Legislator Case Law & Legislation
191/2020 AI generated

191/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 191/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

191/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος της απαιτήσεώς τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου..(παρ.2 εδ.α`). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (παρ.12), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του Ν2912/2001".

Keywords

AI generated
instalment payment agreement late objection to debt enforcement application for enforcement - Decision untimely request for extension reassignment of claim supplementary customs demand
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 191/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANKERGASIAS A.E." και το διακριτικό τίτλο "Eurobank - Ergasias", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4356/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 706/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη .../2-5-2018 έκθεση επίδοσης της Δικ Επιμελητρίας της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α., ο αναιρεσίβλητος έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο με θυροκόλληση. Εφόσον λοιπόν κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος ούτε παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει ως να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠοΛΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του Ν2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν2912/2001 ορίζεται ότι: "Κατ`εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω η εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ`ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση: α)το τετραπλάσιο, αν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή β)το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990 γ)το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την από (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος δε από 4.8.2004, ν.3259/2004, ορίζεται, ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων η πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης η του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ.4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ.1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος της απαιτήσεώς τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου..(παρ.2 εδ.α`). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (παρ.12), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του Ν2912/2001".

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, που εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και, όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε, τόσο με το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ.12 του άρθρου 39 του Ν3259/2004, προκύπτει, ότι με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών, ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.

Το πιο πάνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 και, στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν.2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει, παράλληλα με το Ν.3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως, κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν.3259/2004, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού.

Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων, με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς το συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 έως και 31.12.2000 (ΑΠ 842/2012).

Περαιτέρω, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, να μην προχωρήσουν δε σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν, ήδη, αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή, εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρονικό διάστημα, ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας, κατά τα ως άνω, οφειλής, πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο(2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες, χρηματοδοτήσεις (παρ.2) (ΑΠ 1449/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν2789/2000, εξαιρούνται από τη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου και συναφώς και από την προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση της έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός των άλλων, και απαιτήσεις που καίτοι θα περιλαμβάνονταν κατ` αρχή στη ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, κρίθηκαν οποτεδήποτε τελεσίδικα έως τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου, έως δηλαδή την 11-2-2000, εκτός εάν η υπόθεση κατά την ημερομηνία ψήφισης αυτού εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο.

Στην εξαίρεση αυτή εμπίπτει όχι μόνο η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για την απαίτηση, αλλά και η επιδίκαση της απαίτησης με διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 268/2004), αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ.1, 633 παρ.2, 904 παρ.2, 933 παρ.3 και 330 του ΚΠολΔ, η κατά τα άρθρα 623 επ.

του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, μολονότι δε φέρει χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλ` αποτελεί απλώς τίτλο εκτελεστό, αποκτά εντούτοις ισχύ δεδικασμένου και ισοδυναμεί συνεπώς με τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ` αυτής ή μετά την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών, προς άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 του ΚΠοΛΔ, οπότε δεν μπορεί να προσβληθεί πλέον, παρά μόνο με αναψηλάφηση (Ολ.ΑΠ 340/1997, 6/1996).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 295,297,632 παρ 1 και 633 παρ2 ΚΠοΛΔ προκύπτει ότι η νομότυπη από το δικόγραφο της ανακοπής παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με το σχετικό δικόγραφο και την άρση των συνεπειών που απορρέουν από τα άρθρα 215 και 221 ΚΠοΛΔ, δεν επιφέρει όμως την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως που επιδικάζεται με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία δεν αποκτά μετά την τοιαύτη παραίτηση ισχύ δεδικασμένου.

