Supreme Court dismisses appeal regarding civil procedure rules on debt ranking and objection validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Court of Appeal's decision to accept a creditor's objection in a debt ranking case. The appellant argued that the lower court improperly limited the objection's scope by setting a specific monetary amount, violating procedural rules on claim modification. The court rejected this, ruling that the objection's validity depends on the court's subsequent ranking of creditors rather than the appellant's initial declaration, and that the lower court acted within its discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 526, 559 no. 9, 106 of the Code of Civil Procedure; The court's acceptance of a creditor's objection does not constitute a modification of the claim's basis if the objection's scope is determined by the court's subsequent ranking of creditors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 191 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κέρκυρας, κατοικοεδρεύοντα στην Κέρκυρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παρρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκε η 283/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 141/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 14/5/2011 αίτησή του και τους από 8/7/2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 1608/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 141/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/2/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.2.2017 και με αριθ. κατάθ. 3/16.3.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2/4.2.2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και έκανε δεκτή την έφεση του τότε εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, μετ' αναίρεση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1608/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. 141/2010 απόφασης του ίδιου Εφετείου, η οποία είχε απορρίψει αρχικά την ως άνω έφεση, στρεφομένη κατά της εκδοθείσας με αριθ. 325/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά του πίνακα κατάταξης αναγγελθέντων πιστωτών, έναντι του τότε εφεσίβλητου-καθού και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω αοριστίας της, αλλά στη συνέχεια, με την αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και ακολούθως έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η εν λόγω ανακοπή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της.
Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 ΚΠολΔ) και την ανακοπή (άρθρο 979 ΚΠολΔ), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής θα προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στο μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα της απαίτησης.
Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα, στα οποία στηρίζεται η απαίτηση και να περιέχεται αίτημα για προνομιακή κατάταξη. Επομένως, το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ' αυτό απαίτησης, μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφιστάμενου προνομίου της είναι τόσο ελλιπής, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ και να υφίσταται έτσι βλάβη(ΑΠ 885/2019, ΑΠ 194/2018).
Έτσι, για την πληρότητα της αναγγελίας, δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαίτησης και του προνομίου, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρ. 216 παρ. 1 και 585 ΚΠολΔ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Αντίστοιχα, ο τελευταίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι' αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα.
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 885/2019,ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 1087/2013, ΑΠ 949/2011, ΑΠ 545/2006, ΑΠ 1636/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος της δεύτερης ομάδας των λόγων αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και συγκεκριμένα ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της τον νομίμως προταθέντα στα δικαστήρια της ουσίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η από 05.04.2002 αναγγελία της απαίτησης του αναιρεσίβλητου στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ήταν αόριστη και, συνεπώς, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης ανακοπής, καθόσον, στο δικόγραφό της δεν εξειδικεύεται το συγκεκριμένο είδος των απαιτήσεων και του προνομίου του, σε βαθμό που ο μεν συμβολαιογράφος να μην μπορεί να προβεί σε ασφαλή κρίση αυτών και συνεπώς σε ορθή κατάταξή τους, οι δε αναγγελθέντες δανειστές να μην μπορούν να τις αποκρούσουν.
Όπως προκύπτει, όμως, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ως άνω ανακοπής του αναιρεσίβλητου, στην οποία έχει ενσωματωθεί και η από 05.04.2002 αναγγελία του, στα αντίστοιχα δικόγραφά τους διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία που θεμελιώνουν τις νομίμως αναγγελθείσες απαιτήσεις του (ως προνομιούχου δανειστή), κατά το είδος, το ποσό, τα παραγωγικά αυτών πραγματικά περιστατικά, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα τους, δοθέντος ότι αφορούσαν τις δικηγορικές του αμοιβές, συνολικού ποσού 64.739,96 ευρώ, για διάφορες δίκες που είχε αναλάβει να διεξαγάγει για λογαριασμό της οφειλέτιδος εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΛΤΙΤΡΕΙΝΤ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΟΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΛΙΚΩΝ Α.Ε." και καθής ο πλειστηριασμός, ως εν ενεργεία τότε δικηγόρος Κέρκυρας, και όπως αναλυτικά περιγράφει για την κάθε επί μέρους υπόθεση.
