Legislator Case Law & Legislation
191/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fraud claim, ruling evidence evaluation lies within trial court's discretion.

Case Number 191/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's judgment in a fraud dispute. The appellant argued that the trial court distorted the content of 69 bank checks by incorrectly assuming they were issued using a specific power of attorney. The court found this argument baseless because the lower court correctly interpreted the documents without relying solely on them, and the appeal sought to challenge the trial court's factual assessment rather than a legal error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20), 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the alleged distortion of evidence is inadmissible if the lower court merely considered the document alongside other evidence to form a conclusion, as challenging the factual evaluation of evidence exceeds the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review scope evidence distortion claim factual assessment discretion bank checks authentication power of attorney validity legal costs allocation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 522, 535(1), 536(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/2008
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 8/2021
Supreme Court Case 27/2020
Supreme Court Case 181/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 191/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. Σάμου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Χαλαμπάκη και Ιωάννη Κάστανο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6370/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου όπως αυτή διορθώθηκε με την 8394/2017 απόφαση και η 866/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/4/2019 αίτησή της και τους από 6/4/2020 και 14/4/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 22-4-2019 αίτηση και τους από 6-4-2020 και 14-4-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 866/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας, εκτός της άλλης, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6370/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. υπ' αριθ. 8394/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 10-2-2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης και καθόσον αφορά στην αναιρεσείουσα για το ποσό των 431.769,76 ευρώ, έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (αναιρεσείουσας), ακολούθως δε εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία (αποζημίωση από απάτη) ως προς την ανωτέρω εναγομένη (αναιρεσείουσα), έκανε δε εν μέρει δεκτή αυτήν (αγωγή) κατά την επικουρική της βάση από αδικοπραξία (αποζημίωση από έκδοση ακάλυπτων επιταγών) για το ποσό των 429.769,76 ευρώ. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υπόθεσης ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Παραδεκτά δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της απόφασης δεν υπήρχε στον χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, τότε που δικάζονταν η έφεση του εναγομένου, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή του.

Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δικάζει την έφεση του εναγομένου, ο οποίος παραπονείται γιατί έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, δίχως έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1887/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα και ιδίως αυτά της αγωγής και της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί, εκτός των άλλων, και η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσόν κατά την κύρια βάση της από αδικοπραξία (αποζημίωση από απάτη) και κατά την επικουρική της βάση από αδικοπραξία (αποζημίωση από έκδοση ακάλυπτων επιταγών).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 6370/2017 απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 8394/2017 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την ως άνω κύρια βάση της για το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσόν ως προς την αναιρεσείουσα. Το Εφετείο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, μετά από έφεση και της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, διαμαρτυρόμενης για την παραδοχή της αγωγής κατά την κύρια βάση της, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έκανε δεκτή αυτήν, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατά την κύρια βάση της και την έκανε εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση από αδικοπραξία (αποζημίωση από έκδοση ακάλυπτων επιταγών).

Με το να πράξει έτσι το Εφετείο και να προχωρήσει, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, στην έρευνα της επικουρικής βάσης αυτής, παρά το ότι δεν είχε ασκηθεί επικουρική έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 9 ούτε του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε ερευνήσει την ένδικη επικουρική βάση της αγωγής, αφού ουδεμία προς τούτο αναφορά γίνεται, αλλά ούτε και από κανένα στοιχείο αυτής συνάγεται απόρριψη αυτής, όφειλε να ερευνήσει τη μη ερευνηθείσα αυτή βάση της αγωγής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 245/2021, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 148/2020).

Παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 1668/2013).

Ειδικότερα, παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε (Ολ ΑΠ 23/2007, ΑΠ 343/2013, ΑΠ 155/2013, ΑΠ 262/2012, ΑΠ 713/2009). Επίσης, αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1398/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 926 εδ. 1 ΑΚ, με το οποίο καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι περιπτώσεις στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων, ως κοινή πράξη νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως από το εάν οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις, των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας, ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το εάν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των περισσοτέρων των ενεχομένων από την αδικοπραξία κατά το άρθρο 927 ΑΚ.