Μόνο δε μετά την επίδοση εκ νέου της διαταγής πληρωμής, εφόσον πλέον θεωρείται ότι η ανακοπή του άρθρου 632 παρ 1 ΚΠοΛΔ κατ'αυτής δεν ασκήθηκε ποτέ και την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 633παρ 2 ΚΠοΛΔ, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως που επιδικάζεται με τη διαταγή πληρωμής (ΑΠ 111/2012, ΑΠ1494/2003).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,ΑΠ10/2011,7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559αρ 14 ΚΠοΛΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλ που δημιουργείται από την αθέτηση -παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ1735/2008).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. Ι6 ΚΠοΛΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324ΚΠοΛΔ (Ολ.ΑΠ 19/2005).

Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλάψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1233/1999, ΑΠ 1903/2006).

Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου(ΑΠ89/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί ανακοπής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης με την οποία επισπευδόταν σε βάρος του αναιρεσίβλητου αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου του, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση η οποία την είχε ακυρώσει.

Ειδικότερα, δέχτηκε συναφώς τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό .../4-12-1996 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και την υπ' αριθμ. .../1/17-2-1998 αυξητική αυτής σύμβαση η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." (της οποίας η καθ' ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROΒΑΝΚ-ΕRGASIAS Α.Ε" είναι καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη) χορήγησε στον ανακόπτοντα πίστωση μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών (ήδη 102.714,60 ευρώ).

Ο πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικά με καταγγελία της καθ' ης την 13-4-2000, με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 44.916.366 δραχμών (ήδη 131.816,18 ευρώ). Για την απαίτηση της αυτή η καθ' ης ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμό 6410/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 44.916.366 δραχμών και ήδη 131.816,18 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Αντίγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα από την προαναφερόμενη τραπεζική εταιρία (δικαιοπάροχο της καθ' ης) με την από 12-6-2000 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία ο τελευταίος επιτάσσεται να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 47.834.403 δραχμών (ήδη 140.379,75) για κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες, εντόκως από την επίδοσή της...

Ακολούθως συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../6-7-2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π., με την οποία επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στο ακίνητο του ανακόπτοντος που βρίσκεται στον Πειραιά (...) επί της οδού ... και πριν αριθ. ….. Στη συνέχεια, αφού είχαν ήδη γίνει αναστολές των πλειστηριασμών (τόσο του αρχικώς ορισθέντος όσο και των μεταγενέστερα ορισθέντων με βάση τις επαναληπτικές περιλήψεις), επιδόθηκε στον ανακόπτοντα, την 28-6-2002, ακριβές φωτοαντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 152.969,35 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους, δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες, εντόκως από 10-5-2001, ενώ κοινοποιήθηκε σ' αυτόν και ο από 18-6-2002 πίνακας υπολογισμού οφειλής βάσει του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001...Επακολούθησε η σύνταξη διαδοχικών επαναληπτικών περιλήψεων κατασχετήριας έκθεσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, πλην όμως οι ορισθέντες με αυτές πλειστηριασμοί δεν έγιναν (ανεστάλησαν).

Τελικώς, κατόπιν της από 29-6-2006 έγγραφης εντολής του πληρεξούσιου δικηγόρου της καθ' ης η ανακοπή επισπεύδουσας, συντάχθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ...-7-2006 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ., με την οποία ορίστηκε η 27-9-2006, ως ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου του ανακόπτοντος προς ικανοποίηση της ως άνω αξίωσης της καθ' ης κατ' αυτού, της απορρέουσας από την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.