Επομένως, εφόσον η αναγγελία του αναιρεσίβλητου ήταν πλήρως ορισμένη, καθώς για την πληρότητα της περιγραφής των αναγγελλόμενων απαιτήσεων αρκούσε, όπως προεκτέθηκε, η μορφολογική εξατομίκευσή τους ως προς την ύπαρξη και το είδος του προνομίου κατάταξής τους, στοιχεία τα οποία με σαφήνεια αυτή περιελάμβανε και τα οποία δικαιολογούν το χαρακτήρα των επίδικων απαιτήσεων ως προνομιακών, δεν πάσχει αυτή (αναγγελία) αοριστίας.
Το δε Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, επομένως, τα περί του αντιθέτου αποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος της δεύτερης ομάδας λόγων της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Το Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδιξ περί δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου γένεσης των ένδικων απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου, ορίζει: Στο άρθρο 91 παρ. 1 "1. Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αµοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον".
Στο άρθρο 92 "1. Τα της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα µε έγγραφη συµφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αvτιπρoσώπoυ αυτού, εν ουδεµία όµως περιπτώσει επιτρέπεται η αµοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόµενα ελαχίστων ορίων αυτής .... ". Ο ίδιος Κώδικας ορίζει: α) στο άρθρο 96 παρ.2: "Οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις (...) είναι υποχρεωµένοι σε κάθε βαθµό δικαιοδοσίας (...) να προκαταβάλλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο στο Ταµείο του Δικηγορικού Συλλόγου το οριζόµενο στο νόµο αυτόν αντίστοιχο ποσοστό αµοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση.
Ειδικά για τις αγωγές, ανταγωγές, παρεµβάσεις, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων και αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωµής, η αµοιβή που προκαταβάλλεται υπολογίζεται κατά το άρθρο 100 παρ. 4", β) στο άρθρο 98 παρ. 1 ότι "Εν ελλείψει ειδικής συµφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αµοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επόµενων άρθρων ..." και γ) στο άρθρο 99 "Το ελάχιστον όριον της αµοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ...
είναι ίσον προς το γινόµενον των δραχµών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστή ν οριζόµενον δι' αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης ... Ο ανωτέρω υπολογισµός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαµβάνει χώραν όπου κατά τον παρόντα νόµον η αµοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειµένου ...".
Κατ' εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διάταξης, ο ως άνω συντελεστής υπολογισµού των δικηγορικών αµοιβών ορίστηκε, µε την 12398/9.2.1989 (ΦΕΚ 131 Β`) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, "σε 140 µονάδες". Στη συνέχεια, ο ίδιος Κώδικας προβλέπει στο άρθρο 100: "1. Το ελάχιστον όριον της αµοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειµένου της αγωγής. (...). 2.
Εάν αίτηµα της αγωγής δεν συνίσταται εις ωρισµένην χρηµατικήν απαίτησιν (π.χ. αγωγαί αναγνωριστικαί, νοµής, κυριότητος, δουλειών, διανοµής, ακυρότητος, διαλύσεως Εταιρείας κλπ.) το ελάχιστον όριον της αµοιβής καθορίζεται κατά τα άνω επί τη βάσει της πραγµατικής αξίας του αντικειµένου της αγωγής. 3.( ... ). 4.
Εάν το αντικείµενον της αγωγής δεν δύναται φύσει ν` αποτιµηθή εις χρήµα ( ... ) το όριον τούτο συνίσταται εις δραχµάς 20 διά τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχµάς 50 διά τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 διά τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας". Στο άρθρο 107 παρ.1 : "Διά την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής του µεν Δικηγόρου του εναγοµένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν αγωγής, κ.λ.π.
οριζόµενον εν άρθροις 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήµισυ ταύτης. (Διά την σύνταξιν προτάσεων εφ' εκάστης των ενώπιον των αυτών δικαστηρίων εποµένων συζητήσεων της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αµοιβής των δικηγόρων αµφοτέρων των διαδίκων είναι ίσον προς το εν τη προηγουµένη παραγράφω οριζόµενον διά τον Δικηγόρον του ενάγοντος".
