Legislator Case Law & Legislation
1919/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that arbitration award is not evidence and foundation rules are internal.

Case Number 1919/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Foundation's appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The Foundation argued the court distorted the arbitration award and misapplied foundation regulation articles, but the Court held the award is not evidence under the Code of Civil Procedure. Consequently, the Court ruled that internal foundation regulations do not constitute substantive law violations warranting appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) and (20) of the Code of Civil Procedure: An arbitration award is not an evidentiary document subject to distortion review, and internal foundation regulations do not constitute substantive law violations requiring appellate examination.

Keywords

AI generated
arbitration award evidence distortion of evidence internal foundation regulations substantive law violation appellate review scope Code of Civil Procedure parol evidence rule

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (20) of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 689/2019
Supreme Court Case 374/2017
Supreme Court Case 472/2016
Supreme Court Case 189/2019
Supreme Court Case 77/2011
Supreme Court Case 474/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1919/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: κοινωφελούς νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) σύμπραξης μελετητικών γραφείων με την επωνυμία "ΜΕΑΣ Ε.Π.Ε., ... Ε.Ε., Λ.Δ.Κ. ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ & ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Ε.Π.Ε., ..., ΔΡΟΜΟΣ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) γραφείου μελετών με την επωνυμία "ΜΕΑΣ - ..., ... & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕ", εκ μετατροπής της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΑΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) γραφείου μελετών με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) γραφείου μελετών με την επωνυμία "ΛΔΚ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ & ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) γραφείου μελετών με την επωνυμία "ΔΡΟΜΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Πολύδροσο Αμαρουσίου και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Χασάπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022, εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Χασάπη, η οποία ανακάλεσε την από 11-2-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 904/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2020 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 248/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ674/2023, ΑΠ936/2018, ΑΠ 869/2017).

Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 8.7.2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 904/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τη με αριθμό 248/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2022, ενώπιον του ιδίου ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η από 3.1.2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ιδρύματος, με την οποία αυτό ζητούσε, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, να ακυρωθεί η με αριθμό 21/2018 διαιτητική απόφαση, που εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ του ιδίου και των ήδη αναιρεσιβλήτων από σύμβαση ανάθεσης εκπόνησης μελέτης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στη συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία διακρίνεται από τη βασική σύμβαση, από την οποία προέκυψε η διαφορά, μπορούν με συμφωνία να υπαχθούν οι αξιώσεις που γεννώνται αμέσως από τη σύμβαση, είτε ανάγονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και των συμβαλλομένων, είτε στην ερμηνεία των συμβάσεων. Στη διαιτητική συμφωνία υπάγονται επίσης αξιώσεις που μπορούν να προκύψουν και για τα δύο μέρη από σχέσεις, πράξεις ή παραλείψεις, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο διαπιστώσει κενό ή ασάφεια σχετικά με τις περιεχόμενες στη διαιτητική συμφωνία διαφορές οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ για να κριθεί, αν η συγκεκριμένη διαφορά έχει υπαχθεί στη διαιτησία (ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 539/2013).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 897 και 899 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαιτητική απόφαση μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται μετά από την άσκηση αγωγής ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και μόνον για κάποιο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 897 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη (ΑΠ 1193/2021).

Τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης, θεμελιώνει η έλλειψη των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος (άρθρα 867, 869 ΚΠολΔ), για την έγκυρη κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας, η έλλειψη δε, των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, για τη νομική βασιμότητα αυτής ( ΑΠ 1193/2021, ΑΠ 543/2017).

Τέτοια δε, ακυρότητα υφίσταται, μεταξύ άλλων, και όταν η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 65 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να υπάρχει εξουσιοδότηση για την ενέργεια αυτής (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 472/2016), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. α` ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας.

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία.

Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφαση τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ` ακυρώσιμη.

Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 811/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016, ΑΠ 217/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 159 παρ.1 ΑΚ, "δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία είναι αυτοτελής υπό την έννοια ότι το κύρος της κρίνεται ανεξάρτητα από το κύρος της κύριας σύμβασης, στην οποία αναφέρεται, είτε έχει, είτε δεν έχει ενσωματωθεί σ` αυτή (ΑΠ 1193/2021, ΑΠ 35/2019, ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 102/2012), καταρτίζεται εγγράφως, τύπος ο οποίος μάλιστα είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός Ο προβλεπόμενος, όμως, ως άνω έγγραφος τύπος δεν περιορίζεται αυστηρά στον διαγραφόμενο -για τις συμβάσεις- στο άρθρο 160 παρ. 2 ΑΚ τρόπο υπογραφής, δηλαδή να τίθεται η ιδιόχειρη υπογραφή όλων των συμβαλλομένων επί του αυτού εγγράφου.

