191/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 3-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2020 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated191/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επικαλούμενοι δε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε κατάληψη τμήματος του επιδίκου ακινήτου, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συννομής τους επ' αυτού, αιτήθηκαν την αναγνώριση και την απόδοση της συννομής τους, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, β) η από 3.12.2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί, εκθέτοντας ότι είναι συγκύριοι οικοπέδου εμβαδού 1.123,20 τ.μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 191 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 191/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Κ. και Ε., 2) Γ. Γ. του Κ. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Δ. και της Δ., 2) Κ. Γ. του Δ. και της Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαμεντζελόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 3-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της 220/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδρομής : Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου ασκήθηκαν : α) η από 15.9.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί εξέθεταν ότι νέμονται και κατέχουν από κοινού σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας οικόπεδο εμβαδού 1.300 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του δημοτικού διαμερίσματος ..., της κτηματικής περιφέρειας Δήμου ... - ..., το οποίο περιήλθε σε αυτούς από εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος την 18.11.2014 πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν με νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη και έκτοτε το νέμονται διαρκώς επί 10ετία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Επικαλούμενοι δε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε κατάληψη τμήματος του επιδίκου ακινήτου, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συννομής τους επ' αυτού, αιτήθηκαν την αναγνώριση και την απόδοση της συννομής τους, κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους, β) η από 3.12.2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί, εκθέτοντας ότι είναι συγκύριοι οικοπέδου εμβαδού 1.123,20 τ.μ.
στην ίδια ως άνω περιοχή, το οποίο περιήλθε στους ίδιους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, λόγω κληρονομικής διαδοχής από τον αποβιώσαντα την 26.6.2007 πατέρα τους, την οποία κληρονομία αποδέχθηκαν με νομίμως μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη και ότι οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την κυριότητά τους επί εδαφικού τμήματος του ως άνω ακινήτου εμβαδού 170,37 τ.μ., ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος ο καθένας κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά.
Κατά την εκδίκαση των ως άνω αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, οι εναγόμενοι της από 3.12.2015 αγωγής, ήδη αναιρεσείοντες, υπέβαλαν ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, με το περιεχόμενο ότι απέκτησαν αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, προσμετρώντας στον χρόνο της νομής τους επί αυτού, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Επί αμφοτέρων των αγωγών των διαδίκων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 120/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας αυτούς συγκυρίους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα του επίδικου εδαφικού τμήματος, επιφανείας 170,37 τ.μ., ενώ απέρριψε και την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων.
Κατά της αποφάσεως του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από τους αναιρεσείοντες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, εξέδωσε την προσβαλλόμενη 220/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής, στρέφεται η υπό κρίση από 4.12.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι, για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. 1 και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.
Νόμιμος τίτλος είναι κάθε τρόπος απόκτησης της κυριότητας, που αποτελεί την έννομη δικαιολογία της νομής του πράγματος με διάνοια κυρίου, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί και παρουσιάζει εξωτερικά όλα τα αναγκαία κατά το νόμο για το κύρος του στοιχεία.
Νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομία, υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής ή το κληρονομητήριο. Ο τίτλος μπορεί να είναι ελαττωματικός, διότι έχει έλλειψη, εκτός αυτού, η οποία εμποδίζει κατά νόμο την κτήση της κυριότητας, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος.
Τέτοιος τίτλος είναι και το μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο μεταβιβάζεται για νόμιμη αιτία η κυριότητα και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τα δε τυχόν εκτός αυτού ελαττώματά του, όπως, κατά τα ανωτέρω, η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί παραπάνω νόμιμοι όροι αυτής.
Απαιτείται ακόμη και καλή πίστη, η οποία πρέπει να συνδέεται με νόμιμο τίτλο και να υπάρχει κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ήτοι πεποίθηση του νομέως, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, ενώ αυτός δεν τελεί σε καλή πίστη όταν γνωρίζει, ότι δεν έγινε κύριος ή από βαριά αμέλεια το αγνοεί (ΑΠ 547/2018, ΑΠ 569/2016).
Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος απόδειξης. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:
α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την κρίση του (ΑΠ764/2022, ΑΠ 371/2020, ΑΠ 1602/2018, ΑΠ 2103/2017, ΑΠ1097/2017).
