Legislator Case Law & Legislation
1919/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on mutiny charges, rejecting legal mistake defense due to lack of specific personal circumstances.

Case Number 1919/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a retrial order regarding mutiny charges. The appellant argued for a mitigated legal mistake based on age and lack of information, but the court found this claim vague and unsupported by specific personal details. Consequently, the court ruled that the lower court had sufficiently addressed the argument and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(2)-(3) of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure: A claim of mitigated legal mistake must be presented with specific personal circumstances to allow the court of substance to form a conviction; a vague assertion without such details is inadmissible and does not require specific reasoning in the judgment.

Keywords

AI generated
mutiny charges legal mistake defense mitigated mistake appeal dismissal specific circumstances requirement Code of Civil Procedure retrial order

Cited Legislation

AI generated
Article 473(2)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1919/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 262/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου και Αλεξάνδρα Σιούτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Σαμπάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.61/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7946/17-7-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1155/19.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής και αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον άνω αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-7-2019 αίτηση του Ι. Μ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ.61/2019 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-7-2019, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ] και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της .

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 περ.α' του ισχύοντος ΣΠΚ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.2287/1995 "Κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα", όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Η διάταξη αυτή παραπέμπει για το περιεχόμενο της αξιόποινης συμπεριφοράς της ανυποταξίας στον ισχύοντα κάθε φορά νόμο για τη Στρατολογία ["χωλός ποινικός νόμος"].

Κατά δε τις διατάξεις των παρ.1,2 και 3 του άρθρου 51 Ν.3421/2005 "Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις", η οποία συμπληρώνει την αντικειμενική υπόσταση της ανυποταξίας, προβλέπεται ότι ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν κατατάσσονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατατάξεως, η δε ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της ορισμένης ημερομηνίας κατατάξεως ή της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας κατατάξεως και διακόπτεται με τους προβλεπόμενους στην παρ.3 λόγους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την περίπτωση α' της ως άνω παραγράφου, η ανυποταξία διακόπτεται, μεταξύ άλλων και με τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού πέμπτου [45ου] έτους της ηλικίας του ανυπότακτου. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η ανυποταξία είναι αφενός γνήσιο έγκλημα παράλειψης, που συνίσταται στη μη κατάταξη του στρατεύσιμου στη συγκεκριμένη ημερομηνία και αφετέρου διαρκές που τελείται όσο υπάρχει η υποχρέωση του δράστη να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο, διαρκεί, δε, όσο συνεχίζει να υπάρχει η παράνομη κατάσταση.

Υποκείμενο του αδικήματος είναι όποιος καλείται νόμιμα να καταταγεί από τη λήξη της προθεσμίας κατάταξης, ενώ κατά την παρ.3 του άρθρου 5 του ΣΠΚ ο τελευταίος είναι στρατιωτικός μόνο όσον αφορά το έγκλημα της ανυποταξίας, φέρει δηλαδή την ιδιότητα του στρατιωτικού κατά πλάσμα δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των Στρατιωτικών Δικαστηρίων αποκλειστικά και μόνο για την πράξη της ανυποταξίας (ΑΠ 995/2013).

Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού [άρθρο 32 παρ.α' ΣΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 18 εδ.β' και 26 παρ.1 εδ.α'ΠΚ].0 δόλος συνίσταται στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως. Ειδικότερα, ο υπαίτιος πρέπει να γνωρίζει ότι με βάση την πρόσκληση έχει υποχρέωση κατατάξεως σε συγκεκριμένη μονάδα σε ορισμένη ημερομηνία και να θέλει να μην εμφανισθεί.

Πρόσθετος σκοπός αποφυγής των στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν απαιτείται [βλ. αντί άλλων Αδ.Παπαδαμάκη όπ.π ., σελ 118- 119].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ 188/2019].

Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ.Η' του προισχύσαντος ΚΠΔ και ήδη Θ' του ισχύοντος [από 1- 7-2019] ΚΠΔ]., ο οποίος λαμβάνεται υπόψη και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει [αρνητική υπέρβαση εξουσίας]. Υπέρβαση εξουσίας που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, καίτοι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση και όφειλε να παύσει υφ' όρον την ποινική δίωξη, προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή.

Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν 4411/2016 : "1.Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31-3-2016 :α] των πταισμάτων και β]των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο [2] έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. 2.Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1. ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο [2] έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι [6] μηνών, συνεχίζεται η κατ' αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιοποίνου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για νέα πράξη.3]Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου".

Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι [6] μηνών και συγκεκριμένα για πράξη που τελέστηκε στο στρατόπεδο ΚΕΤΘ [...] από 25-1-2012 έως 31-12-2016 και ειδικότερα του ότι: " Ενώ ήταν στρατεύσιμος κλάσεως 1993 και κλήθηκε με την υπ' αριθμ. ...2011 ΕΣΥΕΘΑ/ΓΕΣ , σύμφωνα με το νόμο για τη Στρατολογία των Ελλήνων, προκειμένου να προσέλθει και να καταταγεί στις Ένοπλες Δυνάμεις και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο του ΚΕΤΘ, στις 24-1-2012 δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή όπως όφειλε και έτσι κατέστη ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 25-1-2012 έως 31-12-2016, ημερομηνία, κατά την οποία διεκόπη η ανυποταξία του καθόσον συμπλήρωσε το 45° έτος της ηλικίας του και δεν είχε πλέον υποχρέωση προς στράτευση" Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ανυποταξία είναι διαρκές έγκλημα και όχι κατ' εξακολούθηση , όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, κατά το χρονικό διάστημα , από 25-1-2012 έως 31-12- 2016 , ημερομηνία κατά την οποία διεκόπη η ανυποταξία του, δεν έπαυσε η υποχρέωση του κατηγορουμένου , αλλά αυτός όφειλε να ενεργήσει μέχρι την τελευταία ημέρα και να καταταγεί προς στράτευση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο χρόνος τέλεσης της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, η οποία, όπως προεκτέθηκε, συνιστά διαρκές έγκλημα γνήσιας παραλείψεως είναι ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 25-1-2012 έως 31-12-2016, οπότε ήρθη η παράνομη κατάστασις και εφόσον επεκτείνεται και μετά την 3-3-2016, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.4411/2016 περί υφ 'όρον παραγραφής της ως άνω πράξης. Επομένως, το Δικαστήριο που δεν έπαυσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του υφ' όρον την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 8 παρ.1 του Ν.4411/2016 για την ως άνω πράξη της ανυποταξίας , το μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές διατάξεις, το δε, δεν υπερέβη την εξουσία του και τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε και Η του προισχύσαντος και ήδη Θ' του ισχύοντος ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Δεν υφίσταται περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 99 και 82 ΠΚ, περί αναστολής και μετατροπής της ποινής. Το δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του, διέταξε την κατ' άρθρο 99 παρ.1 Π Κ αναστολή της επιβληθείσας ποινής επί τριετία με την αιτιολογία ότι ο αιτών κατηγορούμενος δεν είχε καταδικασθεί σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη του έτους, συγχρόνως δε μετέτρεψε την ίδια ποινή προς πέντε [5] ευρώ ημερησίως. Αλλά η μετατροπή είναι προφανές, ότι είχε την έννοια της σε περίπτωση άρσεως ή ανακλήσεως της ποινής, ο καταδικασθείς δεν εκτίει την ποινή κατά της προσωπικής ελευθερίας αφού ήδη αυτή έχει μετατραπεί. Σε ανάλογη εφαρμογή της επιβληθείσας και ανασταλείσας ποινής είχε χωρήσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Τέλος, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Β' του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος, ούτε [πολύ περισσότερο] έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του αυτή ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.

Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31 παρ.2 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "Η πράξη όμως δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τί πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και, υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, συντρέχει περίπτωση που αποκλείει τον καταλογισμό.

Επιβάλλεται όμως να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιοποίνου , με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις, στις οποίες βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες , δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης.

Η πλάνη, δηλαδή, είναι συγγνωστή, όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλλε, ενόψει των προσωπικών του πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένη εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή σε εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές-ΑΠ 148/2019).

Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών του αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασης, δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ, ισχυριζόμενος ότι "....έχοντας την πληροφόρηση από τον πατέρα μου Ε.

Μ., ότι το αξιόποινο του αδικήματος για το οποίο κατηγορούμαι με χρόνο τέλεσης την 25-1-2012 είχε εξαλειφθεί, η δε ποινική δίωξη είχε παύσει κατ' άρθρο 8 παρ.1 Ν 4411/2016, όχι βέβαια στις ακριβείς νομικές τους λεπτομέρειες , αφού ούτε αυτός, ούτε εγώ είμαστε νομικοί, ούτε βέβαια απευθυνθήκαμε σε δικηγόρο για τη συμβουλή του, πληροφορούμενος δε, από τον ίδιο το έτος 2016, οπότε συμπλήρωσα το 45° έτος της ηλικίας μου, δεν υπείχα υποχρέωση στράτευσης, γεγονός που ξέραμε από άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, διαμόρφωσα τη βέβαιη και εδραία πεποίθηση ότι το υπαίτιο αδίκημά μου ανυποταξίας είχε πάψει να είναι αξιόποινο λόγω της ως άνω διάταξης του νόμου και ότι δεν υπέχω πια υποχρέωση στράτευσης.

