μας και πριν την άσκηση της αριθμ. 136/2016 Αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, συνήψε σύμβαση εργασίας με την Τεχνική Εταιρία ...

ΟΕ για μία μόλις ημέρα. Στη συνέχεια από .../2016 έως .../2017 για 300 ημέρες έλαβε επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ποσού 5.762,88 ευρώ. Έκτοτε δεν φαίνεται να έχει εργαστεί -μέχρι την 4/5/2020 που συνταξιοδοτήθηκε λόγω γήρατος- ούτε μία ημέρα! Ήτοι επί 4 έτη δεν εργάστηκε παρά καταθέτει σε βάρος μας αγωγές για μισθούς υπερημερίας(τρεις συνολικά).

Ωστόσο αυτός με δική του αποκλειστικά θέληση και προκειμένου να εισπράξει υψηλές αποδοχές υπερημερίας χωρίς να εργάζεται μέχρι τη συνταξιοδότησή του, παρέμεινε άνεργος καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την ειδικότητά του ως χειριστή γερανού/γερανογέφυρας και με αποδοχές τουλάχιστον ίσες και ανάλογες (αν όχι υψηλότερες) με αυτές που λάμβανε από την επιχείρησή μας.

Ο αντίδικος: [...] είναι κάτοχος άδειας χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων- γερανογέφυρας [,] έχει εμπειρία από το έτος 2003 έως το έτος 2016 στη δική μας επιχείρηση ενώ πριν την πρόσληψή του σε εμάς-εξ όσων γνωρίζουμε- από το έτος 1996, που παλιννόστησε από την πρώην ΕΣΣΔ- εργαζόταν στην εταιρία ΠΕΤΡΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ [,] η ειδικότητά του είναι περιζήτητη και υπάρχει έλλειψη σε χειριστές (όπως είναι άλλωστε γνωστό και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής).

Ομοειδείς επιχειρήσεις στην περιοχή μας (νομοί Καβάλας - Δράμας- Ξάνθης) είναι πάμπολλες. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές μόνο από αυτές: Στο Νομό Καβάλας: Μάρμαρα Καβάλας ΑΕ, Γενική μαρμάρου ΑΕ, Μακεδονικά Μάρμαρα ΑΕ, ΑΦΟΙ ... ΟΕ [...]. Στο Νομό Δράμας (σημειωτέον ο αντίδικος κατοικεί στο ... που είναι κοντά στα σύνορα με το νομό Δράμας):

ΙΚΤΙΝΟΣ ΑΕ, ... ΑΕ, ... ΑΕ, ΚΑΡΜΑΡ ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΑΕ, ΔΩΡΙΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΑΒΕΕ κλπ .. Ομοίως πολλές υπάρχουν και στον Νομό Ξάνθης. Αυτά είναι κάποια μόνο από τα εργοστάσια επεξεργασίας μαρμάρου στην περιοχή, χωρίς να βάλουμε και τα λατομεία.

Περαιτέρω για τον χειρισμό γερανογέφυρας -για βάρη άνω των 500 κιλών- απαιτείται άδεια χειριστή, προσόν που κατέχει ο αντίδικος. Αυτό σημαίνει ότι άπειρες επιχειρήσεις, όχι μόνο μαρμάρων, αλλά από επιχειρήσεις πώλησης οικοδομικών υλικών, ξυλείας, σιδήρων, σιδηροκατασκευών κλπ, έως σούπερ μάρκετ, επιχειρήσεις εμπορίας οπωροκηπευτικών και γενικά κάθε είδους εμπορική επιχείρηση με μεγάλου βάρους εμπορεύματα, απασχολεί χειριστή της ειδικότητας του αντιδίκου.