Αντίθετα, προβλέπονται και εναλλακτικοί τρόποι ο ολοκλήρωσης μίας διεθνούς διαιτητικής συμφωνίας, αφού μία τέτοια ρήτρα μπορεί διαζευκτικά να περιέχεται: α) σε ανταλλαγή επιστολών, τηλετυπημάτων, τηλεγραφημάτων ή άλλων μέσων τηλεπικοινωνίας που καταγράφουν τη συμφωνία, β) σε προφορική συμφωνία διαιτησίας που καταγράφεται σε έγγραφο, το οποίο διαβιβάστηκε από το ένα μέρος στο άλλο ή από τρίτον σε όλα τα μέρη, το δε περιεχόμενο του εγγράφου, για το οποίο δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις σε εύλογο χρονικό διάστημα, μπορεί, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, να θεωρηθεί ως περιεχόμενο της σύμβασης, γ) σε γραπτή σύμβαση όταν γίνεται αναφορά σε έγγραφο, που περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, υπό τον όρο ότι η αναφορά αυτή καθιστά τη ρήτρα μέρος της σύμβασης, και δ) σε φορτωτική, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση μεταφοράς.

Επίσης, κατ` εξαίρεση, μπορεί να συνομολογείται και χωρίς γραπτή συμφωνία, με καθιέρωση νομίμου τεκμηρίου, όταν το ένα μέρος επικαλείται την ύπαρξη συμφωνίας διαιτησίας σε δικόγραφο και το άλλο δεν αντιλέγει. Σε κάθε δε, περίπτωση, η έλλειψη τύπου θεραπεύεται αν τα μέρη μετάσχουν ανεπιφύλακτα στη διαιτητική διαδικασία (ΑΠ 35/2019).

Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση µπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν µέρει µόνο µε δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συµφωνία για τη διαιτησία ή ο νόµος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στον όρο "υπέρβαση εξουσίας" ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείµενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς µε τη συµφωνία περί διαιτησίας ή κείται πέρα από αυτό.

Δεν αποτελεί, όµως, υπέρβαση της, από το νόµο ή τη συµφωνία περί διαιτησίας, παρεχόµενης στο διαιτητή εξουσίας η εσφαλµένη ερµηνεία και εφαρµογή του νόµου ή η κακή εκτίµηση πραγµατικών περιστατικών κατά τη, µετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνοµολόγησαν τη συµφωνία περί διαιτησίας (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 2049/2006, ΑΠ 1634/2001, ΑΠ 293/1999).

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67,68 και 70 του ΑΚ, συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο, από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το φυσικό πρόσωπο (ΑΠ 1913/2013, ΑΠ 461/2010, ΑΠ 60/2010), καθώς και ότι σε περίπτωση, που η διοίκηση του νομικού προσώπου ασκείται από διοικητικό συμβούλιο, αυτό το εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα, η δε διοίκηση αυτού αποτελεί όργανο του νομικού προσώπου, μέσω του οποίου αυτό εκδηλώνει τη βούλησή του και όχι αντιπρόσωπο του τελευταίου.

Η διοίκηση του νομικού προσώπου δρα συλλογικά, απαιτείται δηλαδή σύμπραξη όλων των μελών του διοικητικού οργάνου, τόσο στο πλαίσιο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής λειτουργίας (ΑΠ 1830/2006, ΑΠ 1659/2005). Είναι ωστόσο δυνατόν η εκπροσώπηση του νομικού προσώπου ή/και η λήψη αποφάσεων να ανατίθενται σε ορισμένο η ορισμένα μέλη της διοίκησης ή και τρίτους που θα ενεργούν είτε από κοινού, είτε ατομικά, υπό την προϋπόθεση ότι τούτο επιτρέπεται ρητά από το καταστατικό, η δε ανάθεση θα λαμβάνει χώρα είτε με απόφαση του διοικητικού οργάνου, εφόσον αυτό έχει την καταστατική αυτή ευχέρεια, είτε απ' ευθείας από το καταστατικό (ΑΠ 600/2017, ΑΠ 1520/2011).