Η κατά το άρθρο 1042 ΑΚ καλή πίστη αναφέρεται μεν στην κυριότητα του αποκτώντος, εν τέλει όμως συναρτάται (στην παράγωγη κτήση) και προς την κυριότητα του μεταβιβάζοντος. Ο βαθμός δε της αμέλειας κρίνεται κατά πρώτο λόγο από τον τίτλο, ο οποίος πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να δικαιολογεί τη δημιουργία της πεποίθησης του νομέα ότι με αυτόν τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα.
Υπό την έννοια αυτή βαριά αμέλεια συνιστά ενδεικτικά η παράλειψη ελέγχου ή ο πλημμελής έλεγχος των δημοσίων βιβλίων και η πλημμελής εφαρμογή των τίτλων. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι αν το συγκεκριμένο ακίνητο, στο οποίο ασκείται η νομή, δεν περιλαμβάνεται στα όρια του ακινήτου που μεταβιβάστηκε με τον τίτλο, δεν υπάρχει ως προς αυτόν νόμιμος τίτλος, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του εγκύρου τίτλου, αφού η μεταβιβαστική δικαιοπραξία δεν το καταλαμβάνει.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να υπάρχει νομιζόμενος τίτλος, κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση ότι ο νομέας, κατά τη κτήση της νομής δικαιολογημένα και χωρίς βαριά αμέλεια, υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. Δηλαδή, νομιζόμενος τίτλος είναι και ο αυθαίρετος τίτλος, ο οποίος κατά την, χωρίς βαριά αμέλεια πεποίθηση του νομέα, εκλαμβάνεται υπό τούτου ως υπάρχων, ενώ πράγματι δεν υπήρξε καθόλου, αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογείται η πεποίθηση του νομέα για την ύπαρξη εγκύρου νόμιμου τίτλου και την δυνάμει αυτού κτήση της κυριότητας, όπως όταν ο αγοραστής, κατά την εφαρμογή του τίτλου του, από συγγνωστή πλάνη, καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση από αυτή που του πωλήθηκε ή πίστεψε δικαιολογημένα ότι το ακίνητο που περιήλθε στη νομή του περιλαμβάνεται στον τίτλο του, ο οποίος όμως (τίτλος) αφορά άλλο συνεχόμενο ακίνητο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο νομέας κατά την κτήση της νομής δικαιολογημένα, ήτοι χωρίς βαριά αμέλεια υπέλαβε ως υπάρχοντα τον ανύπαρκτο τίτλο. (ΑΠ 235/2020, ΑΠ 172/2014).
Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή άγνοια του νομέα - από την οποία προέρχεται η πεποίθηση - στρέφεται περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί το νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια (ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 569/2016, ΑΠ 1192/2014, ΑΠ 1001/2014, ΑΠ 94/2013).
Συνεπώς, στην περίπτωση του νομιζόμενου τίτλου, απαιτείται καλή πίστη τόσο ως προς την απόκτηση της κυριότητας, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα, όσο και ως προς την ύπαρξη του τίτλου, πεποίθηση, δηλαδή, του νομέα, ότι υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση τίτλος. (ΑΠ 235/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος, χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων και, ακόμη, χωρίς να γνωρίζει την επαγωγή της κληρονομιάς και των αντικειμένων της αυτής, θεωρείται (κατά πλάσμα δικαίου) ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα και με την προϋπόθεση βέβαια ότι ο κληρονομούμενος είχε τη νομή κατά το χρόνο του θανάτου του, συνεπώς μπορεί να ασκήσει και τις αγωγές περί νομής (984 ΑΚ).
Για να αποκτήσει ο κληρονόμος φυσική εξουσία επί κληρονομιαίου πράγματος πρέπει να καταλάβει το πράγμα σωματικά, ώστε η έννοια της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 983 ΑΚ) είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα φυσική εξουσία, ήτοι δική του νομή.
Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 980, 984 εδ α, 989 και 991 ιδίου Κώδικα προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η προσβολή της νομής με διατάραξη, που τέτοια συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του, (χωρίς ο τελευταίος να αποβάλλεται, αλλά διατηρεί τη νομή), αν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα, παρέχει στον τελευταίο αγωγή για παύση της διατάραξης και την παράλειψη της στο μέλλον. (ΑΠ 811/2020, ΑΠ 1079/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.( ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 220/2020 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιόν του τα εξής : "... Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι Γ.
Γ. του Δ. και Κ. Γ. του Δ. απέκτησαν την κυριότητα ενός οικοπέδου επιφανείας 1.130,50 τ.μ. μετά την υπ'αριθ. .../1999 πράξη αναλογισμού του Δήμου ... το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως της δημοτικής κοινότητας ... του Δήμου ... - ..., στο υπ'αριθ. ... Ο.Τ. ... Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε σ'αυτούς από κληρονομία από τον πατέρα τους Δ.
Γ...., ο οποίος απεβίωσε την 26.06.2007 χωρίς να αφήσει διαθήκη αφήνοντας τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν αποποιήσεως των λοιπών συγκληρονόμων... Οι ενάγοντες - ήδη εφεσίβλητοι αποδέχθηκαν από κοινού την κληρονομία σύμφωνα με το με αριθμό .../2007 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ.
Τ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα... Στο δικαιοπάροχό τους Δ. Γ., το ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομία από τη μητέρα του, Π. χήρα Γ. Γ., η οποία απεβίωσε το 2001, σύμφωνα με τη με αριθ. .../… . … .1997 δημόσια διαθήκη συνταχθείσης αυτής ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., που δημοσιεύθηκε νόμιμα... Την κληρονομία αυτή ο δικαιοπάροχος των εναγόντων - ήδη εφεσιβλήτων είχε αποδεχθεί με την υπ'αριθ. .../2001 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ.
Τ. το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα... Το προπεριγραφόμενο οικόπεδο προέρχεται από ένα μεγαλύτερο ενιαίο οικόπεδο αρχικής επιφανείας 3.228,90 τ.μ., ένα τμήμα του οποίου είχε κληρονομήσει ο δικαιοπάροχος των εναγόντων - ήδη εφεσιβλήτων, Δ. Γ. και το άλλο τμήμα κληρονόμησε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχεία Α αγωγής, Κ.
Γ., με διαθήκη από τη μητέρα του Π. χήρα Γ. Γ. και η οποία είχε αποκτήσει αυτό κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου με την .../1949 πράξη αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου..., νόμιμα μεταγεγραμμένης... και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του συζύγου της Γ. Γ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. .../1981 πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου, νόμιμα μεταγεγραμμένης...
Ο Κ. Γ. δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχεία Α αγωγής και ήδη εκκαλούντων αποδέχτηκε το δικό του τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου με την υπ'αριθ. .../2011 πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ. Τ. (.../19) ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, Δ. Γ., αποδέχθηκε αυτό βάσει της υπ'αριθ. .../2001 πράξη κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ.
Τ. (.../23). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και στα δύο αυτά συμβόλαια αποδοχής κληρονομίας χρησιμοποιήθηκε το ίδιο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα και συγκεκριμένα το από Αύγουστο του 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Θ., το οποίο νόμιμα προσαρτήθηκε στα συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας και των δύο δικαιοπαρόχων τόσο των εκκαλούντων όσο και των εφεσιβλήτων.
Σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα (νόμιμα θεωρημένο από το Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου...) το τμήμα του οικοπέδου που αποδέχθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχεία Β αγωγής, ήδη εφεσιβλήτων, Δ. Γ., εμφανίζεται με τον αριθμό δύο (2) και έχει επιφάνεια μετά την υπ'αριθ. .../1999 πράξη αναλογισμού του Δήμου ... 1.130,50 τ.μ.
και οριοθετείται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Ρ-Δ και συνορεύει ... Το οικόπεδο που αποδέχθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχεία Α αγωγής ήδη εκκαλούντων Κ. Γ., εμφανίζεται με τον αριθμό ένα (1) και έχει επιφάνεια 1.130,50 τ.μ. και οριοθετείται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ρ-Ξ-Ο-Α και ορίζεται....
