191/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 191 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated191/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 191 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 191 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 191/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευγενία Προγάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Κ., το γένος Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Πέτρου Κασιμάτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Γ. χήρας Β. Λ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., 2)Χ. Β. Λ., κατοίκου ..., 3)Λ. συζ. Π. Κ. το γένος Β. Λ. κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου μοναδικών κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Θ. χήρας Χ. Λ. και Β. Λ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Μάριου Παπαθεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-1994 .αγωγή των αρχικώς εναγόντων Θ. χήρας Χ. Λ. και Β. Λ., δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 452/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2006 αίτησή της, που επανέφερε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με τις από 6-10-2009 και 9-2-2016 κλήσεις της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεση του Αρεοπαγίτη Μίμη-Χριστόδουλου Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της 452/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντίθετα, η ποσοτική και ποιοτική αοριστία αυτής που συνίστανται, η μεν πρώτη στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε δεύτερη στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση, συνάγεται ότι, με αυτήν εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση και αναγνωρίζεται η επικουρική θεμελίωση της αγωγής σε άλλη ή άλλες βάσεις του ίδιου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, ακόμη και όταν η επικουρικώς ασκούμενη αγωγή είναι αντιφατική προς την κυρίως ασκούμενη, η εξέταση όμως της επικουρικής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 138 εδ. α του ΑΚ, που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, προκύπτει ότι, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ’ εαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που καταφάσκει την εικονικότητα, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει αυτής κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, όπως αυτή εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων ενάγουσα, αφού ισχυρίσθηκε ότι ο κατά το έτος 1994 αποβιώσας σύζυγός της Χ. Λ. με το αναφερόμενο νομίμως μεταγραφέν πωλητήριο συμβόλαιο μεταβίβασε, το έτος 1991, προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, το περιγραφόμενο ακίνητό του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δικαιοπραξίας αυτής, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, διότι ο πωλητής κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου, "...δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν είχε την χρήση του λογικού ως πάσχων από πνευματική ασθένεια...", κατά δε την επικουρική βάση της, διότι, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο πωλητής δεν ήταν ανίκανος για δικαιοπραξία, η δήλωσή του για την πώληση του επίδικου ακινήτου έγινε εικονικά "....παρασυρθείς ανεξήγητα από την εναγομένη...". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν, ως προς την επικουρική της βάση, πλήρως ορισμένη, καθόσον περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της κατά τις διατάξεις των άρθρων 138 εδ. α ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού αναφέρονταν σ’ αυτήν ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης είναι εικονική, και επομένως άκυρη, δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της, και η ρητή μνεία της θετικής γνώσης της εναγόμενης αγοράστριας για την εικονικότητα, ανεξάρτητα από το ότι κατάδηλη είναι και η αναφορά αυτή στο δικόγραφό της, όπου εκτίθεται ότι ο πωλητής ενήργησε έτσι "....παρασυρθείς ανεξήγητα από την εναγόμενη....". Επομένως, το Εφετείο, που με την υπ’ αριθ. 574/2000 προδικαστική απόφασή του, η οποία θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την αναίρεση, έστω και αν ή τελευταία δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον της (άρθρ. 553 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, όπως ανωτέρω αναφέρεται, και την έκρινε ορισμένη ως προς την επικουρική της βάση (αφού προηγουμένως έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την κύρια βάση της), απορρίπτοντας σιωπηρώς σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής για έλλειψη από το περιεχόμενό της του πιο πάνω στοιχείου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη ως αόριστη την αγωγή, ως προς την ανωτέρω βάση, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για μη απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, και ως προς τη βάση αυτή, λόγω αφενός αντιφατικότητας λόγω της υποθετικής διατύπωσης του αναφερόμενου, για τη θεμελίωσή της, ισχυρισμού "...