Στη περίπτωση αυτή, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού οργάνου (πχ. διοικητικού συμβουλίου) είναι υποκατάστατο του τελευταίου και ενεργεί και αυτό ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή του, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό (πρβλ. ΑΠ 1541/2017, ΑΠ 1658/2014,ΑΠ 1363/2011, ΑΠ 451/2003, ΑΠ 1508/2001, ΑΠ 1193/2001).

Επομένως, στη περίπτωση αυτή της καταστατικής υποκατάστασης του ΔΣ από τρίτο πρόσωπο, δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την οποία, αν η πράξη ενεργείται από νόμιμο αντιπρόσωπο διαδίκου, η συμφωνία για διαιτησία είναι ανίσχυρη άνευ εξουσιοδοτήσεως για την ενέργεια της πράξης αυτής (ΑΠ 472/2016, ΑΠ 1658/2014, ΑΠ 526/1993, ΑΠ 563/1989, ΑΠ 586/1983). Δηλαδή, η ειδική εξουσιοδότηση, που προβλέπεται από το άρθρ. 65 παρ.2 ΚΠολΔ, για τη συμφωνία περί διαιτησίας, απαιτείται μόνον στην περίπτωση που η συνομολόγηση της συμφωνίας διαιτησίας γίνεται από απλό πληρεξούσιο ή εντολοδόχο του νομικού προσώπου, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ενεργεί ως απλός αντιπρόσωπος, εκτελώντας ό,τι απεφάσισε το διοικητικό συμβούλιο ή ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου. Αντίθετα, το άρθρο 65 παρ.2 ΚΠολΔ, δεν έχει εφαρμογή όταν η πράξη διενεργείται είτε ευθέως από το ίδιο το όργανο εκπροσώπησης (πχ.το διοικητικό συμβούλιο), είτε από τον υποκατάστατο του οργάνου αυτού, οπότε, για την έγκυρη κατάρτιση αυτής αρκεί η γενική εξουσία του υποκαταστάτου, προς αντιπροσώπευση και εκπροσώπηση της εταιρείας (ΑΠ 1658/2014).

Εξ άλλου, με το άρθρο 54 του ν. 2169/1993 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η σύσταση του Ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού" που έγινε από τους Λ. Δ. Ε., Ο. συζ. Λ. Ε. και Δ. Λ. Ε., δυνάμει της με αριθμό .../1993 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α. Με τα κατ' ιδίαν άρθρα του Οργανισμού του Ιδρύματος, ορίζεται, ότι αυτό συνιστά Κοινωφελές Ίδρυμα, αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με πλήρη διοικητική και διαχειριστική αυτοτέλεια και αυτονομία, έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, την συνεχή και δυναμική αξιοποίηση της διαχρονικής ιστορίας και του πολιτισμού του Μείζονος Ελληνισμού, με έμφαση στον πολιτισμό της Ανατολής, και διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο με ισόβια μέλη, τετραετή θητεία, πρώτο Πρόεδρο του ΔΣ τον εκ των ιδρυτών αυτού Λ. Ε., ο οποίος ορίζεται να εκπροσωπεί το Ίδρυμα στα Δικαστήρια, στις αρχές και στις σχέσεις του με κάθε τρίτο, και αρμοδιότητες του συμβουλίου, να αποφασίζει ελεύθερα για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση και λειτουργία του Ιδρύματος, στη διαχείριση της περιουσίας και την διάθεση των πόρων του, και για κάθε ενέργεια που σχετίζεται με την εκπλήρωση του σκοπού του καθώς και να χορηγεί γενικές ή ειδικές εξουσιοδοτήσεις εκπροσώπησης του ιδρύματος σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή τρίτους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονταν (ΑΠ 811/2019, ΑΠ 360/2018, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 560/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, αν και προτάθηκαν ή ελήφθησαν υπόψη, χωρίς να προταθούν, με συνέπεια να ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την ως άνω διάταξη, λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες, στο δικαστήριο της ουσίας, πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός του αντιδίκου του.