Συνεπώς, όπως αποδείχθηκε και τα δύο οικόπεδα των δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων και εφεσιβλήτων, αντιστοίχως εναγόντων της υπό στοιχεία Α και Β αγωγής έχουν την ίδια έκταση και δη 1.130,50 τ.μ. μετά την εφαρμογή της υπ'αριθ. .../1999 πράξης αναλογισμού του Δήμου ... και αυτή την έκταση αποδέχθηκε καθένας από τους ενάγοντες.
Επομένως οι ενάγοντες της Α αγωγής ήδη εκκαλούντες δεν κατέχουν νόμιμο τίτλο για το επίδικο τμήμα του ακινήτου για το οποίο επικαλούνται διατάραξη της νομής, διότι... το τμήμα του οικοπέδου έκτασης 135,71 τ.μ., στο οποίο επικαλούνται αυτοί ότι ασκούν τη νομή και ότι παρανόμως διαταράχθηκε η άσκηση της νομής από τους ήδη εφεσίβλητους, δεν περιλαμβάνεται στα όρια του ακινήτου που αποδέχθηκαν με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, επομένως δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος ως προς το τμήμα αυτό, διότι ελλείπουν τα εξωτερικά στοιχεία του εγκύρου τίτλου, αφού η συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής δεν το καταλαμβάνει και επίσης, το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν συνιστά ούτε νομιζόμενο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 1043 παρ. 1 ΑΚ, όπως ορθά κρίθηκε από την εκκαλουμένη απόφαση...
Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες επιδεικνύοντας βαρεία αμέλεια κατά την κατάληψη της νομής του επίδικου τμήματος του ακινήτου, έκτασης 135,71 τ.μ., δεν απέκτησαν τη νομή επί αυτού με τακτική χρησικτησία, όπως ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους πρωτοδίκως και επαναλαμβάνουν και ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, παρά το ότι ασκούσαν πράξεις νομής επ' αυτού πλέον της δεκαετίας, αφού ελλείπει ο νόμιμος τίτλος.
Κατά συνέπεια, οι ήδη εφεσίβλητοι συνεχίζοντας τις πράξεις νομής επί του τμήματος του ακινήτου εκτάσεως 135,71 τ.μ. δεν διατάραξαν την νομή των εκκαλούντων και εναγόντων της υπό στοιχεία Α αγωγής, αλλά άσκησαν την παραδοθείσα σ'αυτούς νομή επ'αυτού, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τους εκκαλούντες...".
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια. Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές του :
α) ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων Κ. Γ. και Δ. Γ., που ήταν αδέλφια, απέκτησαν ως κληρονόμοι από δημόσια διαθήκη της μητέρας τους, η οποία απεβίωσε το 2001, ένα τμήμα ο καθένας ενιαίου οικοπέδου αρχικής επιφανείας 3.228,90 τ.μ., που βρίσκεται εντός των ορίων του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως της δημοτικής κοινότητας ...
του Δήμου ... - ..., το οποίο μετά την εφαρμογή της με αριθμό .../1999 πράξης αναλογισμού του Δήμου ..., διαμορφώθηκε πλέον με συνολική έκταση 2.261 τ.μ., β) ότι οι ίδιοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων αποδέχθηκαν την κληρονομία της μητέρας τους, ο μεν Κωνσταντίνος με την .../2001 πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ.
Τ. (.../19), ο δε … με την .../2001 πράξη κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου (.../23). Διευκρινίζεται ότι η αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Κ. Γ. αποδέχθηκε την ως άνω κληρονομία της μητέρας του με την .../2011 πράξη αποδοχής (ενώ το ορθό είναι με την .../2001 πράξη αποδοχής) οφείλεται σε παραδρομή του δικαστηρίου, χωρίς έννομες συνέπειες, καθόσον στην ίδια απόφαση γίνεται μνεία ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων αποδέχθηκαν από κοινού την κληρονομία της μητέρας τους, όπως άλλωστε προκύπτει και από τους αριθμούς των συμβολαιογραφικών πράξεων αυτών αποδοχής κληρονομίας που απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους, είναι εγγεγραμμένοι στο ίδιο τόμο μεταγραφών (...) με αριθμούς μεταγραφής (..., ...), γ) ότι και στα δύο αυτά συμβόλαια αποδοχής κληρονομίας χρησιμοποιήθηκε το ίδιο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, νόμιμα θεωρημένο από το Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου, και συγκεκριμένα το από Αύγουστο του 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β.
