Legislator Case Law & Legislation
191/2012 AI generated

191/2012 · 191/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 191/2012
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 191 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου κÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 191/2012

Απόφαση 191 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 191/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. χας Σ. Κ., 2. Π. Κ. του Σ., 3. Ν. Κ. του Σ., 4. Γ. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Κ. και 5. Μ. θυγ. Σ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (ΕΔΔΑ 72/1995/678/664, 106/1995/612/700, Ολ.Α.Π 11/11). Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει και γι` αυτήν την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης. Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακίνητου εισάγεται προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού καθύλην δικαστηρίου, εάν πρόκειται για απαλλοτριώσεις που είχαν συντελεσθεί πριν από την 19-1-2002, που άρχισε να ισχύει ο ν. 2971/2001, ο οποίος όρισε πλέον ότι το άνω τεκμήριο είναι μαχητό (ΑΠ 1009/2011, 293/2010, 136/2009, 1960/2008, 1056/2008), ενώπιον δε του Εφετείου κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, αν πρόκειται για απαλλοτριώσεις που δεν είχαν συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2971/2001. Η παραπάνω αποζημίωση, ως αφορώσα την αξία τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που τα αρμόδια όργανα, ενεργώντας νόμιμα (κατ` εφαρμογή του νομίμου παραπάνω τεκμηρίου), έκριναν, ότι αυτοαποζημιώνεται, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, είναι διαφορετική από εκείνη, που ορίζεται στο άρθρο 105 του Εισ. ΝΑΚ και οφείλεται για τις παράνομες πράξεις των οργάνων της διοίκησης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (βλ. ΑΕΔ 13/92).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 10-2-2001 αγωγή τους, που συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών στις 19-2-2002, ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 2791/2001, οι αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι με την 1149641/9011/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ` 10/14-1-1994) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "βελτίωση της ευρείας παράκαμψης Πατρών" έκταση συνολικής επιφάνειας 494.585 τ.μ. Ότι μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και οι περιγραφόμενες στην αγωγή ιδιοκτησίες τους, για τις οποίες το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δεν τους κατέβαλε την καθορισθείσα με την 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών οριστική αποζημίωση για τμήματα των ιδιοκτησιών τους, με την αιτιολογία ότι αυτές ως παρόδιες ιδιοκτησίες χαρακτηρίσθηκαν από τα αρμόδια όργανά του, που ενήργησαν στα πλαίσια του νόμιμου τεκμηρίου, ότι ωφελούνται από τη διάνοιξη της ως άνω οδού και αυτοαποζημιώνονται κατ' άρθρο 1 του Ν. 653/1977. Ότι στην πραγματικότητα όμως και για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή οι ιδιοκτησίες τους δεν αποκτούν καμία ωφέλεια. Ζήτησαν δε με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει αποζημίωση και για τα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών τους για τα οποία φέρονται, αλλά δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ίση με εκείνη που καθορίσθηκε με την ως άνω 891/1999 απόφαση, δεδομένου ότι με την υπ' αριθ. 225/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη η αγωγή των παρόδιων ιδιοκτητών στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση, δηλαδή στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (περί πλήρους αποζημίωσης) και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, η αρμοδιότητα των οποίων και η τηρητέα διαδικασία κρίνεται με βάση τις αναφερόμενες στη μείζονα νομική σκέψη διακρίσεις και δεν εισάγει διαφορά από το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι με την αγωγή εισάγεται αξίωση από τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1406/1983 και κατά παραδοχή της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου εξαφάνισε την υπ' αριθ. 679/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, περαιτέρω δε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο (απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας), κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 393/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011, και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