Όμως, πριν τη διενέργεια της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, και συγκεκριμένα την 15-10-2004, ήτοι εμπροθέσμως, ο ανακόπτων είχε υποβάλει στην καθ' ης την από 12-10-2004 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την υπαγωγή της ως άνω οφειλής του στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004. Η τελευταία, όμως, με το νομίμως προσκομιζόμενο απ' αυτήν από 3-12-2004 έγγραφό της, που - επέδωσε στον ανακόπτοντα την 13-12-2004..., αρνήθηκε να προβεί στην υπαγωγή της οφειλής του στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, ισχυριζόμενη ότι η συνολική οφειλή του την 4-8-2004 ανέρχεται στο ποσό των 110.918,23 ευρώ, ενώ το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, όπως διαμορφώνεται με εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου ανέρχεται την 4-8-2004 σε 170.892,83 ευρώ και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, και, στη συνέχεια, προχώρησε, με την ανωτέρω πράξη εκτέλεσης, σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ειδικότερα δε, με το ίδιο ως άνω (από 3-12-2004) έγγραφο της καθ' ης γνωστοποιήθηκε στον ανακόπτοντα ότι η υπαγωγή της οφειλής του στο άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 δεν ευνοείται, καθόσον το υπόλοιπο της οφειλής κατά την ημερομηνία τελευταίας χορήγησης (7- 4-1998) ανερχόμενο στο ποσό των 87.885,64 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο επί 3 ανέρχεται σε 263.656,92 ευρώ και αφαιρουμένων των καταβολών μέχρι 4-8-2004, ύψους 92.764,09 ευρώ, διαμορφώνεται στο ποσό των 170.892,83 ευρώ και, ως εκ τούτου, ο υπολογισμός με βάση την ανωτέρω διάταξη κρίνεται ασύμφορος.

Κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης ο ανακόπτων άσκησε την από 18- 9-2006 ανακοπή του, με τον μοναδικό λόγο της οποίας, κατά τη δέουσα εκτίμησή του από το Δικαστήριο, επικαλείται ακυρότητα της υπ' αριθμ. …2006 επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ισχυριζόμενος ότι η καθ' ης εσφαλμένα δεν προέβη σε υπαγωγή της οφειλής του στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του Ν. 2912/2001, με αποτέλεσμα να στερηθεί το δικαίωμα ρύθμισης της οφειλής του με τις διατάξεις του άνω νόμου, ήτοι αναπροσαρμογής του ύψους της και τμηματικής εξόφλησής της.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής περί ακυρότητας της ανωτέρω προσβαλλόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (υπ' αριθ. ….2006 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης), εφόσον πρόκειται για λόγο που αφορά την απαίτηση, ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή μπορεί να στηρίζει εμπρόθεσμη ανακοπή έως την έναρξη της σύνταξης της τελευταίας πράξης εκτέλεσης.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 39 Ν. 3259/2004, 30 παρ. 1 Ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 Ν. 2912/2001, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί ρύθμισης της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι, κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης, αυτή θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα και, συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός, μπορεί να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης....

Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η καθ' ης όφειλε να αναπροσαρμόσει το ύψος της οφειλής του ανακόπτοντος, χρησιμοποιώντας, ως βάση, το ποσό της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, το οποίο ακολούθως έπρεπε να πολλαπλασιαστεί με το συντελεστή 2, αφού η τελευταία εκταμίευση έλαβε χώρα εντός της τρίτης περιόδου, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001, ήτοι στο διάστημα μεταξύ 31-12-1990 και 31-12- 2000 και συγκεκριμένα την 7-4-1998.

Η ανωτέρω δε διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001,..., εξακολουθεί να ισχύει και δεν καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, με την οποία περιορίστηκε το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι το τετραπλάσιο της απαίτησης που οριζόταν στον ως άνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος των λογαριασμών, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου.

Με βάση, επομένως, τις ανωτέρω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, η άρνηση της καθ' ης να προχωρήσει στη ρύθμιση της οφειλής αυτής (ήτοι σε αναπροσαρμογή του ύψους της με βάση τον συντελεστή πολλαπλασιασμού 2 και όχι 3 καθώς και σε παροχή προθεσμίας αποπληρωμής της προκύπτουσας ως άνω οφειλής σε ισόποσες περιοδικές δόσεις ) σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 39παρ 1 και 2 του Ν3259/2004 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ 1 του Ν2789/200 και 42 του Ν2912/2001 ήταν μη νόμιμη όπως βασίμως υποστηρίζει ο ανακόπτων με το μοναδικό λόγο της άνω ανακοπής του ,αφού ... ,από το περιεχόμενο διατάξεων του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, δεν προκύπτει ότι αποκλείονται από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις των διατάξεων αυτών, οι οφειλές από συμβάσεις δανείου ή πιστώσεων από ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι οποίες, στο σύνολό τους, δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου ή της πίστωσης (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση).