Θ., που νόμιμα προσαρτήθηκε στα συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας αμφοτέρων των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, σύμφωνα με τα οποία τόσο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων όσο και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων αποδέχθηκαν από ένα σαφώς οριοθετούμενο και προσδιορισμένο τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, ίδιας έκτασης 1.130,50 τ.μ.
ο καθένας, δ) ότι εφόσον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων αποδέχθηκε με τον ως άνω τίτλο, ήτοι την συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της μητέρας του τμήμα του προαναφερόμενου ενιαίου οικοπέδου εκτάσεως 1.130,50 τ.μ., οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δεν κατέχουν νόμιμο τίτλο για το επίδικο εδαφικό τμήμα για το οποίο επικαλέσθηκαν ότι ασκούν τη νομή του και ότι διαταράχθηκαν παρανόμως στην άσκησή της από τους αναιρεσίβλητους, καθώς το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα, εμβαδού 135,71 τ.μ.
δεν περιλαμβάνεται στα όρια του ακινήτου που αποδέχθηκε ο δικαιοπάροχός τους με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, ε) ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, σύμφωνα με τα περιστατικά που εξέθεταν στην αγωγή τους και τα οποία περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση στα πλαίσια της έκθεσης του ιστορικού της υποθέσεως, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους Κ.
Γ., ο οποίος αποβίωσε στις 18.11.2014, αποδέχθηκαν με την .../2015 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γ. Κ., έκταση 1.300 τ.μ. επί του ως άνω ενιαίου οικοπέδου, ήτοι περιέλαβαν σε αυτήν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια κατά την κατάληψη της νομής του, στ) ότι συνεπώς οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τακτική χρησικτησία, όπως οι ίδιοι υποστήριξαν, λόγω ελλείψεως των προϋποθέσεων αυτής, ήτοι ότι παρά το γεγονός ότι ασκούσαν πράξεις νομής επί αυτού πλέον της δεκαετίας, ελλείπουν οι προϋποθέσεις του νομίμου τίτλου, καθόσον ο τίτλος που κατέχουν δεν μπορεί να ισχύσει ως νομιζόμενος τίτλος, αλλά και η καλή πίστη με την έννοια της επιδείξεως από αυτούς βαριάς αμέλειας κατά τη κτήση της νομής επί του επιδίκου, ζ) ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνεχίζοντας τις πράξεις νομής επί του τμήματος του ακινήτου εκτάσεως 135,71 τ.μ., δεν διατάραξαν την νομή των αναιρεσειόντων αλλά άσκησαν την νομή που παραδόθηκε σε αυτούς από τον δικαιοπάροχό τους.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1711,1846, 1051,1198 και 1199 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 974,1041,1042, 1043, 1045 του ίδιου Κώδικα, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε διότι, στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ότι ο πατέρας των αναιρεσειόντων με την αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας του, που έγινε ενώ είχε ήδη μεσολαβήσει πράξη αναλογισμού του Δήμου ..., η οποία είχε διαφοροποιήσει την αρχική έκταση του επίδικου συνολικού ακινήτου, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί μικρότερη της διαλαμβανόμενης στην διαθήκη της δικαιοπαρόχου του, αποδέχθηκε σαφώς προσδιορισμένη και οριοθετημένη εδαφική έκταση 1.130,50 τ.μ., ήτοι το ήμισυ της διαμορφωμένης έκτασης του αρχικού ακινήτου, ανερχομένης συνολικά σε 2.261 τ.μ.
και έτσι, εφόσον ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν ήταν κύριος της επί πλέον εδαφικής έκτασης των 135,71 τ.μ., η οποία δεν περιλαμβάνονταν στον τίτλο του, οι αναιρεσείοντες, αποδεχόμενοι με την ως άνω νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομίας έκταση 1.300 τ.μ. επί του ως άνω ενιαίου οικοπέδου, περιλαμβάνοντες σε αυτήν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, παρότι αυτό βρισκόταν στη νομή τους επί δεκαετία με την προσμέτρηση της νομής του δικαιοπαρόχου τους, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον γίνεται μνεία ότι αυτός αποβίωσε το έτος 2014,οπότε υπεισήλθαν στη νομή του οι αναιρεσείοντες και η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε το έτος 2015, δεν κατέστησαν κύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία, εξαιτίας μη συνδρομής στο πρόσωπό τους των λοιπών προϋποθέσεων αυτής, ήτοι του νομίμου τίτλου και της καλής πίστης.