εάν θεωρηθεί σπουδαία η δήλωση του πωλητού... αυτή έγινε εικονικά παρασυρθείς ανεξήγητα από την εναγόμενη...", και αφετέρου μη αναφοράς ότι αμφότερα τα αντισυμβαλλόμενα στην πώληση μέρη τελούσαν εν γνώσει της εικονικότητας, πρέπει να απορριφθεί, κατά τα προαναφερόμενα, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ληφθούν ή δεν ληφθούν υπόψη, χωρίς πρόταση, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που αντλούνται από την εκτίμηση αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, "με το υπ’ αριθ. .../1991 πωλητήριο συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο σύζυγος της ενάγουσας Χ. Λ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγομένη ανηψιά του το επίδικο ακίνητο, αντί τιμήματος 4.475.295 δραχμών, και οι δυο συμβαλλόμενοι όμως γνώριζαν ότι η πώληση δεν έγινε στα σοβαρά και ότι οι δηλώσεις τους, όπως διατυπώνονται στο συμβόλαιο, δεν αποδίδουν την αληθή βούλησή τους. Ειδικότερα, ο Χ. Λ. και η σύζυγός του Θ. είχαν υιοθετήσει τον Β. Λ., ο οποίος πριν ακόμη νυμφευθεί τη σύζυγό του, δηλαδή πριν το έτος 1971, διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εξακολουθούσε να κατοικεί μέχρι τον θάνατό του, στις 15-2-2003. Εξαιτίας αυτής της χωριστής διαμονής γονέων και τέκνου και επιπροσθέτως ότι το τελευταίο συνήψε γάμο χωρίς τη θέλησή τους, ιδίως της μητέρας του Θ., υπήρχε διαφωνία μεταξύ των γονέων ως προς την τύχη του επίδικου ακινήτου, που ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, αφού ο μεν Χ. Λ. επιθυμούσε να μείνει στον εγγονό του, που έφερε το όνομά του (τέκνο του θετού υιού τους Β.), ενώ η σύζυγός του Θ. επιθυμούσε να μεταβιβαστεί σε δικό της συγγενικό πρόσωπο. Προκειμένου να αποφευχθεί το τελευταίο, χωρίς παράλληλα να διαταραχθεί η οικογενειακή γαλήνη και ησυχία, κατέληξε να μεταβιβάσει το ακίνητο στην ανηψιά του εναγομένη, με την απώτερη σκέψη, όταν η σύζυγός του πληροφορηθεί εν καιρώ τη μεταβίβαση, να υποχωρήσει από τη δική της επιθυμία να μεταβιβαστεί σε συγγενικό της πρόσωπο και να αποδεχθεί τη μεταβίβαση του ακινήτου από την εναγομένη πλέον στον εγγονό του. Η εναγομένη δηλαδή γνώριζε και είχε συμφωνήσει με τον θείο της Χ. Λ. το ότι η μεταβίβαση προς αυτήν ήταν εικονική και ότι η ίδια θα αναμεταβίβαζε το ακίνητο στον εγγονό του όταν της το ζητούσε". Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, αναφορικώς με τη γνώση και των δύο συμβαλλομένων μερών ως προς την εικονικότητα της πώλησης του επίδικου ακινήτου, που δεν ήταν αναγκαίες για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, αφού το στοιχείο αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον, αποτελούν συμπεράσματα που άντλησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, ώστε η λήψη αυτών από το Δικαστήριο να ιδρύει τον από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω γεγονότα, τα οποία δεν προτάθηκαν με την αγωγή, προς αναπλήρωση της αοριστίας του δικογράφου αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της εναγομένης αναφορικώς με τη εκ μέρους της διενέργεια, αμέσως μετά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου το έτος 1991, επισκευών στο εν λόγω ακίνητο και τη γνώση τούτων, επομένως και της γενόμενης προς εκείνη πώλησης του ακινήτου, από την ενάγουσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς θεμελιωτικοί ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και επομένως δεν συνιστούν πράγματα, κατά την εκτεθείσα έννοια, η μη λήψη υπόψη των οποίων να θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, διότι έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα υπ’ αριθ. 7/2001 πρακτικά συνεδρίασης τούτου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Π. Κ., όσο και την από 7-2-2005 βεβαίωση του καταστήματος ..., που ρητώς μάλιστα μνημονεύεται στην πληττόμενη απόφαση. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 5 και 12, αντιστοίχως, του ν. 2915/2001, και οι οποίες εφαρμόζονται στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 210/2006).
Συνεπώς, αφού, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, με την από 27-3-1995 πράξη του αρμόδιου Προέδρου Πρωτοδικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ορίσθηκε ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 341 ΚΠολΔ και επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 754/2000 προδικαστική απόφαση του Εφετείου, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις για τους κρίσιμους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ορθώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιτωλικού Γεωργίου Ζαρμακούπη, βεβαίωση του Σ. Λ., και πρέπει, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2006 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 452/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