Επομένως, και στην περίπτωση της συνέργειας όχι μόνο η δόλια, αλλά και η απλώς υπαίτια συμπεριφορά του συνεργού μπορεί να θεωρηθεί μαζί με τη συμπεριφορά του αυτουργού ως "κοινή πράξη" (ΑΠ 2218/2014, ΑΠ 457/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον. Με την ως άνω διάταξη προστίθεται ότι, εκτός του νομικού προσώπου, συνευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο όργανο αυτού για την πράξη ή παράλειψή του. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράγει κατά τα ως άνω υποχρέωση αποζημίωσης γι' αυτόν που έπραξε ή παράλειψε, ευθύνεται και αυτός (εις ολόκληρον) μετά του νομικού προσώπου, ούτως ώστε να μην υποτεθεί ότι η ευθύνη μεταβιβάζεται αποκλειστικά στο νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1083/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 10.2.2014 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και κατά της αναιρεσείουσας (τέταρτης των εναγομένων) περί καταβολής στην πρώτη του αναφερομένου ποσού, σ' αυτήν (αγωγή) καθ' όσον αφορά την ένδικη επικουρική βάση της από αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτων επιταγών) σαφώς αναφέρεται η ιδιότητα της πρώτης (αναιρεσίβλητης-ενάγουσας) ως νόμιμης κομίστριας των ενδίκων τραπεζικών επιταγών και δικαιούχου των απορρεουσών απ' αυτές απαιτήσεων, ενόψει και της επικαλούμενης καταβολής εκ μέρους της αυθημερόν, ήτοι κατά την ημέρα της σφράγισης, στις κομίστριες της αξίας αυτών.

Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό της ως άνω αγωγής κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση πληροί τους όρους των άρθρων 1 επ. και 79 του ν. 7960/1933 και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά της τετάρτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως νόμιμη κομίστρια των πιο πάνω τραπεζικών επιταγών, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής, όπως η αναιρεσείουσα εσφαλμένα ισχυρίζεται, οι συγκεκριμένες συναλλαγές προς αποπληρωμή των νομίμων κομιστών.

Εξάλλου, στο δικόγραφο της εν λόγω αγωγής διαλαμβάνονται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα για τη θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (τέταρτης των εναγομένων).

Ειδικότερα, ως προς τη συγκεκριμένη αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, εκτός των λοιπών απαιτουμένων στοιχείων, εκτίθεται και η μορφή συμμετοχής αυτής ως συνεργού (συμμετόχου) στην κοινή πράξη της έκδοσης των ένδικων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται ότι αυτή ενήργησε από δόλο, αλλά αρκεί και η αναφερόμενη απλώς υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά αυτής, ενόψει και της διάκρισης και αυτοτέλειας της παρούσας πολιτικής δικαιοδοσίας και δίκης εν σχέσει με την αντίστοιχη ποινική για το ίδιο ζήτημα.

Με τα δεδομένα αυτά όλα τα πιο πάνω αναγκαία για τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης πραγματικά περιστατικά αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να εξειδικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει απ' αυτά, με συνέπεια να είναι δυνατό το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής, η δε αναιρεσείουσα (τετάρτη των εναγομένων) να μπορεί να αμυνθεί με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω επικουρική βάση αυτής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας της και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Ειδικότερα, "πράγματα", κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 429/2019). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο πρόσθετο (τρίτο πρόσθετο του από 14-4-2020 δικογράφου) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη και δέχθηκε συμμετοχική δράση και αδικοπρακτική της ευθύνη βάσει αυτής για συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής ή ηθική αυτουργία της προς τούτο, παρά το ότι η ένδικη αγωγή δεν είχε τούτο ως βάση της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι κατά τα ως άνω ως προς την αναφερόμενη αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας εκτίθεται η μορφή συμμετοχής αυτής ως συνεργού (συμμετόχου) στην κοινή πράξη της έκδοσης των ένδικων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών, με την επίκληση των αναγκαίων προς τούτο θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Eφετείο πραγμάτων μη προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

V. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...εφόσον εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή, κατά την κυρία βάση της, αναφορικά με την τέταρτη εναγομένη, το δικαστήριο τούτο οφείλει να εξετάσει την, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, περιεχόμενη στην αγωγή, επικουρική βάση της αποζημίωσης της ενάγουσας από την αποδιδόμενη στην τέταρτη των εναγομένων άδικη και υπαίτια πράξη της εκδόσεως, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της ως ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και με τη δοθείσα στον τρίτο εναγόμενο πληρεξουσιότητα προς έκδοση των αναφερομένων σε αυτήν τραπεζικών επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη προς τούτο εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, καθώς και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής, από την αιτία αυτή, βλάβης, διώκουσα παράλληλα την προσωπική κράτηση της εναγομένης.

Η αγωγή, αναφορικά με την επικουρική της βάση, είναι αρκούντως ορισμένη, κατά τα προαναφερόμενα, και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 45 του ΠΚ, 11 και 79 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", 71, 297, 298, 330, 914, 926 του ΑΚ και 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αυτή κατ' ουσίαν, απορριπτόμενων ως αβασίμων, των αντιθέτων ισχυρισμών της τέταρτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής της....Σε συνέχεια των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, ως προς την τέταρτη εναγομένη, τα εξής:

Στις 6.07.2009, όπως προκύπτει από το με αριθμό φύλλου ... (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, το από 30.06.2009 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης, καθώς και το από 01.07.2009 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με το δ.τ. "..." και με αριθμό μητρώου ..., από το οποίο προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, ύστερα από την εκλογή του, από την παραπάνω Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της, με πενταετή θητεία, έως την 30.06.2014, ως κατωτέρω:

α) Α. Δ. του Τ., ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος (1ος εναγόμενος, ως προς τον οποίο παραιτήθηκε της αγωγής της η ενάγουσα), β) Ε. Μ. του Π., ως Αντιπρόεδρος, γ) Α. Δ. του Δ., ως Μέλος, δ) Α. Δ. του Φ., ως Μέλος και ε) Κ. Δ. του Φ. ως Μέλος. Με το ίδιο ως άνω πρακτικό Δ.Σ. αποφασίστηκε ότι την εταιρεία δεσμεύουν με μόνη την υπογραφή τους, τιθέμενη υπό την εταιρική επωνυμία-σφραγίδα μαζί ή ξεχωριστά οι: 1.

Α. Δ. του T., και 2. Ε. Μ. του Π., στους οποίους το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 του καταστατικού της εταιρίας, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα του ΔΣ να αναθέτει την ενάσκηση των εξουσιών του σε μέλη του ΔΣ ή τρίτους. Προβλέπονταν ακόμη, με το ίδιο ως άνω πρακτικό ότι οι ανωτέρω Α.

Δ. του Τ., και Ε. Μ. του Π., είτε μαζί είτε ο καθένας χωριστά δύνανται με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να αναθέτουν την ενάσκηση αρμοδιοτήτων τους για μεμονωμένες ή συγκεκριμένες πράξεις σε τρίτα πρόσωπα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η τελευταία, σύζυγος του τρίτου εναγομένου και νυν εκκαλούντος της υπό στοιχεία (β) ως άνω εφέσεως, καθώς και ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη, πρώτος εναγόμενος στην πρωτοβάθμια δίκη (ως προς τον οποίο παραιτήθηκε η εφεσίβλητη, μετά την άσκηση της αγωγής), με το υπ' αριθ. 5889/05.11.2009 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Ρ., ενεργούντες στην προκειμένη περίπτωση ως νόμιμοι εκπρόσωποι, στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ως Αντιπρόεδρος η νυν εκκαλούσα και ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος ο έτερος, διόρισαν και κατέστησαν ως ειδικούς πληρεξουσίους τους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της από αυτούς εκπροσωπούμενης ως άνω εταιρείας, τους: 1) Τ.