Επίσης, με βάση τα όσα δέχθηκε το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο, κατ'ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων έκρινε ότι ο τίτλος που κατέχουν οι αναιρεσείοντες, ήτοι η .../2015 νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γ. Κ., με τον οποίο οι ίδιοι αποδέχθηκαν ακίνητο μεγαλύτερης έκτασης από εκείνη που προσδιορίζεται σαφώς στον τίτλο του δικαιοπαρόχου τους, και ο οποίος ως εκ τούτου πάσχει από το ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο αυτού (δικαιοπαρόχου) επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, που αποτελεί εδαφικό τμήμα του όμορου ακινήτου που περιλαμβάνεται στον τίτλο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι στην .../2007 νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Χ.
Τ., δεν μπορεί να ισχύσει ούτε ως νομιζόμενος τίτλος, εφόσον οι αναιρεσείοντες, επέδειξαν βαριά αμέλεια, κατά την ενέργειά τους αυτή και την κατάληψη του επίδικου εδαφικού τμήματος. Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, απέκτησαν οι αναιρεσίβλητοι με παράγωγο τρόπο και δη αιτία κληρονομικής διαδοχής, καθόσον αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης τους, όπως ομοίως περιλαμβάνονταν και στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου τους, ενώ οι αναιρεσείοντες, παρότι βρίσκονταν στη νομή του επιδίκου εδαφικού τμήματος επί δεκαετία με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, δεν απέκτησαν την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν συνέτρεξαν συγχρόνως στο πρόσωπό τους οι λοιπές απαιτούμενες προϋποθέσεις γι'αυτήν, ήτοι η ύπαρξη νομίμου τίτλου και η καλή πίστη.
Επί πλέον, όσον αφορά την προϋπόθεση της καλής πίστης για τη κτήση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες κατά την κατάληψη του επίδικου εδαφικού τμήματος, το οποίο περιέλαβαν και στην πράξη αποδοχής της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους, χωρίς αυτό να περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του ίδιου, δεν ήσαν καλής πίστης νομείς, υπό την έννοια της επιδείξεως βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους, συναρτωμένης όμως στην προκειμένη παράγωγη κτήση της κυριότητας και ως προς την βαριά αμέλεια του δικαιοπαρόχου, καθόσον η βαριά αμέλεια τόσο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, όσο και των ιδίων συνάγεται συμπερασματικά από τα περιστατικά που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα και έκρινε, κατά πρώτο λόγο, από τον τίτλο κτήσεως, ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να δικαιολογεί τη δημιουργία της πεποίθησης του νομέα ότι με αυτόν τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, πράγμα που δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Τούτο δε διότι, έγινε μνεία στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης των περιστατικών, με βάση τα οποία κρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η ύπαρξη βαριάς αμέλειας τόσο των αναιρεσειόντων, όσο και του δικαιοπαρόχου τους κατά την κατάληψη της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος και συγκεκριμένα : i) ότι ο τίτλος κτήσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με τον οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας του, δεν περιλάμβανε το επίδικο εδαφικό τμήμα, αλλά αναφέρονταν σε ακίνητο, με σαφή έκταση και όρια προσδιοριζόμενα και στο συναφθέν με αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς και ότι αυτό περιλαμβάνονταν στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων που καταρτίσθηκε την ίδια χρονική περίοδο και στον οποίο επισυνάφθηκε το ίδιο τοπογραφικό, ii) ότι το συνολικό ακίνητο είχε μεγαλύτερη έκταση αρχικά, η οποία περιορίστηκε με την εφαρμογή της .../1999 πράξης αναλογισμού του Δήμου ..., μετά την οποία καταρτίσθηκαν οι τίτλοι κτήσης του εναπομείνοντος πλέον ακινήτου μικρότερης έκτασης, από αμφοτέρους τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, οι οποίοι περιλαμβάνουν ο καθένας το ήμισυ της εκτάσεως αυτής, χωρισμένης σε δύο ίσα μέρη, προσδιορισμένα σαφώς μεταξύ τους.