Δεν αποτελούν όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών (αγωγής κλπ.), αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ., ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ 1144/2017).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) το αναιρεσείον ίδρυμα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 897 αρ. 4 και 901 παρ. 1α του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε έγκυρη συνομολόγηση διαιτητικής ρήτρας, παρότι αυτή δεν είχε συναφθεί, καθόσον η σχετική συμφωνία περιεχόταν ως όρος σε κείμενο εκτός της σύμβασης.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε συναφώς τα εξής:

"... Το Ίδρυμα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε καταρτίστηκε έγκυρη και γραπτή σύμβαση διαιτητικής επίλυσης των διαφορών από την σύμβαση ανάθεσης μελέτης. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στην διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, πλην όμως, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από τα αναφερόμενα και στο σκεπτικό της παρούσας σχετικά με την αγωγή ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, προκύπτει ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών καταρτίστηκε έγκυρη και ισχυρή σύμβαση διαιτησίας, σχετικά με τις διαφορές από την κύρια σύμβαση που καταρτίστηκε κατόπιν της από 29.11.2005 προκήρυξης.

Το γεγονός αυτό, της κατάρτισης έγγραφης σύμβασης διαιτησίας για τις διαφορές αυτές, προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο της από 9.4.2006 σύμβασης ανάθεσης εκπόνησης μελέτης, που συνυπέγραψαν τα μέρη, σύμφωνα με την οποία (άρθρο 1) ως "Σύμβαση" ή συμβατική σχέση των μερών προσδιορίζεται το περιεχόμενο, τόσο του συγκεκριμένου κειμένου, όσο και των συμβατικών τευχών του διαγωνισμού που προηγήθηκε, ήτοι και της από 29.11.2005 προκήρυξης, αλλά και του Κανονισμού του ΙΜΕ, σε συνδυασμό με το κείμενο της από 29.11.2005 προκήρυξης του έργου, που με σαφήνεια και ρητά προβλέπει στο άρθρο 19 διαιτητική επίλυση των διαφορών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 35 του Κανονισμού του Ιδρύματος, που έχει κυρωθεί με νόμο.

Η μέσα από τα κείμενα, που όλα μαζί συμφωνήθηκε να συναποτελούν το περιεχόμενο της συμβατικής σχέσης, σαφώς εκφρασμένη βούληση των μερών ήταν να επιλύονται τυχόν διαφορές από τη σύμβαση ανάθεσης από τη διαιτησία, σύμφωνα με τους τύπους που το ίδιο το ενάγον καθόρισε στον δικό του Κανονισμό, τα δε συμβαλλόμενα μέρη συνυπέγραψαν τη σύμβαση αυτή μέσω των προσώπων που είχαν την καταστατική και νόμιμη εξουσία εκπροσώπησής τους...".

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, τις οποίες ως εκ τούτου ορθώς δεν εφήρμοσε καθόσον δέχθηκε, ότι η με αριθμό 21/2018 διαιτητική απόφαση εκδόθηκε με βάση υπαρκτή συμφωνία, για διαιτητική επίλυση των μεταξύ των διαδίκων διαφορών, η οποία (συμφωνία) προέκυπτε με σαφήνεια από το περιεχόμενο της από 9.4.2006 έγγραφης σύμβασης ανάθεσης εκπόνησης μελέτης, το περιεχόμενο της οποίας προσδιόρισε ότι συναποτελούν, ως ενιαίο όλο, το κείμενο της σύμβασης, τα συμβατικά τεύχη του προηγηθέντος διαγωνισμού (δηλ.

της από 29.11.2005 προκήρυξης) και ο ισχύων Κανονισμός του ΙΜΕ, στα άρθρα 19 και 35 των οποίων αντιστοίχως, υπήρχε η σχετική ρητή πρόβλεψη. Τούτο δε, και ανεξαρτήτως και πέραν του ότι, με δεδομένη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της σύμβασης ή γενικότερα της έννομης σχέσης, στις διαφορές της οποίας αναφέρεται, η διαιτητική συμφωνία δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στο ίδιο έγγραφο με τη σύμβαση, στην οποία αναφέρεται (ΑΠ 355/2018, πρβλ.