Στο άρθρο 169 "δι' εργασίας ανατεθείσας κοινώς εις πλείονας δικηγόρους έκαστος τούτων δικαιούται να λάβη παρά του κοινού εντολέως πλήρη αμοιβήν κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου...". Περαιτέρω, το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήµατος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 249 Α'), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 5 παρ.15 του Ν. 3919/2011, όριζε ότι: "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων ...
καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το µήνα Δεκέµβριο κάθε δεύτερου έτους, µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώµη της Ολοµέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αµοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας".
Δυνάµει της ανωτέρω νοµοθετικής εξουσιοδότησης εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 118877/2240/Α0012/ΠΟΛ/1314/21.12.2000(ΦΕΚ Β' 1626/ 29.12.2000)Κ.Υ.Α. Υπ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Προσδιορισµός των ελάχιστων αµοιβών των Δικηγόρων", που όριζε ότι "Οι ελάχιστες αµοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για την σύµπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συµβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθορίζονται ως ακολούθως:"..ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ...Ε)Τακτική διαδικασία..2.
Παράσταση 30.000 (δρχ.).3.Προτάσεις 30.000(δρχ.)...ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ.. γ)Τακτική διαδικασία Από 500.000.001 (δρχ.)και άνω 1. Αγωγή 250.000 (δρχ.) ... ". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η ελάχιστη νόµιµη αµοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος από τον εντολέα του για την παροχή των υπηρεσιών του, προσδιορίζεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ειδικά για κάθε επιµέρους πράξη ή νοµική υπηρεσία, άλλοτε µε τον καθορισµό κατ' αποκοπή αποζηµίωσης, µε αναφορά δηλαδή σε συγκεκριµένο ποσό "δραχµών" που πολλαπλασιάζονται µε συντελεστή καθοριζόµενο µε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και άλλοτε ποσοστιαία, βάσει ποσοστού επί του αντικειµένου της δίκης, εφόσoν αυτό είναι αποτιμητό σε χρήµα.
Ο ίδιος Κώδικας, για τη διασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της νόµιµης αµοιβής του, επιβάλλει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προκαταβληθεί στο Ταµείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η προαναφερόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή για κάθε πράξη της προδικασίας και την παράσταση. Ειδικά όµως, στις περιπτώσεις για τις οποίες η προβλεπόµενη ελάχιστη νόµιµη αµοιβή καθορίζεται σε ποσοστό επί του αντικειµένου της δίκης, το ποσό που προκαταβάλλεται δεν ταυτίζεται µε την εν λόγω ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, την ποσοστιαία καθοριζόµενη, αλλά µε το συγκεκριµένο ποσό "δραχµών" που καταβάλλεται ως ελάχιστη νόµιµη αµοιβή στις περιπτώσεις που το αντικείµενο της δίκης δεν µπορεί να αποτιµηθεί σε χρήµα.
Σύµφωνα, δηλαδή, µε το σύστηµα που καθιέρωσε ο Κώδικας Δικηγόρων, η προεισπραττόµενη αµοιβή ορίζεται πάντοτε µε ένα κατ' αποκοπή ποσό και ταυτίζεται κατά κανόνα µε την ελάχιστη νόµιµη αµοιβή, εκτός από τις περιπτώσεις που η αµοιβή αυτή καθορίζεται ποσοστιαία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ελάχιστη νόµιµη αµοιβή του δικηγόρου παραµένει η ποσοστιαία υπολογιζόµενη.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, µε το άρθρο 7 του Ν. 2753/1999 παρασχέθηκε νοµοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη αµοιβή των δικηγόρων για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, πλην άλλων, στους εντολείς τους όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων.
Δεδοµένου ότι η ελάχιστη αµοιβή που ορίζεται στην κατ' εξουσιοδότηση του νόµου αυτού κοινή υπουργική απόφαση προεισπράττεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση αναφέρεται στις προεισπραττόµενες και µόνο αµοιβές και οι προβλεπόµενες από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αµοιβές εξακολουθούν να ισχύουν.