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται αντίστοιχα για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτοι, διότι με τα όσα εκθέτουν οι αναιρεσείοντες σε αυτούς πλήττουν ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικάζον ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, ως προς τα όσα δέχθηκε σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, την οποία απέκτησαν παραγώγως από κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους, και ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, εφόσον το επίδικο εδαφικό τμήμα ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους και κατ'επέκταση ούτε και των ιδίων, με την αποδοχή της κληρονομίας του, αναφερόμενοι σε δικά τους επιχειρήματα και εκτιμήσεις, στηριζόμενοι κυρίως στη λανθασμένη προϋπόθεση ότι η ύπαρξη της καλής πίστης τόσο του δικαιοπαρόχου τους όσο και των ιδίων, προέρχεται από το γεγονός του προσδιορισμού της έκτασης που λάμβανε καθένας από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων με βάση την διαθήκη της απώτερης δικαιοπαρόχου τους, ενώ η αποδοχή της κληρονομίας αυτής έγινε από αμφοτέρους τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων μεταγενέστερα και με βάση την τελική διαμόρφωση του συνολικού ακινήτου, όπως αυτή προέκυψε μετά την εφαρμογή της .../1999 πράξης αναλογισμού του Δήμου ....
Οι περιλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως προς το ζήτημα του εμβαδού του επίδικου εδαφικού τμήματος, το οποίο, ενώ οι ίδιοι τόσο στην αγωγή, όσο και στην έφεσή τους το προσδιόρισαν ως αποτελούμενο, τόσο από τμήμα επιφανείας 135,71 τ.μ.
όσο και από τμήμα επιφανείας 23,89 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 170,37 τ.μ., η προσβαλλόμενη απόφαση το προσδιόρισε ως έχον έκταση 135,71 τ.μ., χωρίς να αιτιολογήσει την μη περίληψη σε αυτό και του εδαφικού τμήματος των 23,89 τ.μ., είναι αβάσιμες, καθόσον από τον εκ παραδρομής του δικαστηρίου της ουσίας προσδιορισμό της επίδικης έκτασης σε 135,71 τ.μ.
και όχι σε 170,37 τ.μ., όπως την προσδιόρισαν και την οριοθέτησαν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, δεν δημιουργούνται ελλείψεις αιτιολογιών ως προς το σύνολο της επίδικης έκτασης, εφόσον αυτή προσδιορίζεται επακριβώς από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες γίνεται σαφής μνεία της έκτασης του συνολικού ακινήτου, της έκτασης των εδαφικών τμημάτων που ανήκουν στην κυριότητα κάθε διάδικης πλευράς, ήτοι των 1.130,50 για την κάθε μία και του γεγονότος ότι οι αναρεσείοντες αποδέχθηκαν με την αποδοχή κληρονομίας του πατέρα τους μεγαλύτερη έκταση 1.300 τμ.
και όχι 1.130,50 τμ. ως έδει, περιλαμβάνοντας, κατά τα προαναφερόμενα, σε αυτήν και το επίδικο εδαφικό τμήμα, με αποτέλεσμα να προκύπτει με σαφήνεια το εμβαδόν αυτού. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι και απαράδεκτες, εφόσον οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττήθηκαν στην κατ'έφεση δίκη, φέρονται να ωφελούνται από τον προσδιορισμό της επίδικης έκτασης που οφείλουν να αποδώσουν στους νικήσαντες αναιρεσίβλητους σε μικρότερο εμβαδόν από τη διεκδικούμενη και συνεπώς στερούνται εννόμου συμφέροντος για την προσβολή με αναιρετικό λόγο του ζητήματος αυτού.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 4.12.2020 αίτηση των Π. Γ. και Γ. Γ., για αναίρεση της 220/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθούν ο αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ),όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.12.2020 αίτηση των Π. Γ. και Γ. Γ. για αναίρεση της 220/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