Συνεπώς, η καθ' ης μη νομίμως προχώρησε στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της προσβαλλόμενης επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία ορίσθηκε για την 27-9- 2006 ο πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου του ανακόπτοντος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μπορούσε να γίνει ρύθμιση της οφειλής του κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 και 42 του Ν. 2912/2001.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, η άρνηση της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας να προχωρήσει στη ρύθμιση της οφειλής του ανακόπτοντος σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις ήταν μη νόμιμη με συνέπεια να είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση με την προσβαλλόμενη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, αν και με συνοπτική αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας ...

και δέχθηκε την από 18-9-2006 ανακοπή, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της ως βασίμου κατ'ουσίαν ,δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός (πρώτος) λόγος της έφεσης της καθ' ης η ανακοπή, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Η καθ' ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρότεινε τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο προαναφερόμενος (μοναδικός) λόγος ανακοπής, ως λόγος που αφορά την απαίτηση κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 6410/31-5- 2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη αφενός μετά την από 18-1-2001 (με αριθ.

έκθ. κατάθ. 26/19- 1-2001) έγγραφη δήλωση του ανακόπτοντος περί παραίτησής του από το δικόγραφο αλλά και από το δικαίωμα της εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ασκηθείσας από 26-6-2000 ανακοπής του κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και αφετέρου μετά την άπρακτη παρέλευση των προβλεπόμενων στα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ προθεσμιών για την άσκηση ανακοπών κατ' αυτής, δεδομένου ότι η εν λόγω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ήδη ανακόπτοντα δύο φορές, ήτοι στις 12-6-2000 και 28-6-2002, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή και ως εκ τούτου απέκτησε ισχύ δεδικασμένου..., με συνέπεια η απαίτηση αυτή να μην υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, αφού, ως κριθείσα τελεσιδίκως, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 30 παρ. 8 του Ν. 2789/2000.

Ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό της καθ' ης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Ενόψει του ότι βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία δεδικασμένου είναι κατ' αρχήν η ύπαρξη δικαστικής απόφασης, δεν μπορεί να περιβληθεί με ισχύ δεδικασμένου ο δικαστικός συμβιβασμός. Επομένως, δεν έχει σαν αποτέλεσμα την τελεσιδικία και την παραγωγή δεδικασμένου η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ανακοπής κλπ.

ή του δικαιώματος που ασκήθηκε μ' αυτά, η οποία λαμβάνει χώρα στα πλαίσια δικαστικού συμβιβασμού, αφού δεν υφίσταται απόφαση, μόνη δε συνέπεια και στις περιπτώσεις αυτές είναι η κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με τα σχετικά δικόγραφα. Έτσι, η νομότυπη παραίτηση, στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού, από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής...

δεν επιφέρει τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επιδικάζεται με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Μόνο δε μετά την επίδοση εκ νέου της διαταγής πληρωμής, εφόσον πλέον θεωρείται ότι η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ποτέ, και την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επιδικάζεται με τη διαταγή πληρωμής...

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο (πρώτος) ισχυρισμός της καθ' ης περί δεδικασμένου απορρέοντος από την προαναφερόμενη (6410/2000) διαταγή πληρωμής λόγω της παραίτησης του ανακόπτοντος από το δικαίωμα της εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ασκηθείσας από 26-6-2000 ανακοπής του κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής, και αληθής υποτιθέμενος, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί, όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η νομότυπη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης της κατ' άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπής δεν επιφέρει τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επιδικάζεται με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Αλλά και ο (δεύτερος) ισχυρισμός της καθ' ης περί δεδικασμένου απορρέοντος από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής λόγω της άπρακτης παρέλευσης των προβλεπόμενων στα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ προθεσμιών για την άσκηση ανακοπών κατ' αυτής, με συνέπεια η απαίτηση αυτή να μην υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, αφού, ως κριθείσα τελεσιδίκως, εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 30 παρ. 8 του Ν. 2789/2000, και αληθής υποτιθέμενος, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμός.

