Legislator Case Law & Legislation
1919/2017 AI generated

1919/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1919/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1919/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
contract for vehicle sale public takeover bid automobile industry non-implementation of the offending agreements vehicle keeper acquired distinctiveness
AI generated
171/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1202/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2011 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25/1/2013 κύρια παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23/3/2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/6/2017 αίτησή της.
900/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1298/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1713/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2006 αγωγή και την από 4/8/2006 συμπληρωματική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1919 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1919/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαβρίλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Δ. Δ. και 3) Κ. Α. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-5-2012 και 24-9-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 386/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-2-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 7/2006, 4/2005). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ’ αυτόν.

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 2039/2014, 1011/2007). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ συνάγεται σαφώς ότι η αγωγή που έχει ως αίτημα την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του εναγομένου πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιουμένη δικαιοπραξία, ότι η νομική αυτή υποχρέωση δυνατόν να απορρέει είτε απ’ ευθείας από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, και ότι εάν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1511/2013, ΑΠ 76/2004).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα. " Η διά της από 17-05-2012 αγωγής ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην ..., εισάγει στην Ελλάδα και διανέμει μέσω ενός εκτεταμένου και οργανωμένου δικτύου διανομέων, μεταξύ των οποίων η Εναγομένη ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία " ... ", (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), η οποία εδρεύει στον ..., αυτοκίνητα και ανταλλακτικά τύπου FIAT, FIAT επαγγελματικά, ΑLFA ROMEO και ΑΒΑRTH, τα οποία κατασκευάζει η μητρική αυτής εταιρεία της Ιταλίας υπό την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στο .... Μεταξύ των εταιρειών υφίσταντο α) η από 1.10.2003 σύμβαση διανομής αυτοκινήτων ALFA ROMEO και β) η από 1.10.2003 σύμβαση διανομής ανταλλακτικών και παροχής εξυπηρέτησης ALFA ROMEO. Σύμφωνα με ρητούς όρους των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα θα επωλούσε στην εναγομένη τα επιβατηγά αυτοκίνητα υπό τον όρο παρακρατήσεως της κυριότητος και η τελευταία θα ενεργούσε ως διανομέας και όχι ως αντιπρόσωπος και μετά θα μεταπωλούσε τα αυτοκίνητα με ιδική της ευθύνη

Στα πλαίσια των συμβάσεων διανομής η ενάγουσα πώλησε και παρέδωκε στην εναγομένη, με παρακράτηση κυριότητος, α) την 7-06-2010 ένα αυτοκίνητο τύπου ALFA ROMEO, μοντέλο GIULLIETA, 1,4 120 HP DISTINCTIV με αριθμό πλαισίου ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 20.634,94 ευρώ με προθεσμία καταβολής του τιμήματος εκατόν είκοσι (120) ημερών β) την 7-12-2010 ένα αυτοκίνητο τύπου ALFA ROMEO, μοντέλο GIULIETTA, 1.4 120 ΗΡ DISTINCTIV με αριθμό πλαισίου ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 21.185,33 ευρώ με προθεσμία καταβολής του τιμήματος εκατόν είκοσι (120) ημερών και γ) την 13-05-2011 ένα αυτοκίνητο τύπου ΑLFA ROMEO, μοντέλο ΜΙΤΟ, 14 16ν 105ΗΡ ΡROGRESSION με αριθμό πλαισίου ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 16.375,88 ευρώ με την αυτήν ως άνω προθεσμία καταβολής.

Την 29-08-2011 η διά της από 24- 09-2012 αγωγής ενάγουσα Α. Μ. προσήλθε στο κατάστημα της εταιρείας υπό την επωνυμία "..." και συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής ενοχική σύμβαση αγοραπωλησίας του Ι.Χ.Ε. τύπου ALFA ROMEO, μοντέλο GIULLIETA, 1.4 120ΗΡ DISTINCTIV με αριθμό πλαισίου ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 22.960 ευρώ ... Την 30-08-2011 ο δεύτερος ενάγων Δ.

Δ. προσήλθε στο κατάστημα της αυτής ως άνω εταιρείας και συνήψε με τον αυτόν νόμιμο εκπρόσωπο ενοχική σύμβαση αγοραπωλησίας του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τύπου ALFA ROMEO, μοντέλο GIULLIETTA 1.4 120 HP DISTINCTIV με αριθμό πλαισίου ... αντί του συνολικού τιμήματος των 23. 120 ευρώ. Την 30- 08-2011 ο τρίτος ενάγων Κ. Α. προσήλθε στο κατάστημα της αυτής ως άνω εταιρείας και συνήψε με τον αυτόν νόμιμο εκπρόσωπο ενοχική σύμβαση αγοραπωλησίας του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου τύπου ALFA ROMEO, μοντέλο ΜΙΤΟ, 1.4 16ν 105ΗΡ PROGRESSION με αριθμό πλαισίου … συνολικού τιμήματος των 17.000 ευρώ....Μετά ταύτα την 1.09.2011 οι ενάγοντες παρέλαβαν τα επίδικα αυτοκίνητα....αναμένοντες καλοπίστως, μετά την κατάρτιση των ενοχικών συμβάσεων αγοραπωλησίας, την καταβολή του τιμήματος και την παραλαβή των αυτοκινήτων, την παραλαβή των αδειών κυκλοφορίας και των πινακίδων κυκλοφορίας από την πωλήτρια εταιρεία.

