Legislator Case Law & Legislation
191/2018 AI generated

191/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 191/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 191 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2018

Legislator headnote

AI generated

191/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 191 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2018

Keywords

AI generated
bank guarantee claim event credit facility agreement letter of credit credit insurance instalment payment agreement regular deposit contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσούμπα.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, με την επωνυμία "... Α.Ε.", εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.

Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή η συναίνεση του οφειλέτη. Με βάση τα ανωτέρω, η σύμβαση της εγγυήσεως διαφέρει από την εγγυοδοσία, δηλαδή την εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεόγραφα κλπ από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή από τον οφειλέτη ή τρίτο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του.

Η σύμβαση της εγγυοδοσίας αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση και συγκεκριμένα συνιστά αυτόνομη υπόσχεση που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο πρόσωπο (τον εγγυολήπτη), ότι θα ευθύνεται απέναντι του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον εγγυολήπτη. Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση.

Έτσι, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της συμβάσεως, κατ' άρθρο 361 ΑΚ. Εξάλλου, η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, όπου η ευθύνη του οφειλέτη (εγγυοδότη) έχει αυτόνομο -μη παρεπόμενο- χαρακτήρα, στην περίπτωση δε της εγγυοδοτικής σύμβασης προς εξασφάλιση απαίτησης, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, (και άρα ο εγγυοδότης δεν έχει σχετικά την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού), διότι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση είναι η εξασφάλιση του εγγυολήπτη με την παροχή σ' αυτόν μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης από το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αξίωσης.

Ερευνάται μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει σαφώς η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση, για τη δυνατότητα του εγγυολήπτη να στραφεί κατά του εγγυοδότη. Ωστόσο, στις συναλλαγές, συμβαίνει να χρησιμοποιείται και ως μέσον εξασφαλίσεως άλλων απαιτήσεων η έκδοση και παράδοση τραπεζικής επιταγής, που χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλόμενους ως εγγύηση, πλην όμως, ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκάστοτε συμβάσεως θα προκύψει με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ΑΚ και χωρίς προσήλωση στις χρησιμοποιούμενες από τους συμβαλλόμενους λέξεις ή φράσεις, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται πάντοτε από το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της διαγνώσεως της συγκεκριμένης εκάστοτε υποθέσεως.

Όταν δε η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαιτήσεως του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής, η αιτία έκδοσης της είναι νόμιμη και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό του κομιστή της επιταγής, κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, η εξασφαλιζόμενη με αυτήν απαίτηση, αν οι προϋποθέσεις για τις οποίες δόθηκε η εγγυοδοσία δεν πληρώθηκαν, οπότε μπορεί ο κομιστής της, ο οποίος αποκτά αξίωση από τη βασική σχέση, να την εισπράξει, χωρίς να καθίσταται πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία, αφού η κτήση του πλουτισμού του καλύπτεται από την περιουσιακή απώλεια που υπέστη από τη μη εκτέλεση της κύριας σύμβασης, η οποία συμφωνήθηκε με τη σύμβαση της εγγυοδοσίας προς ασφάλεια της μελλοντικής αυτής απαίτησης του.

Έτσι, η ένσταση του οφειλέτη από επιταγή ότι αυτή έχει δοθεί προς εξασφάλιση απαιτήσεως αποκτά σημασία μόνον όταν ο οφειλέτης αποδείξει ότι ο κομιστής της επιταγής δεν έχει αποκτήσει από τη βασική σχέση ληξιπρόθεσμη αξίωση ή ότι δεν έχει αποκτήσει αξίωση από την συγκεκριμένη σχέση (ΑΠ 1384/2013, 1804/2012). Συνακόλουθα τούτων, η μεταχρονολογημένη επιταγή, που εκδόθηκε ως εγγύηση για την τήρηση των όρων της υποκείμενης σχέσεως μεταξύ εκδότη και κομιστή, εισπράττεται μόνο εφόσον γεννηθεί η αξίωση από την υποκείμενη σχέση των μερών κατά τους συμφωνηθέντες όρους.

Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος ανακοπής υπέρ του εκδότη κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε λόγω μη εισπράξεως της επιταγής από έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Επίσης, αν η μεταχρονολόγηση της επιταγής είναι συνέπεια συμφωνίας μεταξύ εκδότη και λήπτη για την παροχή χρόνου πιστώσεως στον πρώτο προς εξόφληση της οφειλής του από την υποκείμενη αιτία, η παρά τη συμφωνία αυτή πρόωρη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή παρέχει στον εκδότη το δικαίωμα να προβάλει σχετικό λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, επικαλούμενος την ιδιαίτερη αυτή συμφωνία με το λήπτη της επιταγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων (και ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "...", ... εξέδωσε εις διαταγήν της καθής η ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητης) δύο μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές πληρωτέες από τον ...

λογαριασμό του της Τράπεζας … στην τελευταία, ήτοι την υπ' αριθμ. ... ποσού 1.500.000 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης την 30-9-2011, και την υπ' αριθμ. ... ποσού επίσης 1.500.000 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης την 31-12-2011. Ο ανακόπτων παρέδωσε τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές στην καθής η ανακοπή προς ενεχυρίαση, τη μεν πρώτη την 11-3-2009, τη δε δεύτερη την 8-10-2010 ...

Οι επιταγές, όταν εμφανίσθηκαν νομίμως ... προς πληρωμή την 12-4-2011, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στους λογαριασμούς του ανακόπτοντος, με αποτέλεσμα η καθής η ανακοπή να ζητήσει και να πετύχει σε βάρος του την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εταιρεία με την επωνυμία "..." κατάρτισε με την καθής η ανακοπή ...

σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού συνολικού ποσού μαζί με τις πρόσθετες πράξεις 20.670.000 ευρώ και ... σύμβαση δανείου ποσού 280.000 ευρώ. Την τήρηση όλων των όρων των συμβάσεων και την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση του οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου αυτής εγγυήθηκε, ως πρωτοφειλέτης, ...

και ο ανακόπτων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου. Η σύμβαση αυτή εξακολούθησε να λειτουργεί έως τις αρχές του 2011, οπότε η ανωτέρω εταιρεία και οι εγγυητές της ζήτησαν από την καθής η ανακοπή την παράταση της ισχύος του πιστοδοτικού ορίου, η οποία και εγκρίθηκε από τα αρμόδια όργανα της τελευταίας. Έτσι, την 18-2-2011, αποφασίσθηκε η παράταση της λειτουργίας των εν λόγω λογαριασμών, με όρο, ...

να αναλάβει η εταιρεία, όσον αφορά τις άνω επιταγές που είχε ενεχυράσει ο ανακόπτων, συμβατική υποχρέωση ότι σε περίπτωση που θα λάβει αποζημίωση από την προμηθεύτρια των panels εταιρεία για τη ζημία που υπέστη, να καταθέσει το σχετικό ποσό σε πίστωση των οφειλών στην ..., πλην όμως οι συνοφειλέτες και οι εγγυητές αρνήθηκαν να προσέλθουν και να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα για την παράταση της λήξης του πιστοδοτικού ορίου.

Λόγω της άρνησης αυτής, η καθής, την 9-3-2011, ενημέρωσε την εταιρεία ότι θα κλείσουν οι λογαριασμοί της. Την 14-3-2011 ο ανακόπτων ζήτησε να μην σφραγιστούν οι ένδικες επιταγές και να του επιστραφούν. Τότε η καθής έκλεισε τους λογαριασμούς και κατήγγειλε τις άνω συμβάσεις την 16-3-2011 και ο ανακόπτων, μαζί με τους λοιπούς εταίρους, την 19-3-2011 διαμαρτυρήθηκαν για την καταγγελία, θεωρώντας την άκυρη και καταχρηστική και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε καταβολή. ...

Οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούν να έχουν τον χαρακτήρα επιταγής ευκολίας, ... καθόσον ... τούτο προϋποθέτει την κατόπιν συμφωνίας εκδότη και λήπτη έκδοση επιταγής, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους σχέση που να δικαιολογεί την έκδοση της, αλλά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο λήπτης και να φανεί φερέγγυος έναντι τρίτων προσώπων.