Με τις διατάξεις του Ν. 2753/1999 δεν θίγονται δηλαδή οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αµοιβής βάσει ποσοστού επί του αντικειµένου της δίκης οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας µόνον όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόµενων ελάχιστων αµοιβών.
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάxιστo όριο της αµοιβής ενός δικηγόρου, επί υποθέσεων, µε αντικείµενο αποτιµητό σε χρήµα, δηλαδή όπως ρητά ορίζει το άρθρο 100, επί αγωγών, προσδιορίζεται ποσοστιαία (Ολοµ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 733/2018, ΑΠ 390/2015), εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισµός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αµοιβή για τη συγκεκριµένη νοµική υπηρεσία µε την προαναφερόµενη 118877/2240/Α0012/ΠΟΛ/1314/21.12.2000 ΚΥΑ.
Επομένως δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές και, συνακόλουθα, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 100 επ. αυτού ελάχιστα όρια(ΑΠ 733/2018, ΑΠ 44/2016).
Εξάλλου, αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αμοιβές, τις υπολογιζόμενες βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, να μην ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, δεν θα περιελάμβανε στην τελευταία υποπαράγραφο του τροποποιημένου άρθρου 92, δυνάμει του άρθρου άρθρο 5 παρ.6 του Ν. 3919/2011, πρόβλεψη, με την κατ' εξουσιοδότηση αυτού έκδοση προεδρικού διατάγματος περί επανακαθορισμού σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά των αμοιβών που υπολογίζονται σε ποσοστά επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης.
Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο νέο Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α' 208/27-9- 2013), με το άρθρο 166 παρ.2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων κώδικας (Ν.Δ. 3026/1954), προβλέπεται ο καθορισμός δικηγορικής αμοιβής βάσει διαδοχικώς φθίνοντος ποσοστού επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 63 αυτού), πράγμα που σημαίνει ότι, αν ο νομοθέτης, με την τροποποίηση του άρθρου 92 του προϊσχύσαντος κώδικα, ήθελε την κατάργηση του ως άνω τρόπου καθορισμού της αμοιβής, δεν θα τον επανέφερε με το νέο Κώδικα Δικηγόρων(ΑΠ 733/2018).Τέλος η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 169 του Ν.Δ. 3026/1954, διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), στο άρθρο 76 και υπό τον τίτλο του οποίου "Αμοιβή δικηγόρων από κοινό εντολέα" ορίζεται ότι "Για εργασίες που ανατίθενται σε περισσότερους δικηγόρους, καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει από τον κοινό εντολέα ολόκληρη την αμοιβή κατά τις διατάξεις του Κώδικα".
Με βάση δε τις προεκτεθείσες σκέψεις οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν ήταν νόμιμος ο υπολογισμός των αναγγελθεισών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, επειδή οι οφειλόμενες δικηγορικές αμοιβές του έπρεπε να υπολογιστούν με βάση τους πίνακες προεισπραττομένων αμοιβών του Δ.Σ.Α.
οι οποίοι ισχύουν και για την …., και σύμφωνα με τους οποίους ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 587,50 ευρώ και όχι στο ύψος των 64.739,96 ευρώ, επικουρικά δε επειδή έπρεπε αυτές να είναι μειωμένες κατά το 1/2 , δοθέντος ότι είχε συντάξει προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας επί τριών συνεκδικασθεισών αγωγών κατά της εντολέως του στη δικάσιμο της 28.03.2000 από κοινού με τον έτερο δικηγόρο Κέρκυρας Α.
Μ., με τον οποίο είχαν παρασταθεί από κοινού κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, ενώ είχε συντάξει ο ίδιος και μια αγωγή της οφειλέτιδος εταιρείας- καθής ο πλειστηριασμός κατά Σ. Θ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, είναι κατά νόμον αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το δε Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν τους έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το δεύτερο και πέμπτο συναφή σκέλη της δεύτερης ομάδας λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά το αρχικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 975 αριθ. 3 και 4 του ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονταν οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στην τέταρτη δε τάξη (κατατάσσονταν) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και επιδικάστηκαν με τελεσίδικη απόφαση.