Πλην όμως η εταιρεία ".......", δεν κατέβαλε τα πιστωθέντα τιμήματα των επιδίκων αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα η εναγομένη και ενάγουσα εταιρεία ΦΙΑΤ.., αφού προηγουμένως την 9.11.2011 εγνωστοποίησε την διακοπή της συνεργασίας τους στον τύπο του ..., να επιδώσει σε αυτήν την από 20.9.2011 εξώδικη πρόσκληση για την καταβολή του τιμήματος και εν συνεχεία την 26.09.2011 να υπαναχωρήσει από την σύμβαση πωλήσεως των επιδίκων αυτοκινήτων.....".

Υπό τις ως άνω παραδοχές και αναφορικά με την από 24.9.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο - το οποίο δια της προσβαλλομένης αποφάσεως κατεδίκασε την αναιρεσείουσα (δια της ως άνω αγωγής εναγομένη) εις δήλωση βουλήσεως, και δη στην κατάρτιση της εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητος των ανωτέρω αυτοκινήτων - εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1,2 του Ν. 722/1977 και 949 του ΚΠολΔ, ενώ για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων απαιτείται όπως ο υπόχρεος εις δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση κυριότητας αυτοκινήτου είναι ο υπό την ιδιότητα του πωλητή συμβληθείς κατά την καταρτισθείσα ενοχική σύμβαση πωλήσεως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι τις ενοχικές συμβάσεις πωλήσεως αυτοκινήτων στους ενάγοντες αγοραστές συνήψε, δια το νομίμου αυτής εκπροσώπου, η εταιρεία υπό την επωνυμία "...", στην οποία, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, είχον πωληθεί και παραδοθεί τα αυτοκίνητα με παρακράτηση κυριότητος από την αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο συναφθείσης συμβάσεως επιλεκτικής διανομής.

Επί τη βάσει των ανωτέρω, κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα εις καταδίκη βουλήσεως για την κατάρτιση εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητος αυτοκινήτου, κατά τα προεκτεθέντα, καίτοι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αυτή δεν ήταν η συμβληθείσα στις πωλήσεις, και εντεύθεν η κατά νόμον υπόχρεως.

Κατά ταύτα, το Εφετείο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε προς σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δεν ταυτίζονται, ούτε ερμηνευτικώς εξομοιώνονται με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως μείζονος προτάσεως, οδηγήθηκε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, και εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων κατά το μέρος που δέχθηκε την από 24.9.2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταδίκη της αναιρεσείουσας σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο τη μεταβίβαση σ’ αυτούς των τριών ως άνω αυτοκινήτων, αντιστοίχως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1034, 1036 παράγραφος 1 και 1037 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί κινητών πραγμάτων και ο μη κύριος τούτων εγκύρως μεταβιβάζει την κυριότητά τους, με την παράδοση της νομής τους προς τον αποκτώντα και τη συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητα, εκτός εάν κατά το χρόνο παραδόσεως της νομής ο αποκτών τελεί σε κακή πίστη, ήτοι αν γνωρίζει ή αγνοεί αυτός από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτόν που το εκποιεί.

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι επί κινητών πραγμάτων και ο μη κύριος τούτων εγκύρως μεταβιβάζει την κυριότητά τους, με την παράδοση της νομής τους προς τον αποκτώντα και τη συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητα, εκτός αν κατά το χρόνο παράδοσης της νομής αυτός που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, ήτοι αν γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ εκείνον που το εκποιεί.

Επιπλέον κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3, του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 του άρθρου 6 παρ. 1α του ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλων τινών διατάξεων", σε συνδυασμό με εκείνες, της, σε εκτέλεση του άρθρου 5 παρ. 2 του ιδίου νόμου, εκδοθείσης με αριθμ. ...