Δ. του Α. (δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο επίσης παραιτήθηκε της αγωγής της η εφεσίβλητη) και 2) Α. Δ. του Α., "στους οποίους παρείχαν την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, αντ' αυτής και για λογαριασμό της (εκπροσωπούμενης από αυτούς) ως άνω ανώνυμης εταιρίας, μεταξύ των άλλων γενικών και ειδικών εντολών, "...είτε και οι δύο μαζί είτε ο καθένας χωριστά, να εκδίδουν και να οπισθογραφούν επιταγές, να εκδίδουν και να αποδέχονται συναλλαγματικές και εν γένει να δεσμεύουν με την υπογραφή τους τιθέμενη κάτω από την εταιρική επωνυμία-σφραγίδα, την εταιρία σε κάθε αξιόγραφο....Βάσει του πληρεξουσίου αυτού, εκδόθηκαν από τον 1° και 3° των εναγομένων, είτε από κοινού, είτε ξεχωριστά ο καθένας από αυτούς, κατά το χρονικό διάστημα από την 14η Απριλίου 2011 μέχρι την 20η Δεκεμβρίου 2011, για λογαριασμό της άνω εταιρίας, σε διαταγή της εφεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", και παραδόθηκαν στην τελευταία, για την κάλυψη τιμήματος αγοράς των προϊόντων της, εξήντα εννέα (69) μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες από τις Τράπεζες "PROBANK", "MARFIN EGΝΑΤΙΑ BANK" και "ALPHA BANK", σε χρέωση των λογαριασμών, που η εκδότρια εταιρία τηρούσε σε αυτές συνολικού ποσού 957.500,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα, εκ των επιταγών αυτών, από κοινού ο 1ος και ο 3ος των εναγομένων εξέδωσαν τις 11 πρώτες από τις παρακάτω επιταγές (με αριθμούς 1 έως και 11) συνολικού ποσού 74.500,00 ευρώ, ο 1ος εναγόμενος εξέδωσε μόνος του τις ακόλουθες 3 επιταγές (με αριθμούς 12 , 13, 14) συνολικού ποσού 37.500,00 ευρώ, και ο 3ος εναγόμενος εξέδωσε μόνος του, τις ακόλουθες 55 επιταγές (με αριθμούς 15 έως και 69) συνολικού ποσού 845.500,00 ευρώ, και ειδικότερα:

Α) από κοινού ο 1ος και ο 3ος των εναγομένων εξέδωσαν: 1)...11)..., Β) Ο 1ος των εναγομένων εξέδωσε: 12)...14).... Γ) Ο 3ος των εναγομένων εξέδωσε: 15)...69)....Οι νόμιμες κομίστριες των πρώτων 48 από τις ως άνω επιταγές (υπό στοιχεία 1-48 ), εμφάνισαν αυτές νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις πληρώτριες Τράπεζες και συγκεκριμένα την 1η από αυτές στις 12.1.2012, τη 2η στις 18.1.2012, την 3η στις 20.1.2012, την 4η στις 24.1.2012, την 5η στις 11.1.2012, την 6η στις 31.1.2012, την 7η στις 2.2.2012 και την 8η στις 8.2.2012, την 9η, 10η και 11η στις 26.1.2012, την 12η στις 12.1.2012, την 13η στις 27.1.2012, τη 14η στις 4.2.2012, τη 15η στις 18.1.2012, τη 16η στις 18.1.2012, την 17η στις 18.1.2012, την 18η στις 24.1.2012, την 19η στις 24.1.2012, την 20ή στις 24.1.2012, την 21η στις 24.1.2012, την 22η στις 8.2.2012, την 23η στις 12.2.2012, την 24η στις 31.1.2012, την 25η στις 28.3.2012, την 26η στις 28.3.2012, την 27η στις 28.3.2012, την 28η στις 21.3.2012, την 29η στις 21.3.2012, την 30ή στις 13.3.2012, την 31η στις 16.3.2012, την 32η στις 16.3.2012, την 33η στις 5.3.2012, την 34η στις 6.3.2012, την 35η στις 8.3.2012, την 36η στις 2.3.2012, την 37η στις 22.2.2012, την 38η στις 20.2.2012, την 39η στις 16.2.2012, την 40ή στις 29.2.2012, την 41η στις 22.2.2012, την 42η στις 28.2.2012, την 43η στις 15.2.2012, την 44η στις 20.2.2012, την 45η 10.2.2012, την 46η στις 14.2.2012, την 47η στις 8.2.2012, την 48η στις 7.2.2012, αντίστοιχα και ακολούθως αυτές σφραγίστηκαν από τους νόμιμους κομιστές στις 16.1.2012, 20.1.2012, 24.1.2012, 26.1.2012, 19.1.2012, 31.1.2012, 2.2.2012 8.2.2012, 26.1.2012, 26.1.2012, 26.1.2012, 16.1.2012, 31.1.2012, 4.2.2012, 20.1.2012 20.1.2012, 20.1.2012, 26.1.2012, 26.1.2012, 26.1.2012, 26.1.2012, 10.2.2012, 15.2.2012 31.1.2012, 30.3.2012, 30.3.2012, 30.3.2012, 23.3.2012, 23.3.2012, 15.3.2012, 20.3.2012, 20.3.2012, 8.3.2012, 8.3.2012, 12.3.2012, 5.3.2012, 24.2.2012, 22.2.2012, 20.2.2012, 3.3.2012, 24.2.2012, 1.3.2012, 20.2.2012, 22.2.2012, 14.2.2012, 16.2.2012 10.2.2012, 7.2.2012 αντίστοιχα, λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στους τηρούμενους λογαριασμούς, όπως αυτό αποδεικνύεται και από τη σχετική επισημείωση επί του σώματος των ανωτέρω επιταγών και μετά από ρητή εξουσιοδότηση της τράπεζας στην οποία τηρείται ο λογαριασμός της εκδότριας.

Στη συνέχεια η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, κατέβαλε αυθημερόν, ήτοι κατά την ημέρα σφράγισης, στις κομίστριες των επίμαχων επιταγών την αξία τους και έτσι κατέστη αυτή νόμιμη κομίστρια αυτών...Από τις επιταγές αυτές αποδείχθηκε περαιτέρω, όπως εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή της, ότι καταβλήθηκε σε αυτήν, μετά την άσκηση από αυτήν εγκλήσεων και αναγκαστικών κατασχέσεων εις χείρας τρίτου, το ποσό των 97.259,49 ευρώ, μετά δε την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καταβλήθηκε σε αυτήν επιπλέον και το ποσό των 22.614,14 ευρώ και συνολικά, το ποσό των 119.873,63 (97.259,49 + 22.614,14) ευρώ, το οποίο καταλόγισε στις εξής, εκ των ως άνω, επιταγές: 1) στη με αριθ. ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 28.1/2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 2) στη με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "ALPHA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 4.2.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 3) στη αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 8.2.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 4) στη με αριθ. ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας "PRO ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 5.4.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 5) στη αριθ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 10.2.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 6) στη με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 14.2.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 7) στη με αριθ. ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 16.2.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, 8) στη με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "PRO ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 16.2.2012, ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων (14.000,00) ευρώ, 9) στη με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 8.1.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, (εκδόσεως του 1ου εναγομένου), 10) στη με αριθ. ...

τραπεζική επιταγή της τράπεζας "MARFIN EGNATIA ΒΑΝΚ", με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 21.1.2012, ποσού δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500,00) ευρώ, από το οποίο πληρώθηκε, με τις άνω καταβολές, ποσό 5.873,93 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 6.626,07 ευρώ (εκδόσεως του 1ου εναγομένου). Από τις παραπάνω επιταγές, οι οκτώ (8) πρώτες, που είναι εκδόσεως του 3ου εναγομένου παραδόθηκαν σε αυτόν.