Και τούτο, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα από την καθ' ης, η εν λόγω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα δύο φορές, στις 12-6-2000 και 28-6-2002, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπής και, συνεπώς, απέκτησε έκτοτε (δηλαδή μετά την 10-2-2000) ισχύ δεδικασμένου. Όμως, η απαίτηση που επιδικάσθηκε με τη διαταγή αυτή, αφού η τελευταία, κατά τα εκτιθέμενα από την καθ' ης, δεν είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου μέχρι την 10-2-2000, ήτοι μέχρι την κύρωση του Ν. 2789/2000, δεν εμπίπτει στην εξαίρεση της παρ. 8 του άρθρου 30 του ως άνω νόμου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 12 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, με τον όρο "τελεσίδικα" κριθέντα, εννοούνται μόνο τα ζητήματα, για τα οποία υπάρχει ήδη δεδικασμένο κατά την κύρωση του Ν. 2789/2000, ήτοι μέχρι την 10-2-2000...

Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης διενεργήθηκε με εκτελεστό τίτλο, που δεν είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση μέχρι την 10-2-2000, μπορούσε η απαίτηση αυτή να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, αφού, ως μη κριθείσα τελεσιδίκως μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία, δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 30 παρ. 8 του Ν. 2789/2000.

Τέλος, η καθ' ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρότεινε τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το επίδικο δικαίωμα του ανακόπτοντος περί ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης (529/2006 επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης), ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, γιατί αυτός (ανακόπτων) για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών είχε παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα αμφισβήτησης όχι μόνο της οφειλής αλλά και της εκτελεστικής διαδικασίας και, αιφνιδίως, χωρίς οιαδήποτε προηγούμενη διαμαρτυρία ή έστω ενημέρωση, άλλαξε στάση και ανακάλυψε την δήθεν υπαγωγή στη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, αρνούμενος έκτοτε την πληρωμή της οφειλής του.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, γιατί τα επικαλούμενα από την καθ' ης η ανακοπή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν νομικά την έννοια της καταχρηστικότητας του ως άνω ασκούμενου δικαιώματος του ανακόπτοντος, δεδομένου ότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση τού "δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου...

πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν γίνεται από την καθ' ης η ανακοπή επίκληση τέτοιων περιστατικών, που να συγκροτούν νομικά την έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου δικαιώματος του ανακόπτοντος, σε συνδυασμό και με το ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστικώς συμπεριφερόμενος, αφού απλώς άσκησε το εκ των προαναφερόμενων διατάξεων νόμιμο δικαίωμά του...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της καθ' ης η ανακοπή (αν και με εσφαλμένη αιτιολογία ως προς τον πρώτο ισχυρισμό περί δεδικασμένου, η οποία αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε (κατ' αποτέλεσμα ως προς τον πρώτο ως άνω ισχυρισμό) στην εφαρμογή του νόμου, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου, του σχετικού (δεύτερου) λόγου της έφεσης της καθ' ης η ανακοπή, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως, δεχόμενο την ανακοπή και ακυρώνοντας την …2006 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικ επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ..