Η ανεργία στον κλάδο ήταν και είναι μηδενική (και το επίδικο χρονικό διάστημα). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι-ως γνωστόν- πολλές φορές οι επιχειρήσεις "κλέβουν" εργαζόμενους της ειδικότητας του αντιδίκου από άλλες προτείνοντάς τους υψηλότερες αποδοχές. Ο αντίδικος λοιπόν ευχερέστατα μπορούσε να εξεύρει εργασία ίδια με αυτή που είχε στην επιχείρησή μας, με το ίδιο ωράριο, την ίδια ειδικότητα και αντικείμενο και με μηνιαίες αποδοχές 1405,64 ευρώ (τουλάχιστον και πλέον δώρων εορτών, αδειών και επιδόματος αδείας)-όσες και στη δική μας επιχείρηση- από την πρώτη κιόλα ημέρα- σε συναφείς επιχειρήσεις, αλλά και σε άλλες εμπορικές με το ίδιο αντικείμενο εργασίας και τον ίδιο βαθμό- ή και μικρότερο- δυσκολίας και κάματου, και τις ίδιες κατά τα λοιπά συνθήκες.

Μάλιστα θα μπορούσε να εξεύρει και εργασία κοντά στην οικία του στο ... , ενώ σε κάθε περίπτωση η όποια εργασία του ουδόλως θα δυσχέραινε την επιστροφή του στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ήθελε τεθεί τέτοιο ζήτημα. Ο εργαζόμενος εξ αιτίας της δικής μας "υπερημερίας" θα μπορούσε να διαθέσει τον χρόνο που θα εργαζόταν σε εμάς για να εργαστεί σε άλλη ανάλογη εργασία και να συνυπολογίσει την ωφέλεια.

Αντί αυτού ο αντίδικος από οκνηρία, κακόβουλα και εσκεμμένα επιδιώκει να εισπράξει από την επιχείρησή μας μισθούς 4,5 περίπου ετών συνολικά-διάστημα εξαιρετικά και εξωφρενικά μακρό, ενώ δεν σταμάτησε, όταν του επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας 8 μηνών -ποσού 13853,58- ευρώ με την αριθμ. 132/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, παρά άσκησε και δύο άλλες αγωγές για επόμενα διαστήματα, με πιο πρόσφατη την εκδικαζόμενη ενώπιον Σας.

Επί ένα έτος έλαβε επίδομα ανεργίας και στη συνέχεια επιδίωκε την καταβολή μισθών υπερημερίας μέχρι τη συνταξιοδότησή του χωρίς καμία απολύτως έγνοια ή προσπάθεια να εργαστεί ενώ ευχερέστατα μπορούσε , μένοντας απολύτως αδρανής, χωρίς να έχει εργαστεί ούτε μια ημέρα. Η συμπεριφορά του αυτή, η οποία εκδηλώνεται με το αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας, για εξαιρετικά μακρό χρονικό διάστημα και χρονικά απομακρυσμένη από τη δήθεν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ασκείται κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, συνιστάμενη στην υπέρβαση της αρχής της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα και δυσανάλογα η επιχείρησή μας ξεπερνώντας τον δικαιολογητικό λόγο προστασίας του "ακύρως απολυθέντος".

Ο αντίδικος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν -αντικειμενικά- σε θέση να εξεύρει ευχερώς εργασία, ανάλογη και τουλάχιστον ισότιμη (με τις ίδιες τουλάχιστον απολαβές και αμοιβές για την ίδια εργασία και το ίδιο ωράριο) με αυτή που κατείχε στην επιχείρησή μας, αλλά σκοπίμως και με κακοβουλία την απέφυγε, προκειμένου να επωφελείται από τους μισθούς υπερημερίας που αξιώνει.

Όλα αυτά τα έτη ο αντίδικος απέφυγε αδικαιολόγητα, δόλια και κακόβουλα να εργαστεί, γνωρίζοντας τη ζημία που προκαλεί στην επιχείρησή μας -που βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση και έχει ενταχθεί σε μακρά διαδικασία εξυγίανσης- εν πολλοίς λόγω της ενέργειας του αντιδίκου και των λοιπών 10 εργαζομένων μας να αποχωρήσουν ταυτόχρονα από την επιχείρησή μας, ενώ ευχερέστατα-λόγω των προσόντων του -τυπικών και ουσιαστικών- και της ζήτησης στην αγορά εργασίας της περιοχής αλλά και γενικότερα- θα μπορούσε να εργαστεί κατά το ωράριο εργασίας που είχε στη δική μας επιχείρηση, εκμεταλλευόμενος το χρόνο αυτό (αιτιώδης συνάφεια).