Οι όροι αυτοί, όμως, δεν συντρέχουν στην κρινόμενη περίπτωση, αφού αυτές μεταβιβάσθηκαν αποκλειστικώς και μόνο για την εξασφάλιση της καθής η ανακοπή στο πλαίσιο της προαναφερόμενης μεταξύ των διαδίκων μερών καταρτισθείσας συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού. ... Η καθής η ανακοπή ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με βάση τις επίδικες επιταγές, όταν πλέον έπαυσε η λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού, μετά το κλείσιμο του από αυτήν και αφού είχε πλέον ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά των αντισυμβαλλομένων της σ' αυτόν (λογαριασμό).

Ως εκ τούτου, νομίμως αυτή προέβη στην έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής. Ως προς τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι οι επιταγές εμφανίσθηκαν πρόωρα, παρά τη συμφωνία των διαδίκων να αναμένει η καθής την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης από αξίωση της εταιρείας του ανακόπτοντος για αποζημίωση από αδικοπραξία (πυρκαγιά), αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία, αφού ούτε ο ανακόπτων, ούτε άλλος εκπρόσωπος της εταιρείας προσυπέγραψε την παράταση της λήξης του πιστοδοτικού ορίου, αλλά αντίθετα ο ανακόπτων ζήτησε και την επιστροφή των επιταγών ...

Πέραν αυτού, εκτός του ότι δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση και ο χρόνος λήξης των επιταγών έχει παρέλθει προ πολλού, η υπόσχεση αυτή δεν θα απαγόρευε την επιδίωξη είσπραξης των ποσών των επιταγών, αλλά θα ήταν μια επιπλέον εξασφάλιση για την καθής, ώστε να λάβει ένα μέρος των οφειλομένων και όχι ιδιαίτερη συμφωνία πίστωσης χρόνου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ανακοπή ερήμην του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι ο τρίτος λόγος της ανακοπής ήταν αβάσιμος και τον απέρριψε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 847 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την αιτία εκδόσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος των δύο επιταγών ως κυρία σύμβαση εγγυοδοσίας και όχι ως παρεπόμενη σύμβαση εγγυήσεως της συμβάσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της αναιρεσίβλητης, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι εν λόγω επιταγές μεταβιβάσθηκαν αποκλειστικώς και μόνο για την εξασφάλιση της καθής η ανακοπή στο πλαίσιο της προαναφερόμενης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και ότι η επικαλούμενη συμφωνία να εμφανισθούν αυτές μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως για την αξίωση της εταιρείας προς αποζημίωση της λόγω πυρκαγιάς δεν αποδείχθηκε, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν ως εγγυοδοσία και όχι λόγω εγγυήσεως, και επομένως επρόκειτο για κυρία και όχι παρεπόμενη σύμβαση, που διατηρεί την ισχύ της, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει ληξιπρόθεσμη αξίωση από τη βασική σχέση, μετά την καταγγελία των συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού και δανείου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την πληρωμή των επίδικων επιταγών, μόνο αν δεν ήθελε καταβληθεί το ποσόν των 3.000.000 ευρώ από την αποζημίωση, για την οποία η εταιρεία "..." έχει ασκήσει αγωγή κατά της εταιρείας "...

Α.Ε." από την προκληθείσα πυρκαγιά στο εργοστάσιό της, είναι απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη αυτή πλημμέλεια συνιστά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται, κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση, και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο αφενός μεν ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι είχε συμφωνηθεί οι ένδικες επιταγές να εμφανισθούν προς πληρωμή μόνο μετά την τελεσίδικη επιδίκαση αποζημιώσεως υπέρ της εταιρείας "..." επί της αγωγής της κατά της εταιρείας "...

Α.Ε." για την από υπαιτιότητά της καταστροφή του εργοστασίου της από πυρκαγιά, αφετέρου δε ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις τα υπ' αριθμ. πρωτ. …/9-3-2009 και …/18-2-2011 έγγραφα της ίδιας της αναιρεσίβλητης, από τα οποία αποδεικνύεται ο ως άνω όρος ως προϋπόθεση για την εμφάνιση των εν λόγω επιταγών προς πληρωμή.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πλην όμως τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι τέτοια συμφωνία δεν υπήρξε, αφού ο ανακόπτων και οι λοιποί συνοφειλέτες αρνήθηκαν να υπογράψουν την παράταση της λήξης του πιστοδοτικού ορίου, οπότε η αναιρεσίβλητη προχώρησε στην καταγγελία των σχετικών συμβάσεων.