της 1-4 Νοεμβρίου 1977 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών, δημοσιευθείσης στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β’ σελ. 1099), από της ενάρξεως της ισχύος αυτών (8-11-1977, βλ. αρ. 14 ν. 722/1977) η μεταβίβαση της κυριότητας επιβατηγών αυτοκινήτων, με πράξη εν ζωή, ενεργείται, προκειμένου μεν για τα άνευ αριθμού (αδείας) κυκλοφορίας αυτοκίνητα, με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών επί των πιστοποιητικών του τελωνείου ή του κατασκευαστού ή του Ο.Δ.Δ.Υ. (κατά τις διακρίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω ν. 722/1977), εφόσον έχει βεβαιωθεί προηγουμένως, από τον Οικονομικό Έφορο, επί του πιστοποιητικού, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, προκειμένου δε για τα επιβατηγά, επίσης ιδιωτικής χρήσεως, αυτοκίνητα, που είναι εφοδιασμένα με άδεια κυκλοφορίας, του με την ως άνω κοινή απόφαση καθορισθέντος τύπου, η οποία (άδεια κυκλοφορίας) αποτελεί και τον τίτλον κυριότητας και χορηγείται όταν πρόκειται να μεταβιβασθεί η κυριότητα, σύμφωνα με τα εν άρθρω 13 του ανωτέρω νόμου οριζόμενα, εις αντικατάσταση της παλαιού τύπου αδείας, επίσης με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών στη σχετική θέση της αδείας, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί πάνω σ’ αυτήν, από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο πωλητής του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου αποστέλλει ταχυδρομικώς, επί αποδείξει, το σχετικό τμήμα της αδείας στην υπηρεσία συγκοινωνιών, η οποία εξέδωσε την άδεια κυκλοφορίας, αυτός δε από του χρόνου της μεταβιβάσεως δεν έχει καμία υποχρέωση αποζημιώσεως απέναντι στους τρίτους, ούτε καταβολής τελών κυκλοφορίας, η δε νέα στο όνομα του αγοραστή άδεια κυκλοφορίας εκδίδεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από του χρόνου της μεταβιβάσεως και αποστέλλεται σ’ αυτόν επί αποδείξει.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ενοχική σύμβαση με την οποία σκοπείται η μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου δεν υπόκειται σε κάποιο τύπο, εγκύρως δε συνάπτεται και προφορικά ακόμη. Όμως η εμπράγματη, "περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας επιβατηγών επίσης αυτοκινήτων, που έχουν εφοδιασθεί με άδεια κυκλοφορίας σύμβαση, υποβάλλεται στον τύπο της καταχωρίσεως αυτής επί της αδείας κυκλοφορίας, μερίμνη των συμβαλλομένων, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί από τον Οικονομικό Έφορο ότι καταβλήθηκαν τα βαρύνοντα το αυτοκίνητο τέλη κυκλοφορίας και οι λοιπές επ’ αυτού οικονομικές επιβαρύνσεις.

Η τήρηση αυτού του συστατικού τύπου απαιτείται μόνο για την εμπράγματη δικαιοπραξία της μεταβίβασης και όχι νια την υποσχετική της πωλήσεως ή το προσύμφωνο οι οποίες καταρτίζονται και ατύπως (ΑΠ 161/1985 ΑΠ 1311/1984 ). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας επί αυτοκινήτου και για τη μεταβίβαση της θεσπίζεται ειδικός πανηγυρικός τύπος, που διασφαλίζει την κυριότητα του αποκτώντος, προκύπτει ότι επί μεταβιβάσεως της κυριότητος αυτοκινήτου από τον μεταβιβάζοντα προς τον αποκτώντα, ακόμα και με την παράδοση της νομής του, στοιχείο που δεν είναι αναγκαίο κατά νόμο, και με τη συμφωνία αυτών ότι μετατίθεται η κυριότητα του, ο αποκτών δεν καθίσταται κύριος του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου, με βάση τις σχετικές εγγραφές στο παραπάνω πιστοποιητικό του τελωνείου εάν ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος του, έστω και εάν ο αποκτών κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής δεν τελούσε σε κακή πίστη, χωρίς στην περίπτωση αυτή να εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1036, 1037 του Α.

Κ. (ΑΠ 69/2013, 1313/2009).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, όπως προελέχθη, μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων και την καταβολή του τιμήματος, κατά την παράδοση της νομής των αυτοκινήτων την 1-09-2011 τελούσαν σε καλή πίστη ότι η πωλήτρια των αυτοκινήτων εταιρεία υπό την επωνυμία "... " ήταν κυρία του αυτοκινήτου και συνεπώς τυγχάνει επί του προκειμένου η εφαρμογή του αρθρ. 1036 του ΑΚ περί αποκτήσεως κυριότητος παρά μη κυρίου".

Υπό τις ως άνω παραδοχές και αναφορικά με την από 17.5.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε αυτή να αναγνωρισθεί κυρία των τριών ως άνω αυτοκινήτων και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της αποδώσουν τη νομή τους, το Εφετείο δια της προσβαλλομένης αποφάσεως την απέρριψε ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1036 του ΑΚ και 1 παρ. 1, 2 παρ. 1,2 του Ν. 7122/1977 και εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφ’ όσον δέχθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 1036 του ΑΚ και στην περίπτωση μεταβιβάσεως, δια πράξεως εν ζωή, κυριότητος επιβατηγού αυτοκινήτου άνευ αριθμού (αδείας) κυκλοφοράις, παρά μη κυρίου, καίτοι δεν ετηρήθησαν οι διατυπώσεις που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 722/1977, δηλαδή, με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών επί των πιστοποιητικών του τελωνείου ή του κατασκευαστού, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν, μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που την είχε δικάσει προηγουμένως. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ’ αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 ΠΑΡ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 273/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο δικαστής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