Έτσι όμως ενεργώντας ματαίωσε -ηθελημένα- το δικαίωμά μας , προς καταλογισμό της ωφέλειας από την εργασία, που όφειλε και ευχερώς μπορούσε να εξεύρει και να παρέχει, στις αποδοχές υπερημερίας, έχοντας συνείδηση ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ζημιώνει την επιχείρησή μας. Ο ενάγων αξιοποιώντας-ως όφειλε τηρώντας την αρχή της καλής πίστης- τα ως άνω προσόντα του αφενός και αφετέρου την αυξημένη προσφορά εργασίας στον κλάδο και την ειδικότητά του , ανάλογη με τα προσόντα του και τους όρους αμοιβής και εργασίας στην επιχείρησή μας, θα μπορούσε από την πρώτη κιόλα ημέρα, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον από 4/4/2017 (επομένη της ημερομηνίας μέχρι την οποία του επιδικάστηκαν αποδοχές υπερημερίας με την αριθμ. 132/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας), να είχε βρει εργασία, πράγμα το οποίο, δόλια και κακόβουλα δεν επεδίωξε να επιτύχει, μένοντας αδρανής και προκειμένου να εισπράττει από εμάς, χωρίς να εργάζεται, μισθούς υπερημερίας.

Το διάστημα που αυτός ζητά -πλέον των ήδη επιδικασθέντων-μισθούς υπερημερίας με δύο-νέες- εκκρεμείς αγωγές (ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και ενώπιον Σας ) και έχοντας ήδη λάβει μισθούς υπερημερίας 8 μηνών, είναι εξαιρετικά μεγάλο και το στοιχείο αυτό βαρύνει ιδιαίτερα στην κρίση για καταχρηστικότητα [...], όπως και το γεγονός ότι η τυχόν ικανοποίηση της αξίωσής του συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για την επιχείρησή μας, ενόψει και της οικονομικής κατάστασής της [...] σε καθεστώς εξυγίανσης που με μεγάλη προσπάθεια προσπαθούμε να διατηρήσουμε και να ανταποκριθούμε [...].

Επομένως, σε κάθε περίπτωση η πέρα από την 3/4/2017, άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για απόληψη μισθών υπερημερίας, είναι καταχρηστική [...]. (Ειρήσθω στο σημείο αυτό ότι οι 7 ανειδίκευτοι εργάτες/κόπτες που αποχώρησαν οικειοθελώς μαζί με τον αντίδικο από την εργασία τους την 1/8/2016 και οι οποίοι ούτε προσέβαλαν την οικειοθελή αποχώρηση ούτε άσκησαν αγωγή σε βάρος μας, βρήκαν άμεσα εργασία με την ίδια ειδικότητα ε επιχειρήσεις επεξεργασίας μαρμάρου στην Καβάλα.

Είναι δυνατό ο αντίδικος με την εμπειρία, τα προσόντα και την ειδικότητά του, που μάλιστα έχει αντικείμενο σε άπειρα είδη επιχειρήσεων και όχι μόνο σε μαρμαράδικα, να μην βρήκε εργασία επί 4,5 έτη;) [...]". Η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει συνοπτικώς και προφορικά την ίδια ένσταση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος εναντίον της.

Η ένστασή της αυτή περαιτέρω καταχωρίσθηκε στο πρακτικά δημόσιας συζήτησης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η αναιρεσίβλητη είχε επαναφέρει την ίδια ένσταση με την έφεσή της παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που προαναφέρθηκαν, είχε επικαλεσθεί με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα γεγονότα, τα οποία θεμελίωναν κατά τις διατάξεις των άρθρων 656 εδάφιο α και 281 ΑΚ, την ένστασή της ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καταχρηστικά την αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας, διότι είχε επικαλεσθεί ότι ο αναιρεσείων- εργαζόμενος α) μπορούσε να παράσχει συγκεκριμένη εργασία σε άλλους εργοδότες, τους οποίους μάλιστα εκ περισσού είχε προσδιορίσει, β) τους λόγους για τους οποίους αδικαιολόγητα και από κακοβουλία δεν εργάσθηκε σε τρίτους εργοδότες και γ) από την εργασία του αλλού θα αποκόμισε ωφέλεια ανάλογη με τις αποδοχές που λάμβανε από την παροχή της εργασίας σε αυτή.