ΑΠ 1334/2008), όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ιεραρχικής τάξης των επί μέρους κειμένων που συναποτελούν την επίμαχη σύμβαση ανάθεσης, βάσει της οποίας το κείμενο της σύμβασης υπερισχύει των κειμένων της προκήρυξης και του κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου 35 του Κανονισμού του, σύμφωνα με το οποίο οι ανακύπτουσες από την ερμηνεία, εκτέλεση και λύση των συμβάσεων μεταξύ ΙΜΕ και αναδόχου "...μπορούν να επιλύονται με διαιτησία, εφόσον αυτό προβλέπεται και στην αντίστοιχη σύμβαση ανάθεσης ..." αλυσιτελώς προβάλλονται, ενόψει του ότι με την προσβαλλομένη έγινε δεκτό ότι τα επί μέρους κείμενα της σύμβασης, της προκήρυξης και του κανονισμού, συγκροτούν, θεωρούμενα στο σύνολό τους και από κοινού, το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης ανάθεσης εκπόνησης μελέτης, με συνέπεια αυτά, ως μη διακριτά, να στερούνται ιεραρχικής ταξινόμησης.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης , κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, όπως εξ άλλου αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο ουδέν αναφέρει σχετικά με τον ισχυρισμό του, ότι υπήρχε ρητή πρόβλεψη στον Κανονισμό του Ιδρύματος, για την αναγκαιότητα ρητής έγγραφης ενσωμάτωσης της διαιτητικής συμφωνίας στο τελικώς υπογραφέν κείμενο της σύμβασης.

Τούτο διότι, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι τα επί μέρους κείμενα της σύμβασης, προκήρυξης, και κανονισμού είναι αυτοτελή, μη συνδεόμενα μεταξύ τους, και μάλιστα ιεραρχικώς ισοδύναμα (στοιχείο που όλως αντιφατικώς αποκρούει το αναιρεσείον) ενώ το αντίθετο προς τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, δέχθηκε η προσβαλλομένη, κατά τα ανωτέρω.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των άρθρων 869 παρ.1, 897 παρ.1 και 65 παρ. 2 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, δέχθηκε ότι δεν απαιτείτο η ειδική εξουσιοδότηση του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠολΔ στον υπογράψαντα την επίμαχη σύμβαση Λ.

Ε. , για τη σύναψη της ειδικότερης συμφωνίας περί επίλυσης των μεταξύ των διαδίκων πλευρών διαφορών με διαιτησία. Η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε συναφώς τις εξής παραδοχές: " ...Την από 19.4.2006 σύμβαση ανάθεσης μελέτης υπέγραψε για λογαριασμό του ενάγοντος ιδρύματος ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του, Λ.

Ε. Σύμφωνα με τον Οργανισμό του ιδρύματος, που όπως ήδη προαναφέρθηκε, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 54 του ν. 2169/1993 και δη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4,5 και 6 του κυρωθέντος με νόμο Οργανισμού, προκύπτει ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης του ιδρύματος έναντι τρίτων έχει ανατεθεί με καταστατική πρόβλεψη στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου.

Κατά συνέπεια, για την εγκυρότητα της συνομολόγησης από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της επίδικης συμφωνίας περί διαιτητικής επίλυσης των διαφορών, δεν απαιτείτο ειδική εξουσιοδότηση κατ 'άρθρο 65 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το διοικητικό συμβούλιο προς τον υπογράψαντα αυτή και για το λόγο αυτό, ο πρώτος λόγος βάσει του οποίου ζητείται η ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος..".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον δέχθηκε ότι από τον κυρωθέντα και με ισχύ νόμου Οργανισμό του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, προέκυπτε σαφώς, ότι ο εκ των ιδρυτών και Προέδρος του ΔΣ του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, που υπέγραψε την επίμαχη σύμβαση ανάθεσης, στην οποία περιλαμβανόταν ρητή πρόβλεψη για επίλυση των διαφορών των εκεί συμβαλλομένων με διαιτησία, είχε δυνάμει καταστατικής πρόβλεψης το δικαίωμα οργανικής εκπροσώπησης του τελευταίου.

Συνακόλουθα, και ενόψει του όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση του νομικού προσώπου εκφράζεται πρωτογενώς, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 65 παρ.2 ΚΠολΔ, ώστε ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Διαιτητικό Δικαστήριο που εξέδωσε τη με αριθμό 21/2018 απόφαση, άφησε το αίτημά του για διεξαγωγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης αδίκαστο, και τούτο παρότι συνέτρεχε ανάγκη ιδιαζουσών γνώσεων επιστήμης ή τέχνης, η παράλειψή του δε αυτή, ισχυρίζεται επί πλέον το αναιρεσείον, ότι συγκροτεί εν ταυτώ, και την πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξ αιτίας εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής των άρθρων 885 παρ.1, 887 και 897 αρ. 4, 5 και 6 ΚΠολΔ.

