Legislator Case Law & Legislation
191/2016 AI generated

191/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 191/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 191 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

191/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 191 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 191 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 191/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βασιλογεώργη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., θέση "..." και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Μπαχά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4479/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2865/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/5/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/10/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 2865/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 14-1-2011 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 4479/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-7-2008 αγωγή της. 2. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής. Όμως δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 2027/2014). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ’ αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρο 2 § 1, 4 §§ 1 και 2 και 5 § 1 του Συντάγματος). Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής (ΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015). Η σύμβαση αυτή, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παράγωγος δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΑΠ 165/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 § 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 § 4 Ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 § 1 Π.Δ. 219/91) και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι’ αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολομ. ΑΠ {τακτική} 16/2013). 1Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το Π.Δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§1). Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια, ο έλληνας νομοθέτης, με το άρθρο 8 παρ. 1α του Π.Δ. 219/1991, κατά την αρχική διατύπωση του, όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος. Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "1.α) Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη παρέχεται το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της. Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι ή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β’ του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως. Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος Π.Δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ’ αυτής του εν λόγω π.δ/τος. Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητα της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991. Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ. α’ του άρθρου 14 του Ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β’ του Π.Δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ.3β’ του ν. 3555/2007, ΑΠ 355/2015). Στην προκειμένη περίπτωση στην από 10-7-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση αποκλειστικής διανομής αόριστης διάρκειας, που καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ αυτής και της εναγομένης το Νοέμβριο του 2003, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή στην ελληνική αγορά των αναφερόμενων σ’ αυτή προϊόντων και συγκεκριμένα των ανδρικών προφυλακτικών με το σήμα ..., που παρήγαγε και συσκεύαζε η τελευταία, σύμφωνα με τους αναγραφόμενους σ’ αυτή ειδικότερους όρους και συμφωνίες, μεταξύ των οποίων η υποχρέωσή της (ενάγουσας) να μη διακινεί άλλη μάρκα προφυλακτικών (υποχρέωση μη ανταγωνισμού). Ότι για την προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώνει τακτικά την εναγομένη για το πελατολόγιο και τις πωλήσεις των προϊόντων, να διατηρεί αποθέματα για την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς, να προετοιμάζει και να υποβάλει στην εναγομένη ετήσιο επιχειρηματικό σχέδιο (marketing plan) και να σχεδιάζει, οργανώνει και χρηματοδοτεί προωθητικές ενέργειες για την καλύτερη προώθηση των προϊόντων, με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων, με την ειδικότερη συμφωνία ότι μέρος των χρημάτων προώθησης και προβολής θα επιστρέφονταν στη συνέχεια σ’ αυτήν από την εναγομένη. Ότι ενώ η ίδια τηρούσε όλες τις συμβατικές δεσμεύσεις της, η εναγομένη με την από 20-7-2007 επιστολή της την ενημέρωσε ότι προτίθεται να διακόψει μονομερώς τη συνεργασία τους λόγω της πτωτικής πορείας που παρουσίασαν οι πωλήσεις της κατά το έτος 2007, στη συνέχεια δε με την από 31-8-2007 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε για τον ίδιο λόγο τη σύμβαση, με αναφερόμενη ημερομηνία επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτής την 30-9- 2007. Ότι η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική, λόγω του ότι η πτωτική πορεία των πωλήσεων, την οποία επικαλέστηκε ως λόγο αυτής η εναγομένη, ήταν υπαρκτή μεν, πλην όμως ευκαιριακή, οφειλόμενη σε συγκυριακούς παράγοντες. Ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως η ίδια έφερε νέους πελάτες στην πρώτη εναγομένη, από τους οποίους η τελευταία διατηρεί ουσιαστικά οφέλη και μετά την καταγγελία, αφού εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της και να της αποφέρουν κέρδη, με επακόλουθο να δικαιούται αποζημίωσης πελατείας, το ύψος της οποίας, με βάση το μέσο όρο των μικτών κερδών που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους (2003-2007), ανέρχεται στο ποσό των 144.365,09 ευρώ. Ότι η ίδια, έχοντας εύλογα την πεποίθηση ότι η συνεργασία της με την εναγομένη θα ήταν μακροχρόνια, προέβη κατά το έτος 2007 σε δαπάνες για την προώθηση και τοποθέτηση των διανεμόμενων προϊόντων στα καταστήματα, συνολικού ποσού 158.137,10 ευρώ, από το οποίο η εναγομένη της απέδωσε μόνο το ποσό των 13.277,01 ευρώ, αντί του συμβατικά οφειλόμενου ποσού των 113.968,83 ευρώ. Ότι από την παραπάνω παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως τρώθηκε το κύρος και η φήμη της στην αγορά, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 50.000 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής α) το ποσό των 220.159,01 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, β) το ποσό των 144.365,09 ευρώ ως περαιτέρω αποζημίωση για τις δαπάνες προώθησης των διανεμόμενων προϊόντων κατά το έτος 2007, η αξία των οποίων δεν έχει αποσβεσθεί και γ) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης". Με την πληττόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, "κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο αυτής, η επικαλούμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, δεν συνομολογήθηκε εγγράφως και συνακόλουθα η ενάγουσα, σύμφωνα με την ακολουθούμενη από το Δικαστήριο τούτο άποψη, όπως αυτή αναπτύσσεται στη μείζονα σκέψη, δεν δικαιούται τα παρεχόμενα από το εν λόγω π.δ. δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η προβλεπόμενη από το άρθρο 9 αυτού αποζημίωση πελατείας". Έτσι, όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, ο άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος Π.Δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ’ αυτής του εν λόγω π.δ/τος. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. 3. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής: 1) Ανθρώπινη συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια (πράξη) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4) επέλευση ζημίας και 5) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας. Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 900/2011 43/2013 1664/2014).

Συνεπώς, υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 914 ΑΚ επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο, από τον συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως, δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, εάν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη. Η ίδια υποχρέωση αποζημίωσης γεννάται κατά το άρθρο 919 ΑΚ αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπεια της, δηλονότι η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση, που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής, επιβάλλεται από το άρθρο 288 ΑΚ (ΑΠ 973/2014 1864/2014). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ 701/2011).

Εν προκειμένω με το τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση κατ’ εκτίμηση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, όσον αφορά το κεφάλαιό της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη βλάβη του κύρους και της φήμης της, καθώς και πλήγμα στην αξιοπιστία της στην αγορά, ενόψει μάλιστα του ότι ήταν εισηγμένη στο χρηματιστήριο, εξαιτίας της απρόσμενης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης λόγω της δήθεν πτωτικής πορείας των πωλήσεων κατά το έτος 2007 και παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης είχε δημιουργήσει ένα νέο και σταθερό πελατολόγιο, ζήτησε να της επιδικαστεί το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, κατά το συγκεκριμένο της κεφάλαιο, είναι αόριστη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας. Τούτο δε διότι η καταγγελία της σύμβασης εντάσσεται, όπως προαναφέρθηκε, στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες της αναιρεσίβλητης και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά της συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ’ αυτήν εκπλήρωσης της παροχής της. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά το σχετικό κεφάλαιό της, δεν ενήργησε παρά το νόμο και πρέπει ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, αλλά, όπως αναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, ως αόριστη. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά το μέρος εκείνο που έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιό της περί αποζημίωσης πελατείας. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως εν μέρει ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα εν μέρει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 178§1, 183 και 191§2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2865/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει ως προς τα κεφάλαια αυτά την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