Το δευτεροβάθμιο, επομένως, δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν είχαν προταθεί και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης - και, ειδικότερα, γεγονότα, τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί στα διαδικαστικά της έγγραφα για να θεμελιώσει την ιστορική βάση της ένστασής της - με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος για αυτό λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, όταν είχε κατατεθεί στις 22-7-2024 η ένδικη αίτηση αναίρεσης και πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 26 ν. 5134/2024 (Φ.Ε.Κ. Α 146/11-9-2024) όριζε ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση [...] αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής - η οποία είναι όμοια με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 31/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου - με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες - την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Ο αναιρεσείων εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση - την οποία είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως απάντηση στην αγωγή και είχε επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης κατά της εκκαλουμένης - ότι είχε ασκήσει καταχρηστικά την αξίωση του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 4-11-2019 έως και 4-5-2020 με συνέπεια να εξαφανίσει για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και στη συνέχεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή εναντίον της ως προς το κεφάλαιό της αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη, μολονότι α) δεν προσδιόρισε στην αναιρεσιβαλλομένη με ποιους συγκεκριμένα εργοδότες θα μπορούσε να είχε καταρτίσει σύμβαση εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, β) δεν διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ότι σε περίπτωση που θα μπορούσε να παράσχει εργασία σε άλλους εργοδότες θα λάμβανε τις ίδιες αποδοχές και θα παρείχε σε αυτούς εργασίας με τους όρους που απασχολείτο και στην αναιρεσίβλητη και γ) δεν καθιστά σαφές με ποιο λόγο είχε σκοπό να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας παρά το γεγονός ότι σύντομα μετά την πάροδο του επιδίκου χρονικού διαστήματος επρόκειτο να συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να συνταξιοδοτηθεί και συνεπώς κανείς εργοδότης δεν θα επιθυμούσε να τον προσλάβει στην επιχείρησή του.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από τις ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αυτές παραδοχές, τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο.

Από την επισκόπηση των κρίσιμων παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης που προαναφέρθηκαν (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει καταχρηστικά την αξίωσή του εναντίον της για καταβολή μισθών υπερημερίας, διότι α) παρείχε στην αναιρεσίβλητη εργασία με την ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος και, συνεπώς, μπορούσε ευχερώς κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε να εργασθεί με την ίδια ειδικότητα, τις ίδιες αποδοχές και όμοιες συνθήκες εργασίας σε άλλους εργοδότες, οι οποίοι είχαν ανακοινώσει και δημόσια μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων ότι προτίθενται να προσλάβουν προσωπικό με την ειδικότητα του αναιρεσείοντος, η οποία μάλιστα εκείνη την περίοδο εμφάνιζε ζήτηση στην αγορά εργασίας και β) δεν είχε πραγματική πρόθεση να ανεύρει άλλη εργασία, επειδή επρόκειτο σύντομα να συνταξιοδοτηθεί και επιθυμούσε για το λόγο να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας, χωρίς να παρέχει εργασία στην επιχείρησή της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μάλιστα ότι ο αναιρεσείων είχε προφανή σκοπό να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας και για το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να εργάζεται, επειδή είτε είχε ήδη λάβει, είτε διεκδικούσε από αυτή την καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) περίπου ετών με τη διαδοχική έγερση τριών (3) αγωγών από άκυρη απόλυση εναντίον της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα ότι ο αναιρεσείων είχε ασκήσει καταχρηστικά την επίδικη αξίωσή του με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να μην ενέχεται έναντί του σε καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5-11-2019 έως και 4-5-2020.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μάλιστα προσδιόρισε στην αναιρεσιβαλλομένη, μολονότι δεν απαιτείτο, και με ποιους εργοδότες θα μπορούσε ο αναιρεσείων να καταρτίσει σύμβαση εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περαιτέρω έκανε ειδική αναφορά στην επιχείρηση "Γενική Μαρμάρου Α.Ε." στην οποία ο αναιρεσείων θα μπορούσε να απασχοληθεί (βλ.