Ακολούθησαν α) ο Ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 εδ. α' του οποίου ορίστηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή (.....)", β) ο Ν. 2479/1997, με το άρθρο 6 παρ. 16 περ. α' του οποίου ορίζεται: "Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή (.......).
Η παρ. 5 του άρθρου 975 καταργείται, μεταβαλλόμενης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2479/1997 (6-5-1997) οι κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Η νέα αυτή ρύθμιση αφενός διευρύνει χρονικά, εν σχέσει με την παλαιά, τις προνομιακώς κατατασσόμενες απαιτήσεις των δικηγόρων, αφού σ' αυτές υπάγονται απαιτήσεις που γεννήθηκαν εντός της πριν τον πλειστηριασμό ή την κήρυξη της πτώχευσης διετίας, αφετέρου προσδίδει σ' αυτές το προνόμιο χωρίς την προϋπόθεση της τελεσίδικης επιδίκασης αυτών, αφού δεν απαιτείται πλέον η απαίτηση, κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, δηλαδή να έχει επιδικασθεί με τελεσίδικη καταψηφιστική δικαστική απόφαση(ΑΠ 1434/2017, ΑΠ 44/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το Δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 653/2011).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν τέλος και οι περί προνομίων ως άνω διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η παραβίαση τους ελέγχεται αναιρετικώς, μέσω της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1434/2017,ΑΠ 370/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά τον ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Με επίσπευση και κατ' εντολήν του Ε.
Π. κατασχέθηκε ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΛΤΙΤΡΕΙΝΤ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΟΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΛΙΚΩΝ Α.Ε.", το οποίο, με την υπ' αριθμ…./…-2-2002 περίληψη της υπ' αριθμ. …/…-2-2002 κατασχετηρίου εκθέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ., εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, την 27-3-2002.
Κατ' αυτόν, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος Κωνσταντίνος Γιαννακούρης, συμβολαιογράφος Κέρκυρας, συνέταξε την υπ' αριθμ. …/…-7-1999 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, με την οποία εκπλειστηριάσθηκε το ακίνητο της οφειλέτιδας, αντί συνολικού ποσού 88.500 ευρώ. Κατά την χρονική περίοδο από 27-3-2000 και εντεύθεν, ήτοι δύο χρόνια πριν την ημερομηνία ορισμού διεξαγωγής του πρώτου πλειστηριασμού, που ορίσθηκε για την 27-3-2002, ο εκκαλών ανακόπτων είχε αναλάβει να διεξαγάγει διάφορες δίκες για λογαριασμό της οφειλέτιδος εταιρείας-καθής ο πλειστηριασμός.
Προσδιορίζει δε την συνολική αμοιβή του για την διεξαγωγή των δικών αυτών σε 64.739,9 ευρώ, το οποίο ποσό δεν του κατέβαλλε η οφειλέτιδα εταιρεία-καθής ο πλειστηριασμός. Ακολούθως, την 5-4-2002 ανήγγειλε την απαίτησή του αυτή, κατά της οφειλέτιδας-καθής ο πλειστηριασμός, τόσο στον διενεργήσαντα τον πλειστηριασμό ως άνω συμβολαιογράφο Κ.
Γιαννακούρη, όσο και στον επισπεύσαντα αυτόν Ε. Π., ζητώντας την προνομιακή του κατάταξη στον πίνακα κατατάξεως δανειστών, που θα συνέτασσε ο ως άνω συμβολαιογράφος. Ο τελευταίος συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. …/…-4-2002 πίνακα κατατάξεως δανειστών, κατά τον οποίο, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα εκτελέσεως και πλειστηριασμού ποσού 1.521,74 ευρώ, κατετάγησαν λόγω αντιστοίχων αναγγελιών τους:
α)Ο Σ. Δ., για απαίτησή του ποσού 11.124,52 ευρώ, προερχόμενη από οφειλόμενη απαίτηση από παροχή εξαρτημένης εργασίας, προελθούσας κατά την τελευταία προ του πρώτου πλειστηριασμού διετία, β)το Ελληνικό Δημόσιο, για απαίτησή του συνολικού ποσού 53.554,71 ευρώ, προερχόμενη από οφειλές τελών κυκλοφορίας μετά προσαυξήσεων της καθής ο πλειστηριασμός και γ)ο ανακόπτων και ο έτερος δικηγόρος της καθής ο πλειστηριασμός, Α.