Εξάλλου, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Κατ' ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11γ ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον κύριο λόγο της εφέσεώς του, που αποτελούσε και το βασικό λόγο της ανακοπής του, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη σφράγισε τις ένδικες επιταγές και εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και ειδικότερα της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της 221/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και της εφέσεως του ίδιου κατά της 160/2013 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτός πρόβαλε ως πρώτο λόγο ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ότι η σφράγιση των ένδικων επιταγών και η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής συνιστούσε καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι η εταιρεία "...", της οποίας αυτός είναι ο ιδρυτής και κύριος μέτοχος, ήταν μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού και δανείου μία ανθηρή επιχείρηση, χωρίς ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τρίτους, ανταποκρινόμενη πλήρως στις υποχρεώσεις της για τους φόρους έναντι του Δημοσίου, για τις εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρηση έναντι του ΙΚΑ, αλλά και έναντι των παραγωγών, έχοντας διασφαλίσει τις απαιτήσεις της πιστώτριας με υποθήκες στο εργοστάσιο, ενέχυρα και λοιπές εμπράγματες ασφάλειες σε άλλα ακίνητα, αλλά και προσωπικές διασφαλίσεις των μετόχων της εταιρείας.

Ότι ενώ η μεταξύ τους συνεργασία λειτουργούσε κανονικά, από το Μάιο 2010 η Τράπεζα δημιούργησε σε βάρος τους ασφυκτικό κλοιό, αυξάνοντας μονομερώς το επιτόκιο των συμβάσεων από 6,5% σε 11,5% και αρνούμενη να δώσει λύσεις για την ομαλή εξακολούθηση αυτής της συνεργασίας. Ότι ειδικότερα έθεσε δυσβάστακτους όρους, μεταξύ των οποίων:

παράταση πιστωτικών ορίων μέχρι 30-4-2011, απόρριψη αιτήματος για την έκδοση νέων εγγυητικών επιστολών, απόρριψη αιτήματος για μείωση επιτοκίων, πρόσθετες εξασφαλίσεις για την παλαιά οφειλή, άμεση καταβολή τόκων, του ποσού των εγγυητικών επιστολών και ενός μέρους του κεφαλαίου, ανάληψη υποχρεώσεως από την εταιρεία εξοφλήσεως των δύο προσωπικών επιταγών του αναιρεσείοντος κ.α.

Ότι μετά την άρνηση της εταιρείας και των συνοφειλετών της να ενδώσουν στις αξιώσεις αυτές, η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε τις συμβάσεις, έκλεισε τους λογαριασμούς και στη συνέχεια εμφάνισε τις ένδικες επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων λόγω της καταχρηστικής αυτής συμπεριφοράς να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.

Ότι οι επιταγές αυτές δεν οφείλονταν πράγματι προς την αναιρεσίβλητη, ούτε προέρχονταν από κάποια μεταξύ τους συναλλαγή ή προσωπική του χρηματοδότηση, αλλά εκδόθηκαν κατ' απαίτηση της αναιρεσίβλητης, για να λειτουργήσουν ως μια επιπλέον διασφάλιση για τη χρηματοδότηση της εταιρείας, και ότι σε κάθε περίπτωση οι επιταγές αυτές ήσαν επιταγές εγγυήσεως υπέρ της εταιρείας, με τις οποίες αναλάμβανε αυτός την υποχρέωση να τις πληρώσει, για την περίπτωση που η εταιρεία δεν θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της έναντι της Τράπεζας, που θα προέρχονταν από τη χρηματοδότησή της με βάση τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, αλλά η εγγύησή του αυτή δεν έφθανε μέχρι και την κάλυψη της μονομερούς, άκαιρης και παντελώς καταχρηστικής αλλαγής των όρων της χρηματοδότησης της εταιρείας από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, όπως αυτοί αναφέρθηκαν παραπάνω.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ανακόπτων (και ήδη αναιρεσείων), επικαλούμενος ρητά καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ζήτησε με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, αλλά και με τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί σε βάρος του.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ουδόλως ερεύνησε το σχετικό λόγο, παρά το ότι τα σχετικά περιστατικά περιλαμβάνονταν στα οικεία δικόγραφα. Έτσι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα (το σχετικό λόγο της ανακοπής), που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 8 (και όχι από τον αρ. 9) ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 9/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσόν των οποίων ορίζει στις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