Ως εκ της ανωτέρω συγγνωστής νομικής μου πλάνης αγνοούσα πλήρως ότι το υπολειπόμενο διάστημα των τεσσάρων περίπου μηνών από την έναρξη ισχύος του Ν 4411/2016, δηλαδή από τις 30-8-2016 έως τις 31-12-2016, οπότε τυπικά συμπλήρωνα το 45° έτος της ηλικίας μου επείχα υποχρέωση στράτευσης και μη παρουσιαζόμενος εξακολουθούσα να διαπράττω το αδίκημα της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο".

Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με το σκεπτικό ότι: "Η υποστηριζόμενη πίστη του αναιρεσείοντος ότι το αξιόποινο της πράξης εξαλείφθηκε, δεν συνιστά νομική πλάνη αλλά ένσταση εξάλειψης του αξιοποίνου που δε στηρίζεται στο νόμο, καθώς η σχετική διάταξη του Ν.4411/2016 αφορά σε πράξεις που είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την 31-3-2016 και όχι πράξεις που συνέχιζαν να τελούνται και μετά την ημερομηνία αυτή, όπως η υπό κρίση κατηγορία της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, η οποία τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και η οποία διήρκεσε μέχρι την 31-12- 2016.Ακόμα όμως και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η θέση του κατηγορουμένου ότι δηλαδή είχε διαμορφώσει βέβαιη και εδραία πεποίθηση ότι το όποιο αδίκημά του ανυποταξίας είχε πάψει να είναι αξιόποινο λόγω τη ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 του Ν.4411/2016 και ότι δεν είχε πια υποχρέωση στράτευσης και ότι ως εκ της ανωτέρω νομικής του πλάνης αγνοούσε πλήρως ότι το υπολειπόμενο διάστημα των τεσσάρων περίπου μηνών από την έναρξη ισχύος του Ν.4411/2016, δηλαδή από τις 30-8-2016 ως τις 31-12-2016, οπότε συμπλήρωνε το 45° έτος της ηλικίας του, υπείχε υποχρέωση στράτευσης και μη παρουσιαζόμενος εξακολουθούσε να διαπράττει το αδίκημα της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και σ' αυτή την περίπτωση η πλάνη του δεν θα ήταν συγγνωστή, αφού δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να πληροφορηθεί για τις προϋποθέσεις της ισχύος της ως άνω διάταξης του Ν.4411/2016, υποβάλλοντας μια απλή ερώτηση σε οποιαδήποτε Εισαγγελία Στρατιωτικού Δικαστηρίου ή Στρατολογική Υπηρεσία, η οποία και θα τον πληροφορούσε σχετικά, λύνοντας κάθε τυχόν πλάνη του.

Ο ισχυρισμός στην απολογία του ότι πληροφορήθηκε το έτος 2016 από φίλο του δικηγόρο, χωρίς να τον κατονομάζει, ότι το αδίκημα της ανυποταξίας για το οποίο κατηγορείται παραγράφηκε, διαψεύδεται από τον ίδιο στον αυτοτελή ισχυρισμό που παρέδωσε εγγράφως στο Δικαστήριο, όπου αναφέρει ότι δεν απευθύνθηκε σε δικηγόρο.

Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης που υπέβαλε ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, ως αβάσιμος".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, αφού εκτός από τα στοιχεία που συνιστούν την ίδια την πλάνη, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν και η προσωπική κατάστασή του, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμα, την ειδικότερη προσπάθεια, την οποία αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το δίκαιο που ίσχυε, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών του στοιχείων να δυνηθεί το Δικαστήριο της ουσίας να σχηματίσει πεποίθηση για το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό ισχυρισμό ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν. Παρ' όλα αυτά, το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε στον ισχυρισμό αυτό με τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκή αιτιολογία .Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συνδρομής συγγνωστής νομικής πλάνης, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης [άρθρο 578 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-7-2019 αίτηση [ασκηθείσα με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-7-2019] του Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ... [οδός ...] για αναίρεση της υπ'αριθμ.61/2019 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