Μ., για το υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος ύψους 20.289,12 ευρώ, θεωρώντας ως μη βέβαιες και εκκαθαρισμένες τις απαιτήσεις αυτών από παροχή δικηγορικής προστασίας προς την καθής ο πλειστηριασμός εταιρεία, λόγω μη επικλήσεως στην προς αυτούς αναγγελία των απαιτήσεών τους αυτών, υπάρξεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί των απαιτήσεών τους αυτών.
Η απαίτηση του ανακόπτοντος, ως προνομιακή κατά το άρθρο 975 παρ.3 του ΚΠολΔ, έπρεπε να καταταγεί στον ανωτέρω πίνακα πριν από την απαίτηση του καθού Ελληνικού Δημοσίου και τυχαίως κατά το άρθρο 978 του ΚΠολΔ. Έσφαλε, συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή και κατά το μέρος αυτής, κατά το οποίο στρέφεται κατά των καταταγέντων λοιπών των καθών η ανακοπή".
Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 325/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική έρευνα της ανακοπής και την έκανε αυτή δεκτή, μεταρρυθμίζοντας τον προαναφερόμενο πίνακα κατατάξεως κατατάσσοντας στο εναπομείναν εκπλειστηρίασμα ποσού 86.978,26 ευρώ τους: 1) Σ.
Κ., για ποσό έντεκα χιλιάδων εκατόν είκοσι τεσσάρων ευρώ και πενήντα δύο λεπτών του ευρώ(11.124,52 €),2)Ν. Π.(αναιρεσίβλητο), τυχαίως και υπό την αίρεση της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεώς του, για ποσό εξήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών του ευρώ(64.739,96 €) και 3)Ελληνικό Δημόσιο για ποσό πενήντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και δώδεκα λεπτών του ευρώ(55.164,12 €).Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο συντάξεως του προσβαλλόμενου πίνακα κατατάξεως, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από τις οφειλόμενες δικηγορικές του αμοιβές καλύπτονταν από το προβλεπόμενο υπό των διατάξεων αυτών προνόμιο.
Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το τρίτο και έκτο συναφή σκέλη της δεύτερης ομάδας λόγων αναίρεσης του αναιρετηρίου, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, κατά τις οποίες για την προνομιακή κατάταξη των δικηγορικών απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου απαιτείτο η ύπαρξη τίτλου εκτελεστού, ήτοι τελεσίδικης καταψηφιστικής δικαστικής απόφασης για τις απαιτήσεις αυτές, η οποία εφόσον δεν υπήρχε κατά τον χρόνο αναγγελίας, θα έπρεπε να οδηγήσει στην αποβολή του και στην κατάταξη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στη θέση του τελευταίου, και, επομένως, έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018,ΑΠ 330/2020, ΑΠ 721/2017,ΑΠ 1352/2011 ΑΠ 125/2011).Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και προς αντίκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση της έφεσης, ότι για μέρος των αναγγελθεισών απαιτήσεών του είχε ήδη εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση, προέβαλε ισχυρισμό, περί συμπαιγνίας του τελευταίου με την καθής η εκτέλεση εταιρεία αναφορικά με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του για προσβολή του πίνακα κατάταξης, αποδίδοντάς του γενικά τη μομφή ότι αυτός συστηματικά αναγγέλλεται για απαιτήσεις του από δικηγορικές αμοιβές σε πλειστηριασμούς σε βάρος πελατών του, χωρίς, όμως, περαιτέρω εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών, που να μπορούν να θεμελιώσουν ιστορικά τον ανωτέρω ισχυρισμό του, μη αποτελούντος επαρκούς κριτηρίου του μεγάλου ύψους των προβαλλομένων χρηματικών απαιτήσεων εκ των δικηγορικών του αμοιβών ή της μειωμένης αποτελεσματικότητας των δικαστικών του ενεργειών.