Επομένως, η συνολική ζημία της ενάγουσας εκ της εκδόσεως των προαναφερομένων επιταγών ανέρχεται σε 837.626,07 (957.500,00 ευρώ - 119.873,93) ευρώ. Από τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι τόσο ο 1ος όσο και ο 3ος εναγόμενος, ενεργώντας είτε από κοινού, είτε ξεχωριστά, στα πλαίσια του διορισμού τους εκ μέρους της 4ης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, Ε.

Μ., Αντιπροέδρου και συνεπώς εκπροσώπου, κατά τα ανωτέρω της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με συμβολαιογραφικό έγγραφο ως ειδικοί πληρεξούσιοι της εκδότριας των επιταγών εταιρείας, εξέδωσαν αυτές στα πλαίσια της ίδιας ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της ίδιας εταιρείας και για λογαριασμό αυτής.

Δεσμεύοντας συνεπώς την εταιρεία αυτή με την υπογραφή τους υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα, εξέδωσαν υπό την εταιρική επωνυμία και σφραγίδα επιταγές μη πληρωθείσες, επί λογαριασμών, στους οποίους η ανώνυμη εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσαν, δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της εκδόσεως των επιταγών ή της πληρωμής αυτών, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι ανωτέρω εναγόμενοι κατά την έκδοση και παράδοση των ένδικων επιταγών.

Για την πληρωμή, όμως, του ποσού αυτού ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτούς και η 4η εναγομένη, ως συμμέτοχος του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, καθόσον αυτή τους είχε εκχωρήσει χωρίς να επιδείξει την αναγκαία επιμέλεια στις συναλλαγές, και χωρίς να προνοήσει για την ύπαρξη των απαιτούμενων ασφαλιστικών δικλείδων, δικαίωμα εκπροσώπησης και μάλιστα, ειδικά, υπογραφής τραπεζικών επιταγών, χωρίς ουδέποτε να ελέγξει τον αριθμό των εκδιδομένων τραπεζικών επιταγών ούτε και τα ποσά για τα οποία εκδίδονταν αυτές.

Η τέταρτη των εναγομένων, Αντιπρόεδρος κατά τον ανωτέρω χρόνο της εκδότριας ως άνω εταιρίας, υπό την άνω ιδιότητα της εκπροσωπούσας αυτήν και υπεύθυνης, σύμφωνα με το νόμο, για την τήρηση της, κατά την καλή πίστη, επιμέλειας, επέδειξε αν όχι ανοχή, τουλάχιστο όμως βαρεία αμέλεια. Συγκεκριμένα, αφ' ενός με τις πράξεις της -παροχή πληρεξουσίου- επέτρεψε στους πρώτο και τρίτο εναγόμενους να εκδίδουν επιταγές στο όνομα της εταιρείας και αφ' ετέρου δεν επέδειξε την, από την ανωτέρω ιδιότητά της, το αντικείμενο των εργασιών της εκπροσωπούμενης από αυτήν εταιρίας και τις περιστάσεις, επιβαλλόμενη επιμέλεια, κατά την άσκηση της διαχειριστικής εξουσίας που της ανατέθηκε, αφού δεν άσκησε το δέοντα έλεγχο και εποπτεία στις πράξεις των ως άνω 1ου και 3ου των εναγομένων, που θα μπορούσε να αποτρέψει αυτούς να εκδώσουν τις ανωτέρω ακάλυπτες επιταγές και να θέσουν σε κίνδυνο τους τρίτους συναλλασσόμενους με την εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσαν και να ζημιώσουν την ενάγουσα εταιρεία.