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 1, 14 και 16ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφαση ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής δεν κατέστη τελεσίδικη μέχρι την 10-2-2000 παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 και 17 του Συντάγματος, 6.παρ.1 της ΕΣΔΑ, 39 παρ 12 του ν.3259/2004, 30παρ 8 του ν.2789/2000 αφού υπήρχε δεδικασμένο από την 6310/2000 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθόσον αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο το πρώτον στις 12-6-2000 και αυτός παραιτήθηκε στις 19-1-2001 από την κατ'αυτής ασκηθείσα ανακοπή του τόσο από το δικόγραφο, όσο και από το δικαίωμα, καθώς και ότι του επιδόθηκε εκ νέου στις 28-6-2002 η άνω διαταγή πληρωμής και αυτός δεν άσκησε ανακοπή και επήλθε έτσι τελεσιδικία της διαταγής πληρωμής και δεδικασμένο στις 2-7-2002, δηλ πριν την ισχύ του ν. 3259/2004 και συνεπώς έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ανακοπή και ότι με την κρίση της δε αυτή η προσβαλλομένη κατέλυσε το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ισχύος του ν. 2789/2000 και του ν. 3259/2004, με νόμο γνήσιας αναδρομικότητας.

Σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο τούτο η διάταξη του άρθρου 39 παρ 12 ν.3259/2004 με την οποία ορίζεται ότι <Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του νόμου 2789/2000 όπως ισχύει> δεν έχει τη έννοια ότι στις αιτήσεις για ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών προς τις τράπεζες που υποβλήθηκαν υπό το καθεστώς του νόμου αυτού που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 41 αυτού στις 4-8-2004 η απαίτηση της τράπεζας θα έπρεπε να έχει καταστεί τελεσίδικη μέχρι την 10-2-2000, (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν. 2789/2000), ώστε να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 2789/2000), αλλά θα πρέπει η απαίτηση αυτή να έχει καταστεί τελεσίδικη πριν την δημοσίευσή του νόμου 3259/2004, δηλ.

πριν την 4-8-2004. Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία και υπό την ισχύ του ν. 3259/2004 η απαίτηση θα έπρεπε να έχει καταστεί τελεσίδικη πριν την ισχύ του ν. 2789/2000, ώστε να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 30 παρ. 8 του νόμου αυτού θα ευνοούσε υπέρμετρα τον οφειλέτη του ν. 3259/2004, αφού και το ύψος της οφειλής του θα περιόριζε από το τριπλάσιο στο διπλάσιο και ταυτόχρονα θα περιόριζε τη δυνατότητα του δανειστή να επικαλεσθεί την ως άνω εξαίρεση, αφού θα έπρεπε η απαίτησή του να έχει καταστεί τελεσίδικη πριν την 10-2-2000.

Επομένως, ως προς την απαίτηση αυτή της αναιρεσείουσας για ληξιπρόθεσμα χρέη του αναιρεσίβλητου, που είχε καταστεί τελεσίδικη στις 2-7-2002, δηλ πριν την ισχύ του νόμου αυτού, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 30 παρ 8ν2789/2000 που προβλέπει ότι η απαίτηση δεν πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη μέχρι την 31-12-2000, αλλά θα πρέπει αυτή (απαίτηση) να μην έχει καταστεί τελεσίδικη μέχρι την 4-8-2004, προκειμένου να ρυθμιστούν με το νόμο αυτό τα ληξιπρόθεσμα χρέη του ανακόπτοντος - αναιρεσίβλητου έναντι της καθής η ανακοπή -αναιρεσείουσας Τράπεζα και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη γνώμη ωστόσο ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος .Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 ν.2789/2000 και 39 ν.3259/2004 προκύπτει ότι με το άρθρο 39 ν.3259/2004 βελτιώθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, η δε διάταξη του άρθρου 30ν2789/20000 εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, (ΑΠ132/2014) και επομένως ο κρίσιμος χρόνος τελεσιδικίας της απαίτησης είναι εκείνος της 12-6-2000 (ΑΠ1016/2018) και όχι ο χρόνος της δημοσίευσης του ν 3259/2004 (4-8-2004).

Κατόπιν τούτων, λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας του γενομένου ως βάσιμου άνω λόγου του αναιρετηρίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθ. 380 παρ 3ΚΠοΛΔ) καθώς και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρ. 495ΚΠοΛΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (αρθ. 176 και 183,191 ΚΠολ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 706/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)