στο ένατο φύλλο πρώτη σελίδα της αναιρεσιβαλλομένης στην αρχή). Η πρόθεση της συγκεκριμένης εργοδότριας να προσλάβει εργαζομένους στη επιχείρησή της αποτελούσε λογική προϋπόθεση για την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να εργασθεί με την ίδια ειδικότητα και ανάλογες αποδοχές σε αυτή. Για το λόγο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίσει ειδικά αν η συγκεκριμένη ανώνυμη εταιρεία επιθυμούσε πράγματι να προσλάβει εργαζομένους για να καλύψει τις ανάγκες της επιχείρησής του σε προσωπικό, διότι σε διαφορετική περίπτωση ο αναιρεσείων δεν θα είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να εργασθεί στη συγκεκριμένη επιχείρηση.

Η αναιρεσιβαλλομένη περαιτέρω δεν απαιτείτο να διαλάβει παραδοχή αν ο αναιρεσείων κατήρτιζε με τρίτους εργοδότες συμβάσεις εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, επειδή κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα είναι - μεταξύ άλλων και - αν ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης είχε παραμείνει ηθελημένα, δηλαδή αδικαιολόγητα και από κακοβουλία άνεργος για να εισπράττει για μεγάλο χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας από την εργοδότριά του, χωρίς να παρέχει σε αυτή εργασία.

Ο αναιρεσείων μάλιστα δεν επικαλείται ότι σε περίπτωση που θα κατήρτιζε με άλλον εργοδότη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου θα αντιμετώπιζε διακριτική ως προς τις αποδοχές που θα λάμβανε μεταχείριση από άλλους εργαζομένους που παρείχαν εργασία με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ο αναιρεσείων επικαλείται επιπλέον ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μολονότι δέχθηκε ότι είχε παραμείνει δόλια και από κακοβουλία άνεργος, δεν αναφέρει ότι η επικείμενη συνταξιοδότησή του δεν μπορούσε να εμποδίσει τη δυνατότητά του να ανεύρει νέα εργασία σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, επειδή σε περίπτωση που κατήρτιζε νέα σύμβαση εργασίας με άλλον, ο τρίτος αυτός εργοδότης θα είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης με κριτήριο υπολογισμού το συνολικό χρόνο εργασίας του.

Η αποζημίωση απόλυσης, ωστόσο, υπολογίζεται με συντελεστή το χρόνο εργασίας στον τελευταίο μόνο πριν την απόλυση εργοδότη. Η προϋπηρεσία του εργαζομένου σε άλλους εργοδότες δεν ασκεί έννομη επιρροή στον υπολογισμό της αποζημίωσης, εκτός αν ο τελευταίος εργοδότης συμφωνήσει με τον εργαζόμενο ότι θα συνυπολογίσει και το χρόνο εργασίας του σε άλλον εργοδότη για να αυξηθεί το ποσό της αποζημίωσης, την οποία θα καταβάλει σε αυτόν (άρθρα 1, 4 και 8 εδάφιο β του ν. 3198/1955 και 5 παράγραφος 1 του β.δ. 16/18-7-1920, ΑΠ 1514/2006).

Το δευτεροβάθμιο συνεπώς δικαστήριο δεν απαιτείτο να διαλάβει και την παραδοχή που προαναφέρθηκε για να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως ηθελημένη, δηλαδή αδικαιολόγητα και από κακοβουλία, παραμονή του σε ανεργία, όπως αβάσιμα επικαλείται αναιρεσείων. Το δευτεροβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες θεμελιώνουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο ταυτόχρονα εξειδικεύει στην προκειμένη περίπτωση με επάρκεια ότι ο αναιρεσείων άσκησε την επίδικη αξίωσή του κατά της αναιρεσίβλητης καταχρηστικά και, ειδικότερα, με τρόπο που υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη, η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 του ΑΚ).

Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο 1, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2024 αίτηση του Τ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 92/2024 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