Περαιτέρω, το υποστηριζόμενο από την εκκαλούσα, ότι ουδεμία προσωπική ευθύνη έχει, αφού για τις παράνομες πράξεις των 1ου και 3ου των εναγομένων, ευθύνεται μόνο η ως άνω ανώνυμη εταιρία, την οποία η ίδια εκπροσωπεί, δεν είναι νόμιμο. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 71 του ΑΚ, οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά εκπληρώνονται μέσω των διοικούντων και εκπροσωπούντων αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και υλοποιείται η βούλησή τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας, βαρύνεται και ο ίδιος προσωπικά με τις οικείες υποχρεώσεις, ήτοι, μεταξύ άλλων, να θεσπίζει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας και να λαμβάνει μέτρα, που θα καθιστούν ασφαλή τη λειτουργία της. Από την άλλη μεριά ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας βαρύνεται ο ίδιος, προσωπικά για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που είτε ενεργεί ο ίδιος ατομικά, είτε συμμετέχει στη διενέργειά τους ως συνεργός ή ηθικός αυτουργός.

Επομένως, η εκκαλούσα, που κατά τα άνω αποδείχθηκε, ότι από αμέλειά της δεν είχε φροντίσει να εξασφαλίσει, όπως όφειλε κατά το νόμο, το καταστατικό, της από αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας, αλλά και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της επιμελούς, σύμφωνα με το μέτρο του μέσου ανθρώπου στις συναλλαγές συμπεριφοράς, ενόψει του ότι, κατά τα ήδη εκτενώς προλεχθέντα, η τελευταία, με τις ενέργειες και παραλείψεις της είχε επιτρέψει και εν συνεχεία ανεχθεί ανεξέλεγκτη έκδοση ακάλυπτων επιταγών εκ μέρους του 1ου αλλά και κυρίως του 3ου εναγομένου συζύγου της, καθιστώντας τον "πηγή κινδύνου", είχε προσωπική ευθύνη και συμμετοχή στην άνω αδικοπραξία των τελευταίων.

Η τέταρτη εναγομένη, με το να χορηγήσει στον 1° και 3° των εναγομένων, εκ των οποίων ο 3ος είναι σύζυγός της, με το ως άνω πληρεξούσιο, την απεριόριστη ειδική εξουσία να υπογράφουν επιταγές για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης από αυτήν εταιρίας, καθώς και με την ανοχή της ανεξέλεγκτης υπογραφής από αυτούς ακάλυπτων επιταγών και τη δημιουργία ζημίας σε ξένες περιουσίες, συνετέλεσε και η ίδια στη δημιουργία αυτής της επικίνδυνης κατάστασης και ειδικώς, στην πρόκληση της ανωτέρω ζημίας στην ενάγουσα, με την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών και γι' αυτήν (ζημία) ευθύνεται και η ίδια.

Το ότι υπάρχουν ποινικές αποφάσεις, που απαλλάσσουν την εκκαλούσα από αξιόποινες πράξεις, που της αποδόθηκαν σε σχέση με το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής, που διέπραξε ο 3ος των εναγομένων, τις οποίες η τελευταία προσκομίζει και επικαλείται, δεν αναιρεί την άνω αποδειχθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, για την οποία εν προκειμένω αρκεί, ότι οφείλεται σε αμέλεια και δεν είναι ανάγκη να είναι δόλια.

Εξάλλου, όλες οι άνω αποφάσεις που αφορούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων και όχι την αποδειχθείσα αδικοπραξία της εκκαλούσας, λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται μαζί με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Κατ' ακολουθία αυτών, και η τέταρτη εναγομένη, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, ευθύνεται σε αποζημίωση της ενάγουσας από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών και είναι συνυπεύθυνη, μαζί με τον τρίτο εναγόμενο, για την αποκατάσταση της άνω θετικής ζημίας της ενάγουσας, που ανέρχεται συνολικά στο παραπάνω ποσό των 837.626,07 ευρώ, και μετά τον προαναφερόμενο περιορισμό του αιτήματος της (κατά το ποσό των 410.856,31 ευρώ), υποχρεούται να της καταβάλει, ως αποζημίωση της, το ποσό των 426.769,76 ευρώ...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ένδικη επικουρική βάση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 ν. 5960/1933, 914, 926, 927, 932, 297, 298, 71 AK, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Τούτο δε διότι η γενόμενη δεκτή αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας κατά τις σχετικές παραδοχές έχει ως βάση τη συμμετοχή αυτής ως συνεργού (συμμετόχου) στην κοινή πράξη της έκδοσης των ένδικων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών από τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων με τον αναφερόμενο τρόπο και συγκεκριμένα την παροχή πληρεξουσίου σ' αυτούς και τη μη άσκηση του επιβαλλομένου ελέγχου και εποπτείας στις πράξεις τους, ώστε να τους αποτρέψει από την έκδοση των ένδικων ακάλυπτων επιταγών, πράγμα που συνιστά αμέλεια αυτής και παραβίαση των συναλλακτικών ηθών και της θεμελιώδους δικαϊκής αρχής της επιμελούς συμπεριφοράς στις συναλλαγές, σύμφωνα με το μέτρο του μέσου ανθρώπου.

Επίσης, δεν απαιτείτο να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε από δόλο, αλλά αρκούσε και η ως άνω αναφερόμενη απλώς υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά αυτής, δεδομένου ότι αντικείμενο της παρούσας αστικής δίκης είναι η αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης λόγω αδικοπραξίας (έκδοσης ακάλυπτων επιταγών), χωρίς να ταυτίζεται με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη για το ποινικό αδίκημα.

Με τα δεδομένα αυτά στην παρούσα περίπτωση συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συγκεκριμένα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας με τη μορφή της αμέλειας, επέλευση ζημίας της αναιρεσίβλητης και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, ενώ δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 45 και 46 του ΠΚ, οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του συμμετόχου στην τέλεση του εγκλήματος, είναι δε σαφές ότι η μνεία αυτών (διατάξεων) στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται πλεοναστικά και όχι προς θεμελίωση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς την προαναφερόμενη επικουρική της βάση.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρείουσας ως συμμετόχου (συνεργού) λόγω της αναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς της στην κοινή πράξη των πρώτου και τρίτου των εναγομένων στην έκδοση των ένδικων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος κύριος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι (πρώτος και δεύτερος του από 14-4-2020 δικογράφου) λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. VI. Mε τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο θεμελίωσε και αυτοτελώς την ευθύνη της στη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ , αποδίδοντάς του αμελή συμπεριφορά κατά τη χορήγηση του επίμαχου πληρεξουσίου και στη συνέχεια παράλειψη να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο στους εντολοδόχους, πλην όμως από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής είναι σαφές ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν βάση με το παραπάνω περιεχόμενο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθ. 8, κατ' εκτίμηση, του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι στην ένδικη αγωγή γίνεται ρητή αναφορά (σελ. 37-38) της εν λόγω διάταξης του ΑΚ, η μνεία στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ δεν δημιουργεί αυτοτελή βάση της ερειδόμενης στις ως άνω διατάξεις ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, αλλά ενισχύει τη νομική θεμελίωση αυτής και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VΙI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 27/2020, ΑΠ 181/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο (πρώτο λόγο του από 6-4-2020 δικογράφου) λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου των επιδίκων εξήντα εννέα (69) τραπεζικών επιταγών, δεχόμενο ότι αυτές έχουν εκδοθεί με χρήση του επίμαχου υπ' αριθ. 889/2009 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Ρ., πλην όμως από την επισκόπηση αυτών είναι προφανές ότι ούτε μία απ' αυτές (επιταγές) δεν έχει εκδοθεί με χρήση του εν λόγω πληρεξουσίου. Όμως από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα (επιταγές), ως προς τα οποία δεν περιλαμβάνεται παραδοχή ότι γίνεται μνεία του εν λόγω πληρεξουσίου, αλλά απλώς από τη συνεκτίμηση των επιταγών αυτών, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινόμενου από τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος πρόσθετος (πρώτος λόγος του από 6-4-2020 δικογράφου) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις και στην πραγματικότητα επιχειρείται, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και τα παραπάνω έγγραφα, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-4-2019 αίτηση και τους από 6-4-2020 και 14-4-2020 πρόσθετους λόγους της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 866/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