Η ένσταση όμως αυτή, έτσι όπως προβάλλεται, δεν συνιστά νόμιμη, εκ της συναφούς διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, τοιαύτη, αφού τα αναφερόμενα ως άνω και μόνο κριτήρια δεν επαρκούν για να τη θεμελιώσουν και να αναδείξουν το ένδικο δικαίωμα του αναιρεσίβλητου ως ασκούμενο κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα περιστατικά αυτά που επικαλείται το αναιρεσείον, ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν, για τη νομική θεμελίωση του άρθρου 281 του ΑΚ.
Το δε Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το τέταρτο και έβδομο συναφή σκέλη της δεύτερης ομάδας λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009).
Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011, AΠ 858/2011). Υπάρχει δε επιδίκαση, πλέον του αιτηθέντος, όταν το δικαστήριο, παρά τον περιορισμό του αιτήματος, επιδίκασε όλο το ποσό (ΑΠ 941/2009), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος της που προέβη στην καταψήφιση του επιπλέοντος ποσού (ΟλΑΠ 9/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) και των λοιπών διαδικαστικών έγγραφων της δίκης, για τις ανάγκες του ερευνώμενου πρώτου αναιρετικού λόγου περί επιδίκασης πλειόνων των αιτηθέντων, προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος με το δικόγραφο της από 18-7-2002 ανακοπής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, είχε ζητήσει να καταταγεί στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεών του, ύψους 64.739,96 ευρώ, προνομιακά και τυχαία, κατ' άρθρ.975 αρ.3 ΚΠολΔ, και προ της κατάταξης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 325/2005 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή του ως προς το αντίδικό του Ελληνικό Δημόσιο, ως αόριστη. Στη συνέχεια, με το δικόγραφο της υπό στοιχεία κατάθεσης 216/5-12-2005 έφεσής του, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος ζήτησε να ακυρωθεί, εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί η παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και να γίνει δεκτή η ανακοπή του.
Η αναφορά στην έφεση του, αλλά και στις έγγραφες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η ανακοπή του, ότι στο ποσό των 75.853,86 ευρώ, μετά την αποβολή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, έπρεπε να καταταγεί αυτός, για το ποσό των 54.579,85 ευρώ και ο επίσης δικηγόρος, που είχε αναγγελθεί, Α.
Μ. για το ποσό των 10.160,11 ευρώ, δεν συνιστά περιορισμό της απαίτησης του στο ποσό των 54.579,85 ευρώ, αλλά αναφέρεται στην κατά την άποψη του κατάταξη των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, πλην όμως η κατάταξη των δανειστών μετά την ακύρωση ή μεταρρύθμιση του πίνακα, κατά παραδοχή ανακοπής, γίνεται από το δικαστήριο.
Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολής της βάσης του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής (ανακοπής κ.λ.π.), είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος του ενάγοντος.
Επομένως ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για δήθεν περιορισμό του αιτήματος της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, επειδή ο τελευταίος προβαίνοντας στον καθορισμό του ποσού της νέας κατάταξής του στον μεταρρυθμισθέντα πίνακα προσδιόρισε αυτό σε μικρότερο ποσό, ήτοι για το ποσό των 54.579,85 ευρώ αντί του ποσού των 64.739,96 ευρώ, στο οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ανέρχεται το σύνολο της αναγγελθείσας απαίτησής του, για το οποίο ασκήθηκε και η ένδικη ανακοπή του, είναι αβάσιμος.
Το δε Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη ως άνω απόφαση και στη συνέχεια έκανε δεκτή την ανακοπή του, μεταρρυθμίζοντας τον πίνακα κατατάξεως και κατατάσσοντας αυτόν, πριν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, τυχαία και υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης των απαιτήσεών του για το σύνολο αυτών εκ ποσού 64.739,96 ευρώ, δεν επιδίκασε σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), κατά παράβαση της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ, πλέον των αιτηθέντων.
Επομένως ο ως άνω πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.02.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