Η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε συναφώς τις εξής παραδοχές: "...Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης της προσβαλλομένης διαιτητικής απόφασης (υπό στοιχείο ΣΤ λόγος του ενδίκου δικογράφου) το ενάγον ισχυρίζεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης και δη με την αιτιολογία "ότι δεν είναι ενδεδειγμένο να διατάξει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εν όψει της εν γένει στάσης του ΙΜΕ, κατά το κρίσιμο μέρος της αποδεικτικής διαδικασίας, το οποίο με την τηρηθείσα αποχή του στέρησε το Δικαστήριο της παρουσίας των εκπροσώπων του και αποδεικτικών μέσων, ως και του γεγονότος ότι υφίσταται εν προκειμένω, έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφενός μεν της ελαττωματικότητος της μελέτης (και αληθούς υποτιθεμένης), αφετέρου δε, της συγκεκριμένης ζημίας, την αποκατάσταση της οποίας διεκδικεί το ΙΜΕ με τη κρινόμενη ανταγωγή".

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτητικό η συγκεκριμένη αιτίαση κατά της διαιτητικής απόφασης τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού με αυτή προσβάλλεται η κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί συγκεκριμένου ουσιαστικού ζητήματος, και δη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ δύο επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών (της ελαττωματικότητας της μελέτης και της ζημίας του ενάγοντος), ήτοι προβάλλεται αιτίαση που δεν δύναται να υπαχθεί σε κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους ακύρωσης του άρθρου 897 του ΚΠολΔ.

Επιπρόσθετα, και ο ισχυρισμός για υποχρέωση του διαιτητικού δικαστηρίου να διατάξει την πραγματογνωμοσύνη τυγχάνει μη νόμιμος, δεδομένου ότι από τις διατάξεις των άρθρων 368,386 και 388 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή η συμπλήρωση της γενομένης, από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1013/2010, ΑΠ 552/2009).

Κατά συνέπεια, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθόσον η απόρριψη διαδικαστικών αιτήσεων δεν υπάγεται στην έννοια της υπέρβασης εξουσίας του αρ. 4 άρθρου 897 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της άσκησης δικαιοδοσίας πέραν των ορίων που θέτει ο νόμος ή η συμφωνία διαιτησίας, πολύ περισσότερο αφού η απόδειξη στη διαιτητική διαδικασία δεν δεσμεύεται από τους περιορισμούς που ισχύουν ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων (αρθ.886 σε συνδ.με αρθ. 888 ΚΠολΔ), ούτε του αρ. 5 του ιδίου άρθρου, αφού η απόρριψη του υπόψη αιτήματος δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως, σε συνδυασμό με την μη επίκληση προνομιακής μεταχείρισης κάποιου των διαδίκων, ούτε τέλος, του αρ. 6 του ιδίου άρθρου, ως συμπεριφορά εναντίον των χρηστών ηθών και της δημόσιας τάξης. Σε κάθε δε περίπτωση, μη υφισταμένης παραδοχής του δικαστηρίου ότι επρόκειτο για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού ή αιτήματος του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η ρητή η σιωπηρή απόρριψη αυτού, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ.9 ή άλλη πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 525/2000, ΑΠ 902/2009).

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε, και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αφορά σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια που έχει ο όρος στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, είτε αυτά χρησιμεύουν προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη (ΑΠ 689/2019, ΑΠ 374/2017, ΑΠ 472/2016), ενώ δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο και η παραμόρφωση αγωγής, έφεσης, προτάσεων ,αιτήσεων και των επ'αυτών εκδιδομένων αποφάσεων (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 474/2004).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αρ. 20 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης που προσβλήθηκε με την ένδικη αγωγή επί ακυρώσει, καθόσον δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτή (απόφαση) (αρ. 20) καθώς και ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 35 του Κανονισμού του, αντί της ορθής και εφαρμοστέας διάταξης της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου (αρ. 1).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον η διαιτητική απόφαση που προσεβλήθη επί ακυρώσει δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, του οποίου επιτρέπεται η διαπίστωση της παραμόρφωσης ή μη κατά τα ανωτέρω, ενώ η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά σε παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, κανόνων δηλαδή που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και των εξ αυτών πηγαζουσών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, τέτοιους δε, δεν αποτελούν οι διατάξεις κανονισμού ιδρύματος, πολύ περισσότερο αφού, σύμφωνα με τους, στο αναιρετήριο (πρώτος αναιρετικός λόγος) ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ο κανονισμός του τελευταίου "...

ουδέποτε κυρώθηκε με νόμο ή υπουργική απόφαση και αποτελεί εσωτερικό έγγραφο του ιδρύματος...".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.7.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 904/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