Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not examine the payment defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision in a labor dispute. The appellant argued the appellate court erred by failing to consider a payment defense raised by the employer, which the lower court had not formally examined. The court held that since the defense was not raised, the appellate court was correct to reject the claims based on the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on a premise that was not raised by the opposing party, and the appellate court is not obligated to examine defenses not formally presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 191 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 191/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Ι., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Κ. Ι. του Λ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έ. Α., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και 5817/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-10-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7 Οκτωβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν η από 14-1-2020 με αριθμό κατάθεσης ... έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό ... οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία την από 25-5-2018 με αριθμό κατάθεσης 51680/1595/2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και δέχτηκε εν μέρει αυτήν. Το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Ο ενάγων με την από 25-5-2018 με αριθμό κατάθεσης 51680/1595/2018 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε, ότι στις 15-7-2014 προσλήφθηκε από την εναγομένη, που διατηρεί φαρμακείο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος φαρμακοποιός, αντί μηνιαίου μισθού 1.617 ευρώ και ότι την 1η-3-2018 η εναγομένη κατήγγειλέ τη μεταξύ τους εργασιακή σύμβαση καταχρηστικά, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης με συνέπεια να του οφείλονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημά από 1-3-2018 έως 31-10-2018, άλλως σε περίπτωση πού κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ότι η εναγομένη του οφείλει την διαφορά της αποζημίωσης Ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη εργάστηκε καθ'υπέρβαση του συμβατικού και νομίμου ωραρίου, καθώς και ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, αλλά και νύχτα χωρίς να λάβει αμοιβή, ότι η εναγομένη, βάσει του ανωτέρω συμφωνηθέντος μισθού, δεν του έχει καταβάλει το σύνολο των επιδομάτων εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας των ετών 2014 έως και 2018, και τις προσαυξήσεις λόγω μη χορηγηθείσας αδείας αν και ζήτησε τις άδειές του, ότι τα προκύπτοντα από τις παραπάνω αιτίες ποσά του οφείλει η εναγομένη από τη σύμβαση εργασίας) άλλως σε περίπτωση που κριθεί άκυρη αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε δε, όπως το αίτημα παραδεκτά περιορίστηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 1-3-2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το ποσό των 20.000 ευρώ, που αφορά αξίωση για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση από 15-7-2014 έως 31-12-2014 και από 1-1-2018 έως 1-3-2018 και γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται αυτή να του καταβάλλει το χρηματικό ποσό των 93.144,57 ευρώ, άλλως των 82.614,05 ευρώ, νομιμοτόκως για όλα τα ποσά, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό ... οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.507,60, ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει το ποσό των 81.906,30 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμοτόκως, όπως ειδικότερα σ' αυτήν αναφέρεται.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την αγωγή, αφού έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ο συμφωνηθείς και πράγματι καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός, ανερχόταν σε 586,08 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 625/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους εκ του αριθμού 1 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής: "α)ότι ένα φαρμακείο σε πυκνοκατοικημένη περιοχή της Αθήνας, όπως το Παγκράτι και, πλέον ειδικώς, η διασταύρωση των οδών ..., δεν αποτελεί "συνοικιακό" φαρμακείο χωρίς μεγάλες δυνατότητες κέρδους, το οποίο εξυπηρετεί κυρίως συνταξιούχους, όπως γίνεται δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη, αλλά πρόκειται για φαρμακείο σε κεντρικότατο σημείο πλησίον ενός από τα μεγαλύτερα υποκαταστήματα του ΙΚΑ και με μεγάλη πελατεία, γεγονός που δικαιολογεί την κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφαση της αντιδίκου να μεταφέρει το δικό της φαρμακείο από το υποδεέστερο σημείο (...) στην πιο πάνω διεύθυνση, όπου έως την 07.04.2014 το φαρμακείο λειτουργούσε υπό την διεύθυνση του αναιρεσείοντος, β), ότι ένας πτυχιούχος φαρμακοποιός, όπως ο αναιρεσείων, που εκμεταλλεύεται το πιο πάνω φαρμακείο επί εννέα (9) έτη (2005-2014), ενώ ήδη επί τα 35 προηγούμενα έτη το φαρμακείο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση των γονέων του, ώστε είχε ευρεία αναγνώριση και μεγάλη πελατεία, δεν θα συμφωνούσε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες οικονομικών προβλημάτων και αναγκών, να προσληφθεί σε ένα τέτοιο φαρμακείο με αποδοχές εκ 586,08 ευρώ μηνιαίως, αφού αποτελεί επίσης δίδαγμα της κοινής πείρας ότι σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να ανεύρει οποιαδήποτε εργασία σε άλλο εργοδότη, καθώς και ότι ο μηνιαίος μισθός 586,08 ευρώ δεν μπορεί να θεωρείται εύλογος, όπως κρίνεται με την αναιρεσιβαλλομενη απόφαση, γ)ότι η λειτουργία όλων των φαρμακείων επεκτείνεται σε όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ενώ επίσης διανυκτερεύουν, ώστε και το προσωπικό τους πραγματοποιεί υπεραπασχόληση (υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος, εργασία Κυριακών), καθώς και νυκτερινή εργασία".
Ότι τα ως άνω κατά τον αναιρεσείοντα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο στο ύψος του νομοθετημένου μηνιαίου μισθού (ελάχιστου) για πρωτοπροσλαμβανόμενο και άπειρο φαρμακοποιό και την υπαγωγή της παραδοχής αυτής στη διάταξη του άρθρου. 361 ΑΚ, με αποτέλεσμα ν' απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες οι αγωγικές αξιώσεις του.
Οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, με την ως άνω διατύπωση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να διαγνώσει αν συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά για το συμφωνηθέντα μισθό του και να τα υπαγάγει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, δεν παραλήφθηκαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία έννοιας της ως άνω διάταξης, αλλά για την εκτίμηση και την υπαγωγή των αποδείξεων κρίσιμων γεγονότων σ'αυτήν, όπως οι συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος και οι ώρες εργασίας αυτού, πληττόμενης έτσι της ανέλεγκτης αναιρετικά κρίσης του δικαστηρίου (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετούνται οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου αφού, όπως, προεκτέθηκε, τα από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα.
Κατά το άρθ. 338 § 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταιτησή του. Η διάταξη αυτή, αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 670, 671, 674 § 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι την 1.1.2016 πριν τη σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και ήδη περιουσιακών- εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, στη διαδικασία αυτή δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ (ΑΠ 1124/2022, ΑΠ 665/2019, ΑΠ 447/2015). Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου^που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 992/2022).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945 περί της χορηγήσεως κανονικών αδειών μετ' αποδοχών, προκύπτει, ότι θεμελιωτικό στοιχείο της αγωγής, με την οποίαν ο εργαζόμενος αιτείται την επιδίκαση αποδοχών αδείας μετά ή άνευ της αστικής ποινής της προσαυξήσεως, είναι η μη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη, ενώ ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι έχει χορηγήσει την άδεια αποτελεί άρνηση της αγωγής. (ΑΠ 992/2022) Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας άλλως της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, διότι το Εφετείο καίτοι δέχεται την συνδρομή όλων των αναγκαίων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των άρθρων 2, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος, επιφορτίζοντας αυτόν με το επί πλέον δικονομικό βάρος να αποδείξει ότι του χορηγήθηκαν οι άδειες αναψυχής, παρότι την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού έφερε η αναιρεσίβλητη.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε "ότι δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν έπαιρνε τις ετήσιες άδειες αναψυχής αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ζήτησε τις άδειες και δεν του εδόθησαν για να δικαιούται προσαύξηση 100%", και για το λόγο αυτό απορρίφθηκαν οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις του των ετών 2014 έως 2018.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού ο ενάγων έφερε τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως των ένδικων στην προκείμενη υπόθεση, αξιώσεών του.
Επομένως, ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 667/2018). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1081/2018).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δή ότι έλαβε υπόψη της πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ενώ δεν προτάθηκε από την εναγομένη νομότυπα, ήτοι με προφορική δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ορισμένη ένσταση εξόφλησης (άρθρα 262 παρ.1 ΚΠολΔ, 416 ΑΚ) και παρότι συνέτρεξαν όλα τα αξιούμενα από το νόμο (αρθ. 1 και 3 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας) ως προς τα επιδόματα εορτών, αρθ. 2 και 3 ΑΝ 539/1945 ως προς τις αποδοχές αδείας και αρθ. 3 Ν 4504/1966 ως προς τα επιδόματα αδείας] πραγματικά περιστατικά για τη γένεση των αγωγικών αξιώσεών του, για την καταβολή των νομίμων επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και των αποδοχών αδείας των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε μη υποβληθείσα ένσταση εξόφλησης και απέρριψε τις εν λόγω αξιώσεις του ως ουσιαστικά αβάσιμες, με τις παραδοχές ότι "Με βάση τον άνω συμφωνηθέντα και νόμιμο μισθό (που δέχθηκε ότι ανέρχεται σε 586,08 ευρώ μηνιαίως) η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τα νόμιμα, όσον αφορά τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας και τις αποδοχές αδείας, καθ' όλη την διάρκεια της εργασιακής σχέσεως των διαδίκων μερών, υπογράφοντας ο ενάγων και ο σχετικές αποδείξεις πληρωμής".
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των κατατεθεισών προτάσεων της εναγομένης προκύπτει ότι αυτή αρνήθηκε τις αγωγικές αξιώσεις και δεν υπέβαλε ένσταση εξόφλησης, και από την προπαρατιθέμενη παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σαφώς προκύπτει ότι αυτό δεν ερεύνησε ούτε δέχθηκε ένσταση εξόφλησης, ώστε να απορρίψει κατ' ουσίαν τις εν λόγω αξιώσεις του ενάγοντος που θεμελιώνονται στον ισχυρισμό του ότι ο συμφωνηθείς μισθός ανερχόταν σε 1617 ευρώ μηνιαίως, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταβολής στον ενάγοντα των οφειλομένων για τις παραπάνω αιτίες ποσών με βάση τον συμφωνηθέντα μισθό των 586,08 ευρώ, μετά από εκτίμηση των έγγραφων αποδείξεων, που ο ίδιος ο ενάγων είχε υπογράψει.
Συνεπώς ο εκ του αρ.8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ακολούθως, μετά την απόρριψη του ως άνω λόγου και ενόψει του ότι δεν έγινε δεκτό, ότι υπεβλήθη από την εναγόμενη ένσταση εξόφλησης, παρέλκει η εξέταση του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης κατά το επικουρικό σκέλος του, κατά το οποίο ο αναιρεσείων, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι υπεβλήθη από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς την ως άνω παραδοχή του για 'την εξόφληση των αξιώσεων αυτών, με την παράθεση των καταβληθέντων ποσών, της αιτίας και του χρόνου καταβολής εκάστου. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση για αναίρεση της με αριθμό ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